Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013

Ένα ποστ για τον Robert Kurz

Σήμερα συμπληρώνεται ακριβώς ένας χρόνος από την ημέρα θανάτου του Ρόμπερτ Κουρτζ. Χωρίς καμία διάθεση εξύψωσης του σε κάποιου είδους ιδεολογικό τοτέμ το ιστολόγιο θα τιμήσει τη μνήμη του δημοσιεύοντας την μετάφραση ενός δικού του κειμένου με μεγάλο ενδιαφέρον τις προσεχείς ημέρες μιας και δεν κατάφερα να τη τελειώσω για σήμερα όπως αρχικά υπολόγιζα. Γενικά θα πρέπει κάποιος να σημειώσει πως τα κείμενα κοινωνικής ανάλυσης του Κουρτζ παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον γιατί σχεδόν στο σύνολο τους αποτελούν υπόδειγμα εμπράγματης, κριτικής σκέψης που βοηθούν να κατανοήσει κανείς με τωρινά δεδομένα τι μπορεί να είναι αυτό που του συμβαίνει. Δηλαδή ποιες έμφυτες δυνάμεις αποσύνθεσης έχει αναπτύξει ο Καπιταλισμός και πως αυτές δρουν ανεξέλεγκτα και πίσω από τις συνειδήσεις μας.
Στο κείμενο λοιπόν του Κουρτζ με τίτλο Μαρξ 2000 (που όπως προείπα η δημοσίευση του θα αναρτηθεί σύντομα) μπορεί εύλογα να συναχθεί πως οι οικονομικοί τεχνοκράτες και οι επιστημονικοί σύμβουλοι δεν τεκμηριώνουν αντικειμενικές θέσεις κριτικής σκέψης που αφορούν την οργάνωση της κοινωνίας και τις δομές της. Στην πραγματικότητα εκφράζουν μόνο τις διάφορες ανούσιες παραλλαγές ερμηνείας και διαχείρισης της οι οποίες υπόκεινται καθολικά στην θετικιστική θεώρηση της. Ουσιαστικά ό,τι μας πλασάρουν ως συμβουλή δεν είναι κάτι άλλο από μια ψεύτικη και αποπροσανατολιστική μορφή αφηρημένης συνείδησης.

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

Νεο Ρικαρδιανές πλάνες

Υπάρχουν κάποιες επικριτικές ακαδημαϊκές απόψεις επάνω στις κριτικές θέσεις του Άνσελμ Γιάππε που με την θετικιστική επιχειρηματολογία που αναπτύσσουν επειδή ακριβώς αναλύουν μία συγκεκριμένη κατηγορία της κοινωνικής ολότητας που ονομάζεται καπιταλισμός δεν αντιλαμβάνονται την στρεβλή πραγματικότητα που αυτή έχει εγκαθιδρύσει. Η δεκασέλιδη κριτική μελέτη του Robert Kurz με τίτλο Μαρξ 2000 αποδομεί πλήρως τους τυφλούς ακαδημαϊκούς ισχυρισμούς και τις θεωρίες τους. Προς το παρόν δίνω μια μικρή πρόγευση από ένα χωρίο της εν λόγω εργασίας μέχρι να τελειώσω ολόκληρη τη μετάφραση της:


Η Μαρξική ανάλυση της διαπεραστικής καπιταλιστικής δομής μαζί με τον εμπεριεχόμενο φετιχισμό αποκαλύπτει τον αρνητικό χαρακτήρα της εργασίας – ουσίας και της αξίας – μορφής της η οποία έχει αγνοηθεί επαίσχυντα από το Μαρξιστικό – εργατικό κίνημα ενώ απορρίφθηκε από τις επίσημες οικονομικές επιστήμες με τον χαρακτηρισμό της «φιλοσοφικής ανοησίας». Στην γραμμή άμυνας της απέναντι στην Μαρξική θεωρία η ακαδημαϊκή επιστήμη αναθεμάτισε ακόμα και τη θεωρία των κλασσικών αστών οικονομολόγων, οι οποίοι θεωρούσαν ότι το δαπανηθέν ποσό εργασίας είναι το περιεχόμενο της οικονομικής αξίας. Η κυρίαρχη συνείδηση διατήρησε μόνο την δεοντολογικά καταπιεστική σημασία και την καταναγκαστική ηθική της εργασίας με το θετικό πρόσημο του όρου κι έτσι προστάτευσε με την άγνοια της την ανακάλυψη της δική της ανορθολογικής ιδιοσυστασίας (καταστατικής δραστηριότητας) η οποία υπονοείται στον Μαρξικό όρο του φετιχισμού. Τα οικονομικά έγιναν η επιφανειακή θεωρία της οριακής χρησιμότητας ή η υποκειμενική θεωρία της αξίας. Η τελευταία, που θεωρείται σήμερα το θεμέλιο στην επικρατούσα τάση των σύγχρονων οικονομικών αναλύσεων, απλουστεύει τελείως τον όρο της αξίας στην εμφάνιση της Τιμής των προϊόντων. Η Τιμή δηλαδή περιστέλλεται στην καθαρά υποκειμενική χρησιμότητα των υπολογισμών που γίνονται από τους παίκτες της αγοράς (των οποίων η ύπαρξη και η θέσπιση προσλαμβάνεται απριόρι). Αυτή η νεοκλασική θεωρία όχι μόνο δεν έχει την πρόθεση αλλά δεν μπορεί στην πραγματικότητα να επεξηγήσει τίποτα, αντ' αυτού προσομοιάζει τους λογιστικούς υπολογισμούς των υποκειμένων της αγοράς με την απεικόνιση της συστημικής μαθηματικοποίησης τους. Στις κοινωνικές επιστήμες, τα Μαθηματικά εμφανίζονται πάντοτε στο προσκήνιο όταν οι προϋποθέσεις της κριτικής έχουν εμφανώς χαθεί και τότε πρέπει να καταστήσουν την περιγραφή των κοινωνικών συνθηκών, η οποία στερείται μιας επαρκούς θεωρητικής εξήγησης, και πάλι διαχειρίσιμη.

  Και επειδή μας τα 'χουν πρήξει με την τεχνοκρατική και τεχνοεπιστημονική πιπίλα για τις επενδύσεις οι οποίες θα φέρουν και νέες θέσεις αλλοτριωμένης εργασίας μπορούμε να δούμε ότι οι οικονομικοί τους δείκτες δεν στέκονται και πολύ πρόθυμοι ώστε να μας κάνουν το χατίρι να έχουμε όλοι μία δουλίτσα που θα σιχτιρίζουμε την ώρα και τη στιγμή που την βρήκαμε. Η δομική αυτοματοποίηση της παραγωγής καταργεί περισσότερες θέσεις εργασίας απ’ όσες μπορεί η ίδια η παραγωγική διαδικασία να απορροφήσει. Δια του λόγου το αληθές ας δούμε το γράφημα της προστιθέμενης αξίας σε ποσοστιαία μεταβολή της εθνικής βιομηχανικής παραγωγής στο σύνολο του ελληνικού ΑΕΠ από το 1967 μέχρι σήμερα που είναι συνεχόμενα πτωτικό όπως φαίνεται και στον παρακάτω σύνδεσμο: 
http://www.tradingeconomics.com/greece/industry-value-added-percent-of-gdp-wb-data.html (πατήστε στα δύο πρώτα βελάκια πάνω από το γράφημα τις αντίστοιχες χρονολογίες και στο τρίτο την επιλογή line)

  Ας δούμε τώρα και τις συνολικές ροές των άμεσων επενδύσεων στην ελληνική οικονομία από επενδυτές του εξωτερικού τα οκτώ τελευταία χρόνια από το 2003 έως το 2012 στο παρακάτω σύνδεσμο: http://www.investingreece.gov.gr/default.asp?pid=21&la=1 
   
  Βλέπουμε ότι ένα σεβαστό κομμάτι, περίπου το 30%, επενδύεται στον δευτερογενή τομέα. Εύλογα γεννιέται ένα ερώτημα: Αφού οι ροές κεφαλαίου με την μορφή επενδύσεων παρόλο το αρνητικό υφεσιακό κλίμα συνεχίζονται απρόσκοπτα τότε γιατί αυτόματα η ανεργία δεν μειώνεται αλλά αυξάνεται συνεχώς με γεωμετρική πρόοδο; Και γιατί η ανεργία πλέον καθίσταται δομική ανεξαίρετα, σε όλες τις ασθμαίνουσες οικονομίες της ευρωζώνης. Σε αυτά τα ερωτήματα μπορεί να δώσει μια πειστική απάντηση κανένας πεφωτισμένος τεχνοκράτης;

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2013

Η Τουρκική «εξέγερση των δέντρων» πρέπει να τεθεί με όρους βιοπολιτικής!

Εικόνα από το δυστοπικό παρόν των μητροπόλεων μας.
 
«Σέβομαι τις γυναίκες που φορούν την ισλαμική μαντίλα, είναι δικαίωμά τους, αλλά θέλω και τα δικαιώματά μου να προστατεύονται. Δεν είμαι αριστερή ή αντικαπιταλίστρια. Θέλω να γίνω επιχειρηματίας και να ζήσω σε μία ελεύθερη Τουρκία», λέει η Έζρα,  μια νεαρή φοιτήτρια του μαθηματικού που διαδηλώνει σε συνθήκες προσομοίωσης μιας γενικευμένης εξέγερσης που λαμβάνουν χώρα εδώ και μία εβδομάδα στην Κωνσταντινούπολη. Και η Μπούζρα μια ακόμη διαδηλώτρια και νεαρή φοιτήτρια επίσης συμπληρώνει: «Φυσικά κι ανησυχώ και ξέρω ότι εδώ μπορεί να κινδυνεύω. Αλλά για μένα αυτό δεν είναι τίποτα σε σχέση με τον κίνδυνο να χαθεί η Τουρκική Δημοκρατία, οι ελευθερίες και το πνεύμα της».
   'Ηδη ακούω στα αυτιά μου να εγείρονται οι ανηλεείς ενστάσεις της συστημικά "χρήσιμης" Αριστερής μαλάκυνσης από την στιγμή που είναι εύθετο να θεωρηθεί ότι οι συνθήκες στην Τουρκία προσομοιάζουν σε μία εξέγερση χωρίς αυτή ουσιαστικά να είναι και ας μας δίνει αυτή την εντύπωση. Όμως τα λόγια των δύο κοριτσιών από το πλήθος των διαδηλωτών αφήνουν την κινητοποίηση γυμνή απέναντι στον απολυταρχισμό της κατεστημένης κοινωνίας. Ενώ κοντράρουν στα ίσια την βιωμένη αυταρχία του θεάματος, ενώ έρχονται αντιμέτωπες με τον σύγχρονο ολοκληρωτισμό και την αστυνομοκρατία ενός παντοδύναμου υλικοτεχνικού Λεβιάθαν (κράτους) οι διαδηλώτριες απαιτούν, θέτοντας το ως αίτημα, την πλήρη ελευθερία στην άσκηση των αστικών δικαιωμάτων τους! Με τέτοιες κοντόφθαλμες βλέψεις που λογίζονται ως θλιβερά κατάλοιπα από την θετικιστική πολιτισμική κληρονομιά η όψιμη εξέγερση έχει διαγράψει ήδη μια αδιαπραγμάτευτη αποτυχία.
  Εφόσον το ζήτημα τοποθετείται μέσα στο προνομιακό γήπεδο της ιδεολογίας των δικαιωμάτων, όπου εκείνοι που άρχουν τα ορίζουν με δεσποτική μονομέρεια, τίποτα δεν μπορεί να εξασφαλίσει την καθολική ελευθερία μας μέσα σε βιοπολιτικούς όρους. Ο Ραούλ Βανεγκέμ το έχει θέσει ούτως ή άλλως απερίφραστα: «η ιδεολογία της προόδου και της αλλαγής στην υπηρεσία του αναλλοίωτου - να το παράδοξο που τίποτα πια δεν μπορεί να το κρύψει από τη συνείδηση, ούτε και να το δικαιολογήσει μπροστά της». Όσο δεν δηλώνεται η αδήριτη ανάγκη της κοινωνικής σύγκρουσης που τίθεται ρητά σαν πρόβλημα εξουσίας, για να ξεφύγει από τα στρεβλά όρια του ακτιβισμού των αστικών δικαιωμάτων, τόσο ο ειλικρινής επαναστατικός αναβρασμός διακινδυνεύει να απομονωθεί στο περιθώριο των εξελίξεων. Σε μία κοινωνία που πλέον αποκλείει καταστατικά τους ανθρώπους από το δημιουργικό βίωμα της ίδιας τους της ζωής, χρεώνοντας τους μάλιστα εκτός από την αλλοτρίωση και την αχρηστία της αφηρημένης εργασιακής τους δύναμης, η επίκληση στα δικαιώματα της είναι ένα κακόγουστο αστείο.
   Η βιοπολιτική πλέον και η διάβρωση της εναπόκειται στην επιθυμία μας και τη θέληση μας να πάψουμε να εναποθέτουμε τις τύχες μας σε μία διακυβέρνηση (από πολιτικούς, τεχνοκράτες, επιστημονικούς συμβούλους και κάθε λογής επαγγελματίες δέσποτες) και να ξεκινήσουμε αυτόβουλα την δημιουργία της ίδιας μας της ζωής. Διότι όπως πολύ σοφά λέει ο Βανεγκέμ: «νεκροί είναι όσοι από εμάς αφήνονται να κυβερνηθούν!» 

(Γι' αυτό υπάρχει βέβαια και η αισιόδοξη πλευρά της Resistanbul! Μία μειοψηφία ανθρώπων που αρνείται την πεπατημένη των συντεταγμένων δικαιωμάτων που τίθενται τυραννικά από την κυριαρχία και μπορεί ίσως να αφήσει μέσα από την χαραμάδα της,* την επαναστατική κριτική να αντεπιτεθεί. Και μακάρι αυτοί οι γείτονες μας να διαψεύσουν κάθε δυνητική οπισθοδρόμηση!
 
* Αρκεί  βέβαια αυτή η χαραμάδα να μην στενέψει κι' άλλο από την ξύλινο λόγο της ταξικής πάλης.)


Σάββατο 25 Μαΐου 2013

Κολοβή δημοσιότητα

Αναδημοσίευση του κειμένου Stunted Publicity μεταφρασμένο στα ελληνικά από το ιστολόγιο: Notes From the Sinister Quarter 

«Να φας μια κεραμίδα στο κεφάλι, αυτό είναι πραγματικό κακό. Τα ρέστα, η ντροπή, το ρεζίλεμα, η καταφρόνια, οι βρισιές βλάφτουν μόνο άμα τα νιώθεις. Αν δεν αιστάνεσαι τίποτα, δεν είναι κακά. Τι σημασία έχει αν ολόκληρος ο κόσμος σε σφυρίζει, αφού εσύ το έχεις για καύχημα; Ωστόσο μόνο η Τρέλα στο επιτρέπει αυτό.» Έρασμος, Μωρίας εγκώμιον. (Εκδόσεις Ηριδανός, 1970)
"Για να σηματοδοτήσουμε την έκδοση του νέου βιβλίου του McKenzie Wark: The Spectacle of Disintegration, (Verso Books) προσφέρουμε στους αναγνώστες του Rhizome στο Ην. Βασίλειο την ευκαιρία να κερδίσουν μια τρισδιάστατη τυπωμένη φιγούρα του Γκυ Ντεμπόρ." (Rhizome.org, 17 Μαΐου 2013)

Σ' εμάς Φαίνεται πως ο αντίλογος είναι απαραίτητος σ' αυτήν την θρασύτατη και ανόητη πρόκληση. Να σιωπά η πλευρά των ανθρώπων όπως εμείς - που ζήσαμε αρκετά χρόνια και εξαντλήσαμε όλο μας τον κόπο, προσπαθώντας να κατανοήσουμε, να εμπλουτίσουμε και να δράσουμε σύμφωνα με ό,τι παραμένει ζωτικό και σχετίζεται άμεσα με την κριτική των καταστασιακών σε μία θεαματική κοινωνία - θα επιτρέψει μονάχα σε όσους δεν γνωρίζουν, είναι νεόκοποι ή εχθρικοί με την κληρονομιά του Γκυ Ντεμπόρ και όλων των άλλων μελών της Καταστασιακής Διεθνούς να φρονούν ότι αναίσχυντοι και ανόητοι προβοκάτορες, όπως ο Μακένζι Γουόρκ, είναι και οι μόνοι που δείχνουν ενδιαφέρον για αυτή την κληρονομιά σήμερα.

Αλλά τι είδους αντίλογος απαιτείται σε αυτό το γεγονός;  Ας δούμε δύο από αυτούς: Θα μπορούσε κανείς να αντιδράσει σοβαρά και να το αποκηρύξει ειλικρινά και βίαια ή θα μπορούσε κανείς να απαντήσει περιπαικτικά, προσποιούμενος πως δεν έχει εξοργιστεί από αυτό (κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ακόμα κι ότι το βρίσκει διασκεδαστικό). Υπάρχουν πλεονεκτήματα και στις δύο προσεγγίσεις: η πρώτη θα είχε το προτέρημα να καταδείξει ότι στον κόσμο αυτό δεν είναι όλοι βλήμαντρα που έχουν την εντύπωση πως η ζωή δεν είναι παρά ένα αστείο ενώ η δεύτερη θα είχε το πλεονέκτημα της επιείκειας απέναντι στον συγγραφέα (υπάρχουν τόσα αίσχη στις μέρες μας που είναι δύσκολο να αγανακτείς με αυτά όλη την ώρα). Και φυσικά υπάρχουν και μειονεκτήματα για κάθε μία από τις συγκεκριμένες προσεγγίσεις: η πρώτη ενέχει τον κίνδυνο να απορριφθεί ως μαρτυρία κάποιου ο οποίος "δεν έχει αίσθηση του χιούμορ" ή εκείνου που βλέπει τον εαυτό του ως αποκλειστικό κάτοχο της «αλήθειας» που αφορά τον Ντεμπόρ και τους καταστασιακούς και συνεπώς εμπίπτει στο είδος του αυταρχισμού ενώ η δεύτερη θα μπορούσε κάλλιστα να ενθαρρύνει την διάπραξη άλλων ακόμα πιο αναιδών και ηλίθιων προκλήσεων.

Έτσι επιλέξαμε μία απάντηση που μας επιτρέπει τόσο να γελάμε όσο και να λέμε την αλήθεια γι αυτή την κολοβή δημοσιότητα που περιβάλλει το τελευταίο βιβλίο του Γουόρκ. Η ταξική συνείδηση της εποχής μας έχει σημειώσει επαρκή πρόοδο ώστε να απαιτεί, μεταχειριζόμενη τα δικά της μέσα, να αναμετρηθεί με τους ψευτοειδικούς της ιστορίας της που συνεχίζουν να βγάζουν τα προς το ζην ενώ εκμεταλλεύονται την πρακτική της.


19 Μαίου 2013
Brendan Boehning (Danish Society for Comparative Vandalism, Δανία)
Bill Brown (NOT BORED! ΗΠΑ)
Anthony Hayes (Notes From the Sinister Quarter, Αυστραλία)
Alastair Hemmens (Marblepunk, Αγγλία)
Grant McDonagh (Ultrazine, Νέα Ζηλανδία)


Σάββατο 18 Μαΐου 2013

«Να θυμόσαστε πάντα πως τα "αιώνια βουνά στον ορίζοντα" είναι απλώς σκηνικά στον πίνακα. Κουνήστε τον ελαφρά και θα τα δείτε να τρέμουν!» *



Ένστολος ενάντια στην ορμή του γέλιου!

   Όλα δείχνουν να αρχίζουν αναπάντεχα και ξαφνικά. Μία ασυγκράτητη ορμή γεμίζει τις οδούς και τις λεωφόρους της μητρόπολης από νεανικές προσδοκίες μαζί με άκρατο ενθουσιασμό. Ένα ατίθασο κύμα μίας ευφάνταστης και πνευματώδους συνθηματολογίας, που είναι γραμμένη επάνω στους τοίχους των πανεπιστημίων και των εργοστασίων, συμπαρασύρει τις συνειδήσεις. Δεν υπάρχουν σχολαστικά ιδεώδη και πεζή ρητορεία. Δεν υφίσταται καμία ιεραρχία. Μόνος κυρίαρχος είναι ο αυθορμητισμός. Μοναδική κινητήριος δύναμη, η αντίδραση σε κάθε είδους αυταρχισμό. Όλοι εναντιώνονται στον πρόσκαιρο ευδαιμονισμό και την επιβεβλημένη αφθονία που αναχαιτίζει τα συναισθήματα και περιορίζει τη σκέψη. Το πλήθος είναι τόσο πελώριο και μαζικό που αρκεί μόνο: «Ένα γέλιο (του, που) θα σας θάψει»!
  Είναι άνοιξη, η εποχή της αναδημιουργίας. Γι' αυτό και «τα οδοφράγματα κλείνουν τους δρόμους και ανοίγουν μονοπάτια». Οι οσμές των δακρυγόνων διαλύονται πάρα πολύ αργά από τις μυρωδιές των ανθών. Οι κοπέλες φορούν κοντές φούστες, απαιτώντας με αυτήν την πράξη να εκφράσουν τον ερωτισμό τους μέσα σε κλίμα αφόρητου συντηρητισμού και απαγορεύσεων. Η ανάγκη για επικοινωνία ωθεί άγνωστους μεταξύ αγνώστων να ανοίγουν πολιτικοκοινωνικές συζητήσεις καταμεσής των δρόμων σε μία πόλη σχεδόν πολιορκημένη. Όπου και να στρέψεις το βλέμμα σου βλέπεις ανθρώπους από ετερόκλητους κοινωνικούς χώρους να συνδιαλέγονται. Στον σιδηροδρομικό σταθμό Gare De Lyon ένας καθηγητής πανεπιστήμιου, ένας εργάτης, ένας διευθυντής επιχείρησης, μία φοιτήτρια, ένας οδηγός φορτηγού και μία θυρωρός κάνουν διάλογο μεταξύ τους. Είναι ο θρίαμβος μιας αταξικής διαλεκτικής. Η απόδειξη πως οι άνθρωποι ακόμη κι' αν βρεθούν κάτω από συνθήκες εξαντλητικής πίεσης δεν παύουν να αναζητούν την αλήθεια με ορθολογικούς τρόπους.
  Με τον ερχομό της νύχτας το σκηνικό αλλάζει. Τεράστιοι σωροί από κυβόλιθους αποκαλύπτουν πως «κάτω από το πλακόστρωτο, υπάρχει παραλία»! Όλα τα αυτοκίνητα στους κεντρικούς δρόμους είναι αναποδογυρισμένα. Υπάρχουν εξεγερμένοι που σου δίνουν την εντύπωση πως μετακινούνται αέρινα ανάμεσα στα οδοφράγματα! Υπάρχουν διαδηλωτές που μαρτυρούν πως αυτή τη νύχτα
«η ποίηση βρίσκεται στους δρόμους». Οι αντιτιθέμενες πλευρές μάχονται με άνισα εφόδια. Τούβλα, μαδέρια και τα γνωστά γυάλινα μπουκάλια με τα στουπιά ενάντια στα ανυπόφορα δακρυγόνα, τα κανόνια με το νερό και τα ρόπαλα που κατεβαίνουν αδιακρίτως και με ορμή επάνω στους αυχένες και τα μέτωπα των διαδηλωτών. Απόψε οι εξεγερμένοι παροτρύνουν ο ένας τον άλλο: «Σ' αγαπώ!!! Ω! Πείτε το με τούβλα»! Απόψε οι πάντες έχουν ξεσηκωθεί και προτρέπουν: «Τρέξε σύντροφε, ο παλιός κόσμος είναι στο κατόπι σου»! Οι ένστολοι δεν είναι διατεθειμένοι να δείξουν οποιαδήποτε κατανόηση, πόσο μάλλον οίκτο. "Πουτάνα, θα σε κάνουμε να γυρίσεις όλο το Παρίσι γυμνή"! Φωνάζουν σε μία κοπέλα που την έχουν συλλάβει σχεδόν ημίγυμνη μέσα στην αναμπουμπούλα και τον πανικό.
  Το πλήθος της εξέγερσης φουντώνει. Οι φοιτητές νουθετούν.
«Διαβάστε λιγότερο, ζήστε περισσότερο»! Σύντομα ακολουθούν εργάτες και μικροαστοί, όσοι δηλαδή νιώθουν να είναι παραμελημένοι. Οι φοιτητές τους συμβουλεύουν: «Εργαζόμενε: είσαι 25 χρονών αλλά το συνδικάτο σου είναι του προηγούμενου αιώνα». Μαζί τους συμβαδίζουν ακόμη και εκείνοι που μπορεί να είναι εύποροι αλλά αισθάνονται μέσα στην εργασία τους να ασφυκτιούν. Νιώθουν τα βιώματα τους να μην τους επιτρέπουν να πραγματώσουν την «απόλαυση χωρίς όρια. Την ζωή χωρίς νεκρό χρόνο». Όλοι αυτοί αντιλήφθηκαν αυτό που τους λέει επιτέλους ο τοίχος: Αγοράζουν την ευτυχία σου... Κλέψ' την!



 

Σαρανταπέντε χρόνια μετά και δεν έχει περάσει ούτε ένας Μάης δίχως να μας θυμηθούν!


* Ο τίτλος του ποστ είναι μία φράση του Neal Ascherson.

Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

Υπάρχει φιλόσοφος Αλαίν Μπαντιού;


Στον κόσμο που δεν έχει διαβάσει ποτέ φιλοσοφία επικρατεί η αντίληψη ότι πρόκειται για κάτι το σιβυλλικό και σε τελική ανάλυση ακατανόητο. Μικρό ώς εδώ το κακό· το χειρότερο είναι ότι συχνά τείνουν να εφαρμόζουν αυτό τον συλλογισμό και αντίστροφα: ό,τι τους φαίνεται συβιλλικό και ακατανόητο πρέπει να είναι φιλοσοφία... Το πραγματικά καταστροφικό, τώρα, είναι ότι εμφανίζεται μια μερίδα λογίων οι οποίοι, ενσωματώνοντας υπόρρητα τη διαστροφή της κοινής αντίληψης, αισθάνονται ότι για να καταξιωθούν φιλοσοφικά οφείλουν να είναι σιβυλλικοί και ακατανόητοι και ότι, αν είναι τέτοιοι, μπορούν να χριστούν αυτοδικαίως φιλόσοφοι. Αυτό ίσως ενισχύεται από μια ψυχολογική ανάγκη που μοιάζουν να εκδηλώνουν ορισμένοι, οι οποίοι αντλούν προφανώς κάποιου είδους διαστροφική ηδονή επινοώντας αλλόκοτες κι εκκωφαντικά ηχηρές εκφράσεις, αβυθομέτρητης σημασίας, με τις οποίες κόβουν το αίμα τού απλοϊκού κοινού τους - κάνοντας τσιχλόφουσκα τη σύνταξη, ουσιαστικοποιώντας ρήματα, ρηματοποιώντας ουσιαστικά, αποκολλώντας και ανασυγκολλώντας προθέσεις με αφηρημένους ονοματικούς τύπους... Το έθος αυτό, ως γνωστόν, παρουσιάζει ενδημική εξάπλωση στην παριζιάνικη διανόηση, ιδίως σε εποχές όπως η δική μας όπου γίνεται όλο και σπανιότερο να έχεις κάτι να πεις, ωστόσο στην Ελλάδα έχει εξαρχής βρει ενθουσιώδεις μιμητές. Πρώτος διδάξας ήταν ο Γιώργος Βέλτσος, ο οποίος σιγά σιγά δημιούργησε σχολή: σήμερα διαθέτουμε έναν ολόκληρο αστερισμό μεταφραστών και μεταφρασεολόγων, διδακτόρων (κατά προτίμησιν του Παντείου και κατά προτίμησιν του Τμήματος Επικοινωνιών), ψυχαναλυτών ή «ψυχαναλυτών», επιφυλλιδογράφων στον Τύπο κι εκδοτών περιοδικών οι οποίοι διακονούν με προσήλωση το είδος.

Τέτοια είναι, δυστυχώς, η περίπτωση του Αλαίν Μπαντιού, στον οποίον επεφύλαξαν εσχάτως διθυραμβική υποδοχή στον Ελλάδα ως τον τελευταίον εν ζωή μεγάλο φιλόσοφο. Και είναι θλιβερό να βλέπεις έναν ξεμωραμένο γέρο να τον σέρνουν σε παράτες και εκδηλώσεις, τιμητικές εσπερίδες και συνεντεύξεις Τύπου και αυτός, με ύφος μακάριας αυταρέσκειας και με τη γενναιόδωρη καταδεκτικότητα οιονεί θεού, να ανοίγει το στόμα του και να φθέγγεται μνημειώδεις ασυναρτησίες. Το γεγονός συνοδεύτηκε από αλλεπάλληλες εκδόσεις παλαιότερων και πρόσφατων έργων του (φιλοσοφικών και πολιτικών, διότι ο Μπαντιού έχει γράψει επίσης μυθιστορήματα και θεατρικά έργα). Τα βιβλία αυτά στην πλειονότητά τους δεν διαβάζονται, και πιθανότατα δεν φταίει γι' αυτό η μετάφραση (μολονότι κατά τόπους ίσως έχει συμβάλει στην ακατανοησία): η «φιλοσοφική» του πρόζα θυμίζει τις παρλάτες των κωμικών του ελληνικού κινηματογράφου, όταν μιμούνται το ιδίωμα των «κουλτουριάρηδων» - κοντολογίς, βγάζει γέλιο. Προς τι, λοιπόν, όλη αυτή η φασαρία; Τελικώς λέει κάτι ο Μπαντιού, και τι είναι αυτό;

Ο Αλαίν Μπαντιού, γεννημένος το 1937 στη Ραμπάτ του Μαρόκου, ξεκίνησε τη θεωρητική του σταδιοδρομία ως μαθηματικός. Ο προσηλυτισμός του στον μαρξισμό έγινε υπό την επιρροή τού Λουί Αλτουσέρ, επιτονισμένη με ισχυρές, και ισόβιες, όπως φαίνεται, μαοϊκές συμπάθειες. Δεν είναι του παρόντος να σχολιάσουμε την πολιτική σημασία τού εγχειρήματος του Αλτουσέρ (ό,τι ο Καστοριάδης στη ριζοσπαστική του νιότη αποκαλούσε πνευματωδώς «νέο-πρώην-νέο-σταλινισμό»)· εν πάση περιπτώσει, ένα βιβλίο του γραμμένο εκείνη την εποχή (1970), που έτυχε να μεταφραστεί στα ελληνικά, η Διαλεκτική επιστημολογία (Καστανιώτης, 1972), είναι βιβλίο αρκετά σοβαρό και συγκροτημένο επιχειρηματολογικά, που πραγματεύεται κάτι συγκεκριμένο: τη διείσδυση της αστικής ιδεολογίας στα μαθηματικά μοντέλα που χρησιμοποιούνται στις κοινωνιομετρικές αναλύσεις - και σε αξιοσημείωτη απόκλιση, πρέπει να προσθέσουμε, από τον ίδιο τον Αλτουσέρ, ο οποίος αντιδιέστελλε δογματικά την «επιστήμη» προς την «ιδεολογία»... Το σαράκι τού μεγάλου στοχαστή φαίνεται ότι ξύπνησε στην ψυχή του Μπαντιού γύρω στα μέσα της δεκαετίας του '80, ύστερα από την καταβύθιση του τελευταίου θορυβώδους θεωρητικού ρεύματος που πρυτάνευσε στην παρισινή σκηνή έως τη δεκαετία του '70 και ορισμένοι συνόψισαν υπό την αμφίλογη έννοια του «μεταμοντέρνου», οπότε άρχισε να καταστρώνει και το πιο φιλόδοξο έργο του: Είναι και συμβάν (1988). Η σκέψη του έκτοτε περιστρέφεται γύρω από την ανάπτυξη της έννοιας του συμβάντος (evenement), που αυτός όσο και οι οπαδοί του θεωρούν την πιο προσωπική φιλοσοφική του συμβολή. Το «συμβάν» διαστέλλεται προς το Είναι, όπως το «γίγνεσθαι» διαστέλλεται προς το Είναι στον Χέγκελ, ο «χρόνος» διαστέλλεται προς το Είναι στον Χάιντεγκερ και το «μηδέν» διαστέλλεται προς το Είναι στον Σαρτρ: μέσα από τη ρητορική τού τίτλου, εμφανώς, ο Μπαντιού διεκδικεί μια ισότιμη θέση στη χορεία των παραπάνω στοχαστών. Τι περισσότερο έχει όμως να πει με την κατασκευή του;

Η προβληματική αυτή ξεκινάει από τον τρόπο που ο Χέγκελ χρησιμοποίησε τις τροπικές κατηγορίες του υπαρκτού/δυνατού για να παραγάγει όλο τον δυναμισμό που διέπει τα διάφορα επίπεδα του συστήματός του - τόσο στο πεδίο της λογικής έκπτυξης της Εννοιας όσο και στον αντεστραμμένο κόσμο της Φύσης, κι εντέλει της ίδιας της Ιστορίας. Η χειρονομία αυτή συνιστά την καρδιά της εγελιανής διαλεκτικής, πρέπει όμως να γίνεται κατανοητή υπό δύο διευκρινιστικούς όρους: πρώτον, το «Είναι» που γίνεται αντικείμενο άρνησης, εδώ εννοείται ως Είναι-διορισμένο· και, δεύτερον, η άρνηση του Είναι συνιστά πάντα διαλεκτική άρνηση (Aufhebung): δηλαδή, επανακαθορισμό του καθορισμένου, που αποδεσμεύει τις ενυπάρχουσες σε αυτό, αλλά μη ενεργοποιημένες ακόμα, δυνατότητες - άρση εδραιωμένων διορισμών που ανοίγει ένα (ορίσιμο μάλλον, παρά αόριστο, και πάντως πεπερασμένο) πεδίο εφικτών μετασχηματισμών. Στην ιστορικοποιημένη διαλεκτική του Μαρξ αυτό ακριβώς είναι το έργο της επανάστασης. Οταν ο Ερνστ Μπλοχ και ο Βάλτερ Μπένγιαμιν έδιναν σε αυτή την ιδέα έναν μεσσιανικό επιτονισμό, δεν έκαναν άλλο από να τονίζουν την αξιακή προτεραιότητα του ελευσόμενου έναντι του υπαρκτού, ως τέτοιου που υπάρχει. Κληρονόμοι της φαινομενολογικής παράδοσης, όπως ο Χάιντεγκερ και ο Σαρτρ, από την άλλη πλευρά, προσπαθούσαν να μεταγράψουν σε οντολογική γλώσσα αυτή την προτεραιότητα του καθορίσιμου (ύπαρξη) έναντι του καθορισμένου (ουσία), ενώ ο Μπεργκσόν αναδιέτασσε το ίδιο ζεύγμα υπό τη διαστολή του οργανικού/ζωικού προς το «ανόργανο». Υπόδειγμα του ανόργανου για τον Μπεργκσόν ήταν ακριβώς η λογιστική διάνοια, τα μαθηματικά, τα οποία επίσης για τον Χέγκελ αντιπροσώπευαν την κατώτερη, στατική μορφή τού νοείν (Verstand), η οποία αδυνατεί να συλλάβει το πέρασμα από το Είναι στο γίγνεσθαι.


Ξαναθέτω το ερώτημα: Τι έχει να προσθέσει σε αυτά ο Αλαίν Μπαντιού; Οταν στα δοκίμια που έχουμε μπροστά μας εξισώνει τα μαθηματικά με την οντολογία, λέει κάτι περισσότερο από τούτο τον κοινό τόπο στις μεγάλες φιλοσοφικές παραδόσεις του 20ού αιώνα; Εκείνο που απλώς επιχειρεί είναι, χρησιμοποιώντας όλα τα λογικά παράδοξα της σύγχρονης μαθηματικής, μοντέλα και θεωρήματα που ελάχιστοι καταλαβαίνουν και τα οποία δεν χρησιμεύουν σε κανέναν (εκτός από τους ίδιους τους μαθηματικούς, για να τους θυμίζουν τα όρια των αποβλέψεών τους), γαρνίροντας επιπροσθέτως αυτή την απόπειρα με εκκεντρικές έννοιες δικής του κοπής -η «υφαίρεση», το «γενολογικό» και άλλες τέτοιες πομπώδεις κενολογίες- ή με κοινόχρηστους όρους, όπως «αναποφάνσιμο», «μη διακρίσιμο» κ.λπ., στους οποίους νομίζει πως δίνει καινούρια σημασία, να υποδείξει μία έννοια αλήθειας αντιτιθέμενη σε όλες τις σημασίες που έχει λάβει ποτέ αυτή στη μακραίωνη χρήση της: κοντολογίς, μιαν «αλήθεια» τόσο ασύλληπτη, α-διανόητη, μη διακρίσιμη και ανεπίδεκτη διορισμού, που είναι ακριβώς σαν να μην υπάρχει! Ερώτημα: Και τι θα άλλαζε αν δεν είχαμε αυτή την έννοια; Μια «αλήθεια» που δεν διαφοροποιείται σε τίποτε από τον σχετικιστικό της αντίποδα, και μια «ηθική» που πρακτικώς δεν διακρίνεται από τον πιο καθαρό ντεσιζιονισμό (η «ελευθερία» του Σαρτρ -είμαι ό,τι οι πράξεις μου με κάνουν- έλεγε ήδη όλα όσα πάει να πει ο Μπαντιού με τον όρο «υποκειμενοποίηση», με το ασύγκριτο πλεονέκτημα ότι ήταν μια κοινή έννοια που όλοι καταλάβαιναν) είναι, για να το πούμε έτσι, τζάμπα το χαρτί και το μελάνι.

Στα δύο τελευταία κείμενα του βιβλίου, που είναι κείμενα αναφοράς, αντιλαμβάνεται πλήρως κανείς την έλλειψη γείωσης που μαστίζει αυτή τη σκέψη. Το κείμενο με τον παραπλανητικό τίτλο «Φιλοσοφία και ψυχανάλυση» ταυτίζει, όπως αποδεικνύεται, την ψυχανάλυση με τον Ζακ Λακάν, ενώ η φιλοσοφία δεν υπεισέρχεται παρά ως απελπισμένη απόπειρα του Μπαντιού να τιθασεύσει τις ανοικονόμητες σημασιολογικές ακροβασίες του Λακάν, υπερακοντίζοντας σε εννοιολογικές ακροβασίες που φαίνονται πολύ πιο γελοίες, επειδή ακριβώς τούς λείπει η διαβολική αίσθηση της ειρωνείας που διαθέτει ο ίδιος ο Λακάν. Εν τοιαύτη περιπτώσει, γιατί δεν το τιτλοφορούσε «Εγώ και ο Λακάν»; Στο κείμενο «Althusser, το υποκειμενικό στοιχείο χωρίς υποκείμενο», τέλος, επιχειρεί μία ακτιβιστική, αν μπορώ να το πω έτσι, ανάγνωση του Αλτουσέρ, η οποία μας επιτρέπει να ιχνηλατήσουμε τις πολιτικές εμμονές του Μπαντιού μεν, προδίδει κατάφωρα τον ίδιο τον Αλτουσέρ, την κληρονομιά τού οποίου διατείνεται πως διασώζει, δε. Στο πολιτικό πεδίο η έννοια του συμβάντος αντιδιαστέλλεται προς την έννοια του «γεγονότος»: το τελευταίο αντιπροσωπεύει την καταγεγραμμένη, τη «νεκρή», όπως θα λέγαμε, ιστορία, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη σκοπιά τής κυριαρχίας, δηλαδή του κράτους· το συμβάν τότε αντιπροσωπεύει την απρόοπτη ιστορική έλευση, τη ρήξη με το υπάρχον - με άλλα λόγια, την επανάσταση. Κατά ποία έννοια όμως αυτή η οπτική -η οποία δεν προσθέτει ούτε κεραία, πρέπει να θυμόμαστε, σε όσα ο Κύκλος της Φραγκφούρτης έλεγε ήδη από τα χρόνια του Μεσοπολέμου- συγγενεύει με τον Αλτουσέρ, έναν δεδηλωμένο υπέρμαχο της γραμμής συνδιαχείρισης (ή ειρηνικής «κατάληψης») του αστικού κράτους; Στο όνομα αυτής της γραμμής ο Αλτουσέρ και το κόμμα του δεν ελεεινολόγησαν τον Γαλλικό Μάη, τον οποίον τώρα ο Μπαντιού ανεμίζει ως λάβαρο του «κομμουνισμού» του;

Και για να γίνουν τα πράγματα χειρότερα, στο πολιτικό μανιφέστο του, που εκδόθηκε προσφάτως από τις ίδιες εκδόσεις (Η κομμουνιστική υπόθεση, Πατάκης 2008), ο Μπαντιού παραθέτει ως ένα από τα ορόσημα του ουτοπικού κομμουνισμού του, ισάξιο με την Παρισινή Κομμούνα και τον Γαλλικό Μάη, τι; Την Πολιτιστική Επανάσταση στη μαοϊκή Κίνα! Ισως προσεχώς σκεφτεί και τους Ερυθρούς Χμερ στην Καμπότζη! Ο άνθρωπος δηλαδή βρίσκεται σε πλήρη σύγχυση... Ρητόν: Μία τέτοια υπεράσπιση του «κομμουνισμού» είναι το καλύτερο δώρο που μπορεί να προσφέρει κάποιος στον ξαναζεσταμένο αντικομμουνισμό, τον οποίο σερβίρουν σήμερα οι παγκόσμιες ελίτ ως αντίδοτο στην κοχλάζουσα οργή των μαζών που συσσωρεύεται - όπως ακριβώς και μια τέτοια υπεράσπιση της «αλήθειας» είναι μουσική στα αυτιά του μεταμοντέρνου σχετικισμού, τον οποίο ο «φιλόσοφος» Μπαντιού, σαν άλλος Δαυίδ, ορθώνει το μικρό ανάστημά του για ν' ανασχέσει. 

Σάββατο 20 Απριλίου 2013

Ανθρωποφαγία


(εργασία πάνω στο έργο του Ιερώνυμου Μπος)

Ένα οργισμένο ποίημα

Ανθρωποφαγία
οι κόρες των ματιών τους
διαστέλλονται όταν οσμίζονται την απληστία.
Μπράβοι και επιστάτες,
σκιάχτρα για αποστάτες,
μπάτσοι να επιτηρούν αφ' υψηλού τους διαβάτες.
Μια κοινωνία ολόκληρη παθητικά ηδονίστηκε
με τις συνειδητές της φρεναπάτες.

Ανθρωποφαγία
Υπουργοί λογοκοπούν
βαφτίζοντας την ανομία.
Κι’ η αποστέρηση καλλωπισμένη,
πάντοτε φλέρταρε με σαδισμό την εργασία.

Οι γλώσσες στα στόματα ξεραίνονται
όσο οι μικροί αστοί με γλύκα γεύονται,
τις ματωμένες φράουλες.
Βιώματα αλέθονται,
οι συνειδήσεις νέμονται
βορά σε επηρμένους άνδρες.

Ανθρωποφαγία
Στα χωράφια πυροβολούν
στις ειδήσεις τους φλυαρούν.
Στα σαλονάκια λεξιθηρούν
(κανίβαλοι ανασταίνονται
και στις πλατείες περιφέρονται
για να τρομοκρατούν)
Δεν θέλουνε αυτόβουλους
τους χαρακτήρες που θα δρουν.
Θέλουνε μάρτυρες και υποτακτικούς,
ατομιστές που να μεμψιμοιρούν.

Οι ώρες της αφθονίας τους όμως, στέκουν(ε) μετρημένες
όταν τον ιλασμό θ' αποζητούν
οι ζωές από το φόβο τους θα είναι παγωμένες.



Υγ: Όταν το έγραφα άκουγα αυτό εδώ! :lol::lol:

Δευτέρα 15 Απριλίου 2013

Ο Σαλίφ Κεϊτά βουτά στον ωκεανό από βινύλια του Radio France!



Radio Vinyle #16 avec Salif Keita au micro de l... από radiofrance


Εορταστική ανάρτηση η σημερινή αφού σαν χθες ξεκίναγε την περιήγηση του στον θαυμαστό κόσμο των μπλογκ το μικρό ιστολόγιο στο οποίο είστε επισκέπτες. Και επειδή δεν έχω προετοιμάσει τίποτα (καμιά φλύαρη θεωρητικούρα ή έστω ένα ποιηματάκι βρε αδελφέ) προτιμώ να ποστάρω μία κουβεντούλα εν είδει συνέντευξης του Σαλίφ Κεϊτά στα πλαίσια ενός ειδικού μουσικού αφιερώματος του Radio France που παρουσιάζει ομολογουμένως ενδιαφέρον όχι μόνο για εκείνους που είναι κολλημένοι (σαν και του λόγου μου) με το βινύλιο, αλλά για όσα πράγματα αναφέρονται για την Δυτική Αφρική και την κουλτούρα της μέσα σε αυτή την συζήτηση. Το Radio France είναι το κρατικό ραδιόφωνο της Γαλλίας με ένα από το πιο εμπεριστατωμένα μουσικά αρχεία, κάτι αντίστοιχο του BBC ή της ΕΡΤ. Η κουβεντούλα εξελίσσεται πάνω στα ερεθίσματα που δίνουν οι μουσικές επιλογές του Κεϊτά και αφηγούνται το πως η μουσική μπορεί να στιγματίζει βαθιά τα βιώματα των ανθρώπων. Σε όσους και όσες μπορεί να μην γνωρίζουν ποιος είναι ο Σαλίφ Κεϊτά πρέπει να αναφέρω ότι η σημασία του για την σύγχρονη λαϊκή αλλά και παραδοσιακή μουσική του Μάλι είναι ας πούμε περίπου ανάλογη με την σημασία που έχει ο Ψαραντωνής για την κρητική παραδοσιακή μουσική ούτως ώστε να σχηματίσετε μία εισαγωγική εικόνα στο μυαλό σας. (Χωρίς αυτό να σημαίνει πως η δημιουργική δραστηριότητα μπορεί να μπει σε καλούπια που υπαγορεύουν τα οποιαδήποτε μέτρα σύγκρισης - κι' οι δυο τους είναι εκπληκτικοί μουσικοί, για διαφορετικούς όμως λόγους ο καθένας.) Καλή Ακρόαση, λοιπόν!

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Μικροί και σεξουαλικά φιλελεύθεροι στο φρόνημα σατράπηδες!


Ρενέ Μαγκρίτ: Εραστές, 1928

   «Ανωμαλία στις σεξουαλικές σχέσεις υφίσταται μονάχα όταν ο ένας από τους δύο ερωτικούς συντρόφους αρνείται ή δεν θέλει!» Αυτή την φράση μου είπε ένας φίλος σε μία κατ' ιδίαν κουβέντα που είχαμε ενόσω μου περιέγραφε τις εξελίξεις από ένα δικό του ιντερνετικό φλερτάκι. Σε μία πρώτη απόκριση του απάντησα πως έχει δίκιο, γιατί από την στιγμή που και οι δύο σύντροφοι συναινούν ελεύθερα στο τι θα επιλέξουν για την ικανοποίηση τους - επάνω στην ερωτική σχέση και ανεξαρτήτως φύλου - τότε και οι επιλογές τους είναι σαφέστατα δικός τους λογαριασμός! Με μια ωστόσο βασική κι' αναντικατάστατη προϋπόθεση: να έχουν αναπτύξει μια ώριμη προσωπική βούληση. Μία προσωπικότητα που θα έχει ολοκληρώσει την ψυχική της ωρίμανση.
     Όμως αυτήν την τελευταία που η αξία της είναι απολύτως καταστατική για να μπορεί η εναρκτήρια φράση του κειμένου να στέκεται σαν αξίωμα που διασφαλίζει την γνήσια ελευθερία των διαπροσωπικών σχέσεων δεν την ανέφερα κατά την διάρκεια της κουβέντας μας με αποτέλεσμα η αρχικά αθώα συνομιλία μας να καταλήξει σε μία έντονη λεκτική διαμάχη! Δίχως την ψυχική ωρίμανση ενός χαρακτήρα είναι αδύνατη οποιαδήποτε ελευθερία της επιλογής του και τον οδηγεί αναπόφευκτα επάνω σε ψυχαναγκασμούς. Σε αρκετές περιπτώσεις ο αδύναμος ψυχισμός έχει την εντύπωση πως τους έχει ξορκίσει, αυτοί όμως είναι μονίμως παρόντες. Η φράση διατυπωμένη σκέτη χωρίς την απαραίτητη διευκρίνιση της προϋπόθεσης της, μπορεί να λειτουργήσει σαν βολικό καταφύγιο σε κάθε ανώριμη προσωπικότητα κρύβοντας το γενεσιουργό αίτιο κάτω από το χαλάκι της πόρτας που την εισάγει στα ακατάβλητα πάθη! 
   Ο Χόρκχαϊμερ με τον Αντόρνο στην «Διαλεκτική του Διαφωτισμού» έχουν επισημάνει στα πλαίσια της πατριαρχικής συνθήκης που συνεχίζει να αφήνει επίμονα τα αυταρχικά της σύνδρομα επάνω στο σώμα της σύγχρονης εμπορευματικής κοινωνίας το εξής: «η πόρνη και η σύζυγος είναι συμπληρώματα της γυναικείας αυτοαλλοτρίωσης μέσα στον πατριαρχικό κόσμο: η σύζυγος προδίδει την ηδονή υπέρ της σταθερής οργάνωσης της ζωής και της ιδιοκτησίας, ενώ η πόρνη, κρυφή σύμμαχος της συζύγου, νέμεται ως νόμιμη κάτοχος αυτό που αφήνει ελεύθερο το ιδιοκτησιακό δικαίωμα κατοχής της συζύγου: πουλάει την ηδονή». (1) Και είναι ακριβώς αυτή η πολλά υποσχόμενη συνθήκη της σταθερής οργάνωσης που εξακολουθεί να διυλίζει την κατά τα άλλα "μοντέρνα" σερνική κουλτούρα στην επιλογή ενός υποτιθέμενα κατάλληλου θηλυκού συντρόφου με απώτερο και εξιδανικευμένο στόχο την δημιουργία οικογένειας. 
   Το συναντώ μονίμως στους συλλογισμούς ουκ ολίγων συνομηλίκων (30+) μου! Η ύπαρξη που πλασάρεται για ιδανική σύζυγος / σύντροφος, από μια κατά βάθος αποστειρωμένη πατριαρχική ηθική, είναι κατά κάποιον τρόπο εκείνη η γυναίκα που θα αφοσιωθεί στα του οίκου της και μόνο, που θα κάτσει ευλαβικά στα αβγά της αναλαμβάνοντας τα οικοκυρικά και γονεϊκά της καθήκοντα - παράλληλα αρκετές φορές και με την αφηρημένη εργασία της(2) - και θα λουφάξει στον προκατασκευασμένο ρόλο. Το εκπληκτικό στην υπόθεση αυτή είναι η αλληλουχία που παρουσιάζεται, με αφορμή την εξιδανίκευση της ιδεατής συζύγου, στη διαλογή της από την καθεαυτή ανδρική κρίση όπως εκφράζεται στερεοτυπικά πάνω στα πρότυπα του εργαζόμενου άνδρα. Ο άνδρας από την σκοπιά της εργασίας λογίζεται από μια δήθεν «ορθολογικοποίηση» της προσωπικότητας του. Είναι απολύτως προσηλωμένος στον στόχο του, αποτελεσματικός και πρακτικά γνωρίζει εκείνο που ακριβώς θέλει.(3) Έτσι γαλουχημένος με την αντίστοιχη συλλογιστική θεωρεί πως είναι απολύτως πεπεισμένος ως προς την κρίση του για την επιλογή της ιδανικής αγαπημένης. Κι' αν η εξαθλιωμένη εμπορευματική κοινωνία με την ολοένα αυξανόμενη επισφάλεια που κυριαρχικά επιβάλλει στις αποδεκατιζόμενες θέσεις εργασίας της, οι οποίες προαπαιτούν τις αναφερόμενες ιδιότητες ως ανδρικά χαρακτηριστικά, εξωθεί σιγά, σιγά και τον συγκεκριμένο τύπο άνδρα στο περιθώριο της, τουλάχιστον αυτός ο τελευταίος μπορεί να παραμένει σίγουρος για την ιδεατή επιλογή της συντρόφου του. 
     Και ποια είναι αυτή η επιλογή; Σίγουρα αποκλείει κάποιον συγκεκριμένο τύπο γυναικών. Εκείνο τον τύπο που υπαγορεύεται από σαφή εμπορευματικά πρότυπα εν είδει σεξοβόμβας και κάνει θραύση συνήθως στις γυναίκες λαϊκών μικροαστικών καταβολών. Αυτές οι γυναίκες συνηθίζουν να είναι ευπροσήγορες στον τρόπο ομιλίας τους και υπερτονίζουν τα θηλυκά τους κάλλη όπως είναι τα πόδια τους ή το μπούστο τους γι' αυτό και χαρακτηρίζονται από τον συμπλεγματικό ανδρικό κομφορμισμό προκλητικές. 
     Ας ξεκαθαρίσουμε όμως εδώ μία καθοριστική διάσταση του ζητήματος. Το να επιδιώκει μία γυναίκα να είναι όμορφη και θελκτική εμφανίζοντας σε κοινή θέα τα προαναφερόμενα ανατομικά χαρακτηριστικά του σώματος είναι απολύτως φυσιολογικό! (4) Η προσπάθεια της να δείχνει ποθητή, η θέληση της να την λαχταρούν εμπίπτει σε μία διαδικασία φυσικής επιλογής που υπαγορεύεται από την εξελικτική βιολογία. Το να χειραγωγείς την συγκεκριμένη επιθυμία των γυναικών αποκλειστικά στην βάση έκδηλων εμπορευματικών κοινωνικών σχέσεων που αναπαράγουν τις νεαρές κοπέλες ως κενόδοξες διαφημιστικές «γλάστρες», δηλαδή τις προωθούν σαν θεαματικά ανδρείκελα εν είδει μοσχοπουλημένου προϊόντος,(5) μας δίνει έναν ακόμη καλό λόγο για να ξεμπερδεύουμε οριστικά με την εμπορευματική κοινωνία και τα χάλια της. Το να ποινικοποιείς όμως την εμφάνιση τους και ταυτόχρονα το δισυπόστατο ανθρώπινο σώμα στην θηλυκή του υπόσταση ώστε να τις χαρακτηρίζεις ξέκωλα, τσουλιά ή πορνίδια εκφράζοντας την απέχθεια σου η οποία προέρχεται από έναν συμπλεγματικό ανώριμο ψυχισμό έχοντας μάλιστα για άλλοθι την θρησκόληπτη πατριαρχική συνθήκη περί ηθικών και ανήθικων γυναικών επειδή η τεστοστερόνη δεν ελέγχεται και χτυπάει τα κόκκινα ενός ζώου είναι απόλυτα καταδικαστέο. Ειδικά όταν έχουν προϋπάρξει αισχρά ηθικοπλαστικά σχήματα κοινωνικής αποθυματοποίησης των θυμάτων βιασμού που τα μετατρέπουν αυτόματα σε θύτες των «αθώων» δραστών.
    Έτσι αρκετοί ανώριμοι ψυχικά άνδρες μονίμως επιστρέφουν στην επιλογή του στερεότυπου της συνεσταλμένης ή χαμηλοβλεπούσας γυναίκας ως ιδεατό μοντέλο συντρόφου, ωστόσο αδύναμης να ανταπεξέλθει στον ρόλο της λάγνας ερωτικής παρτενέρ με βάση την τραυματισμένη αντίληψη τους. Αυτή η στάση συσχετίζεται πιο πολύ με την υπόθεση που αναφέρει ο Έριχ Φρομ στο εναρκτήριο κεφάλαιο στο βιβλίο του «Η Τέχνη της Αγάπης» πως η αγάπη συνήθως λογίζεται από τους σύγχρονους ανθρώπους ως πρόβλημα αντικειμένου και όχι ως πρόβλημα ψυχικής ικανότητας. Εάν λοιπόν η γυναικεία υπόσταση διακρίνεται σε δύο μονοδιάστατους χαρακτήρες όπου στον ένα αναγνωρίζεται ως σκοτεινό το ερωτικό αντικείμενο του πόθου και στον άλλο βρίσκεται η χωρίς συγκινήσεις λαμπρή σταθερότητα του συντροφικού ή συζυγικού βίου είναι γιατί ο μπλοκαρισμένος ανδρικός ψυχισμός ίσως δεν έχει μάθει να αναγνωρίζει ισότιμα το πολυδιάστατο ενός ανθρώπινου χαρακτήρα (εν προκειμένω του γυναικείου) και τείνει από φόβο και πατριαρχική προκατάληψη να τον παρερμηνεύει μονοσήμαντα επειδή μάλλον απωθεί οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία αμφισβητεί την δυναμική της αρσενικής του φύσης. Και μέσα στην ανασφάλεια του ενδεχομένως να θεωρεί πως διακινδυνεύεται η δική του υπεροχή. Στα μάτια του αυτό που ορίζει ως προκλητικό από την δική του αδυναμία να το διαχειριστεί είναι ένα αντικείμενο, ένα προϊόν. Και ένα προϊόν όπως εκείνος έχει ορίσει την προστυχιά δεν μπορεί παρά να πουλιέται και να αγοράζεται. Την συγκεκριμένη αγοραπωλησία μόνο ένα «είδος» γυναίκας είναι ικανό να την φέρει εις πέρας. Εκείνο της πόρνης!
    Μεταφρασμένη λοιπόν σαν αντικείμενο στην αντίληψη του και προκαθορισμένη ως προκλητική διότι παρομοιάζεται με μία πόρνη, η "μικροαστή σεξοβόμβα" δίνει την δυνατότητα στον μικρό κομπλεξικό σατράπη να καθυποτάξει αυτό που προσλαμβάνει ως απαγορευμένο και που μάταια αποζητά αλλά δεν μπορεί να το βρει αλλού: την ηδονή. Ο ελλειμματικός ψυχισμός του αποκρύπτει την ικανότητα να χαρεί την πολυπόθητη ηδονή χωρίς την διαμεσολάβηση των πατριαρχικών συνδρόμων.
   Όταν μάλιστα αυτός ο χαρακτήρας θεωρεί εσφαλμένα τον εαυτό του ακομπλεξάριστο άντρα τότε καλύπτει την ανασφάλεια του πίσω από την εναρκτήρια και ηθικώς φιλελεύθερη φράση (του εν λόγω κειμένου που διαβάζετε) όπως ακριβώς καλύπτει το λινό ύφασμα τα πρόσωπα των δύο εραστών στον πίνακα του Μαγκρίτ! Στα έργα του ο σπουδαίος Βέλγος κατόρθωσε να αποτυπώσει γλαφυρά την εντύπωση της ανθρώπινης αλλοτρίωσης. Συνήθιζε λοιπόν να αναπαριστά τα ανθρώπινα σώματα με κάποιο ύφασμα να πέφτει από πάνω τους και να τα καλύπτει όπως επίσης απεικόνιζε μακριές κουρτίνες με την μορφή αυλαίας που απλώνονταν μέσα στο χώρο ή κεφάλια τα οποία κρύβονταν κάτω από κουκούλες και πανιά για να υποδηλώσει πως ό,τι αποκρύπτεται σαν απωθημένο παραμένει πιο σημαντικό από εκείνο που είναι ανοιχτό σε θέα. Κατά τον ίδιο τρόπο και ο ανώριμος ανδρικός ψυχισμός που είναι εγωιστικά σίγουρος για την ηθικά φιλελεύθερη συμπεριφορά του θεωρεί πιο σημαντικό να κρύβει την ανασφάλεια του πίσω από την δεδηλωμένη διακήρυξη του τάχα μου ελευθέριου φρονήματος του αντί να δεχτεί την τραγικά απελπιστική έλλειψη ωριμότητας που τον διακατέχει!


Ρενέ Μαγκριτ: Συμμετρική πονηριά, 1928

 ΥΓ: Na ευχαριστήσω τον συνιστολόγο Ράκο Κουρελάριο που μου επέστησε την προσοχή στην ιδιαιτερότητα και τις λεπτές ισορροπίες που διέπουν ένα θέμα διαπροσωπικών σχέσεων.

----------------------------
Υποσημειώσεις:

(1) Βλέπε σελ:133 Διαλεκτική του Διαφωτισμού Μαξ Χόρκχαϊμερ & Τέοντορ Αντόρνο
(2) Αλήθεια, κι' αυτή η άμοιρη σε πόσους ρόλους είναι ανθρωπίνως δυνατό ν' αντέξει;
(3) Βλέπε: Aufstieg und Fall des Arbeitsmanns (Η άνοδος και η πτώση του εργαζόμενου άνδρα) του Νόρμπερτ Τρένκλε
(4) Και για όσους αγαπάμε το ωραίο φύλο ό,τι είναι φυσιολογικό πρέπει να θεωρείται και απολύτως θεμιτό!
(5) Παρθέτω ενδεικτικά μερικά αποσπάσματα όπως τα 4, 37 και 38 σχετικά με την μετατροπή των κυρίαρχων στερεοτυπικών ρόλων και συμπεριφορών σε ευπώλητα εμπορεύματα στην Κοινωνία του Θεάματος του Γκυ Ντεμπορ:
4
Το θέαμα δεν είναι ένα σύνολο εικόνων αλλά μία κοινωνική σχέση ατόμων διαμεσολαβημένη από τις εικόνες.
37
Ο ταυτοχρόνως παρών και απών κόσμος, που το θέαμα καθιστά ορατό, είναι ο κόσμος του εμπορεύματος, που κυριαρχεί σε ό,τι είναι βιωμένο Και έτσι, ο κόσμος του εμπορεύματος εμφανίζεται επίσης ως είναι, διότι η κίνηση του είναι ταυτόσημη με την απομάκρυνση των ανθρώπων μεταξύ τους και έναντι του προϊόντος τους στο σύνολο του 
38
Η απώλεια της ποιότητος, τόσο έκδηλη σε όλα τα επίπεδά της θεαματικής γλώσσας των αντικειμένων που εξυμνεί και των συμπεριφορών που ρυθμίζει, δεν εκφράζει παρά τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της πραγματικής παραγωγής που παρακάμπτει την πραγματικότητα: η μορφή-εμπόρευμα είναι καθ' ολοκληρίαν ταυτόσημη προς τον εαυτό της, η κατηγορία του προσωπικού. Αναπτύσσει το ποσοτικό και δεν δύναται να αναπτυχθεί παρά μόνον εντός αυτού. 
Παραπομπές:
α) Διαλεκτική του Διαφωτισμού ~ Μαξ Χόρκχαϊμερ & Τέοντορ Αντόρνο, Εκδόσεις Νήσος: 1996
β) Aufstieg und Fall des Arbeitsmanns  Zur Kritik der modernen Männlichkeit ~ Norbert Trenkle Gruppe Krisis, 2008
γ) Η κοινωνία του Θεάματος ~ Γκυ Ντεμπόρ, Εκδόσεις Διεθνή Βιβλιοθήκη: 2011
δ) Η Τέχνη της Αγάπης ~ Έριχ Φρομ, Εκδόσεις Μπουκουμάνη: 1978
ε) Magritte ~ Jacques Meuris, Publisher: Taschen, 1998 

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

Ο Σούπερμαν αποτρέπει μια αυτοκτονία!


Διότι και αι Λενινισταί (Μαρξισταί) θέλουν την μεταστροφή τους!

* Το ερέθισμα για το εν λόγω κόμικ προήλθε από το σχόλιο του πράκτορα 666 εδω, γι' αυτό και τον ευχαριστούμε θερμά!



Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

Κράτος ρεβανσιστικού δικαίου!



Φράνσις Μπέικον: Αυτοπροσωπογραφία με τραυματισμένο μάτι, 1972

   Ας υποθέσουμε, λοιπόν, πως ζούμε σε μία ευνομούμενη πολιτεία. Σε μία πολιτεία στην οποία δεν υπάρχουν ιδεοληπτικοί διαχωρισμοί μεταξύ των ενεργών πολιτών της. Σε μία κοινωνία όπου οι διακριτές ιδεολογικές προσεγγίσεις συνίστανται μόνο κατ' ευφημισμό απλώς για να διευθετούν με τον εργαλειακό ορθολογισμό τους τον τρόπο διαχείρισης των κοινωνικών ζητημάτων. Ο πρωταρχικός χειρισμός της επίλυσης κάθε προβλήματος είναι ο διάλογος. Σ΄αυτόν τον ευλογημένα πολιτισμένο τόπο οι υπήκοοι του συνεννοούνται μονάχα με την δύναμη της πειθούς δια μέσου του λόγου τους, έχουν παραμερίσει τους φανατισμούς και τα πάθη που αυτοί εξάπτουν ενώ έχουν θάψει για πάντα στο φέρετρο της ιστορίας τις μισαλλοδοξίες και τους κάθε λογής επιζήμιους διχασμούς. Οι καταφανείς αδικίες είναι λίγες και ας είναι έκδηλες οι οικονομικές ανισότητες μεταξύ των πολιτών. Εξάλλου οι ικανότεροι και οι καλύτεροι προοδεύουν εφόσον η ανέλιξη τους στηρίζεται στον μοναδικό δικαιοκρατικό παράγοντα: τον συγκριτικό ανταγωνισμό των ατομικών τους προτερημάτων που ρυθμίζεται από έναν απρόσωπο και γι' αυτό αλάνθαστο κριτή. Την ελεύθερη αγορά!
  Σε αυτήν την κοινωνία παρουσιάζονται κατά καιρούς και κάποιες δυσλειτουργικές παραφωνίες. Κάποια μέλη της που παραστρατούν από τον ίσιο δρόμο της νομιμότητας. Αυτά τα απολωλότα πρόβατα συνήθως διαπράττουν τις αποκλίνουσες συμπεριφορές έχοντας σαν κίνητρο την ευθιξία τους απέναντι στο υψηλό αίσθημα δικαίου που τους διακατέχει αλλά και την υπευθυνότητα που επιδεικνύουν απέναντι στο υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο. Έτσι σε κάποια έκρηξη δικαιοκρατικής οργής όταν πιάνουν στα πράσα κάποιον υπάλληλο τους να κλέβει τον κακοποιούν με μεσαιωνικής εμπνεύσεως βασανιστήρια για να αποδώσουν την πρέπουσα δικαιοσύνη και αφού έχουν συλληφθεί αφήνονται ελεύθεροι από τους θεσμικούς φορείς που έχουν επίσημα επιφορτιστεί την απόδοση της! Άλλοι πάλι βγαίνουν την νύχτα παγανιά και εμφορούμενοι από ένα αίσθημα φυλετικής ανωτερότητας στον πρώτο μελαψό ποδηλάτη που θα κλείσει τον δρόμο στην μηχανή τους με το ποδήλατο του, δεν αφήνουν περιθώρια αντίδρασης αλλά τον "ξαπλώνουν" χάμω με μαχαιριά! Ενώ είναι εμφανές ότι εφαρμόζουν την απόδοση της απολυταρχικής συλλογικής ευθύνης στον πρώτο τυχόντα πιθανώς για τα εγκλήματα και τις αμαρτίες κάποιων άλλων, εν τούτοις ο θεσμός της δικαιοσύνης αναγνωρίζει ίσως το πρότερο του έντιμου βίου τους και δεν συμπεριλαμβάνει στις κατηγορίες τους κάποιο ρατσιστικό κίνητρο. 
   Η ευνομούμενη κοινωνία αναγνωρίζει ως ελαφρυντικό σε αυτές τις δύο τυχαίες περιπτώσεις το απρόβλεπτο της ανθρώπινης υπόστασης των δραστών (ίσως το νεαρό της ηλικίας τους ή ότι τελούσαν εν βρασμώ ψυχής την ώρα που διέπρατταν τις αξιόποινες πράξεις). Βασίζει αυτό το ελαφρυντικό στο δικαίωμα αναγνώρισης του διακριτού χαρακτήρα του εκάστοτε προσώπου, έστω κι' αν αυτό εκτελεί μια παραβατική συμπεριφορά, ώστε να το προστατέψει από μια ενδεχόμενη κακή μεταχείριση της δικαστικής αρχής ενώ συγχρόνως αποκρύπτει τα προσωπικά του στοιχεία για να ελαχιστοποιήσει την πιθανότητα της διαπόμπευσης του από την αμετροέπεια που συνήθως διακρίνει τα μέσα ενημέρωσης ή την κοινή γνώμη. 
    Σε μια τρίτη περίπτωση κάποιοι άλλοι παραβάτες, ληστεύουν μια τράπεζα και στην προσπάθεια τους να διαφύγουν παίρνουν μαζί τους όμηρο κάποιον αθώο πολίτη. Μετά από την καταδίωξη τους και αφού είναι προφανές σε αυτούς ότι η διαφυγή τους είναι μάταιη, συλλαμβάνονται από τις διωκτικές αρχές και οδηγούνται ενώπιον της δικαιοσύνης. Εκεί οι συλληφθέντες ταυτοποιούνται ως συμμετέχοντες σε τρομοκρατική οργάνωση και δίνονται στην δημοσιότητα τα στοιχεία και οι φωτογραφίες τους ώστε να συγκεντρωθούν νέες πληροφορίες για την δράση τους ως τρομοκράτες πλέον. Με μια μικρή λεπτομέρεια όμως. Τους δράστες όπως είναι ολοφάνερο σε αυτές τις φωτογραφίες οι διωκτικές αρχές τους έχουν περιποιηθεί δεόντως! Γιατί αυτή η πρεμούρα της ιδιαίτερης περιποίησης όμως από την αστυνομία; Μα φυσικά επειδή οι συλληφθέντες δεν είναι απλοί υπόδικοι του κοινού ποινικού δικαίου αλλά στυγνοί τρομοκράτες. Κι' εκτός αυτού προέρχονται από εύπορες μεσοαστικές οικογένειες για να το παίζουν δήθεν επαναστάτες εν αντιθέσει με τα φτωχά λαϊκά παιδιά που επανδρώνουν τα σώματα ασφαλείας και παίζουν καθημερινά την ζωή τους κορόνα, γράμματα γι' αυτή την αχάριστη κοινωνία! Βέβαια κανείς δεν προειδοποιεί αυτά τα παιδιά ότι η συγκεκριμένη επιλογή για την επαγγελματική τους αποκατάσταση ενέχει το ρίσκο της απώλειας της ίδιας τους της ζωής οπότε και θα πρέπει να είναι προετοιμασμένα ώστε αυτό το ενδεχόμενο να το διαχειρίζονται ψυχολογικά (κάτι που ωστόσοείναι σχεδόν αδύνατο) αντί να βγάζουν τα σωρευμένα εξουσιαστικά απωθημένα τους έναντι δικαίων και αδίκων!
   Και στις τρεις προαναφερόμενες περιπτώσεις η απόδοση της δικαιοσύνης (που σημειωτέον δε είναι τυφλή έτσι όπως αρμόζει σ' ένα κράτος δικαίου) είναι πλέον μια τυπική διαδικασία. Η ίδια η κοινωνία με την εν γένει πολιτισμένη στάση της έχει αποδώσει τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. Στο πρώτο περιστατικό ο κλέφτης "έπαθε ακριβώς ό,τι του άξιζε να πάθει" από τα θύματα της κλοπής του που εξακολουθούν να κυκλοφορούν ακόμα ελεύθερα στις γειτονιές της Σαλαμίνας. Στη δεύτερη περίπτωση οι δράστες εφάρμοσαν την λογική του ρεβανσισμού που επιτάσσει η συλλογική ευθύνη με την σιωπηλή αποδοχή της αρρωστημένης συλλογιστικής τους από την θεσμοθετημένη Θέμιδα της κατεστημένης κοινωνίας. Και στην τρίτη η απάντηση στην ρεβανσιστική αντιβία, που υποτίθεται ότι αντιτίθεται στην απάνθρωπη βία της εξουσίας, είναι η εκδικητική μανία των δυνάμεων καταστολής απέναντι στους τρομοκράτες. 
   Και σαν να μην ήταν αρκετή αυτή η αδιέξοδη πολιτική της αστυνομικής αυθαιρεσίας έχει και την κάλυψη των πολιτικών της προϊσταμένων στο πνεύμα ρεβανσισμού που αποπνέουν οι δηλώσεις τους για ανοιχτούς λογαριασμούς από την μεταπολίτευση και έπειτα. Οι εν λόγω δηλώσεις που καθαγιάζουν με επιδεικτικά ανώριμο τρόπο το θρασύτατο πνεύμα μίας αμείλικτης τακτικής σε κάνουν να απορείς για το μέγεθος της μαλακίας και της ηλιθιότητας που βαράει αυτή την ασύγκριτη γενιά της μεταπολίτευσης. Διότι στο κράτος ρεβανσιστικού δικαίου που έχουν διαμορφώσει η μύγα τρώει σίδερο και το κουνούπι ατσάλι!