Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

Η Τουρκική «εξέγερση των δέντρων» πρέπει να τεθεί με όρους βιοπολιτικής!

Εικόνα από το δυστοπικό παρόν των μητροπόλεων μας.
«Σέβομαι τις γυναίκες που φορούν την ισλαμική μαντίλα, είναι δικαίωμά τους, αλλά θέλω και τα δικαιώματά μου να προστατεύονται. Δεν είμαι αριστερή ή αντικαπιταλίστρια. Θέλω να γίνω επιχειρηματίας και να ζήσω σε μία ελεύθερη Τουρκία», λέει η Έζρα,  μια νεαρή φοιτήτρια του μαθηματικού που διαδηλώνει σε συνθήκες προσομοίωσης μιας γενικευμένης εξέγερσης που λαμβάνουν χώρα εδώ και μία εβδομάδα στην Κωνσταντινούπολη. Και η Μπούζρα μια ακόμη διαδηλώτρια και νεαρή φοιτήτρια επίσης συμπληρώνει: «Φυσικά κι ανησυχώ και ξέρω ότι εδώ μπορεί να κινδυνεύω. Αλλά για μένα αυτό δεν είναι τίποτα σε σχέση με τον κίνδυνο να χαθεί η Τουρκική Δημοκρατία, οι ελευθερίες και το πνεύμα της».
   'Ηδη ακούω στα αυτιά μου να εγείρονται οι ανηλεείς ενστάσεις της συστημικά "χρήσιμης" Αριστερής μαλάκυνσης από την στιγμή που είναι εύθετο να θεωρηθεί ότι οι συνθήκες στην Τουρκία προσομοιάζουν σε μία εξέγερση χωρίς αυτή ουσιαστικά να είναι και ας μας δίνει αυτή την εντύπωση. Όμως τα λόγια των δύο κοριτσιών από το πλήθος των διαδηλωτών αφήνουν την κινητοποίηση γυμνή απέναντι στον απολυταρχισμό της κατεστημένης κοινωνίας. Ενώ κοντράρουν στα ίσια την βιωμένη αυταρχία του θεάματος, ενώ έρχονται αντιμέτωπες με τον σύγχρονο ολοκληρωτισμό και την αστυνομοκρατία ενός παντοδύναμου υλικοτεχνικού Λεβιάθαν (κράτους) οι διαδηλώτριες απαιτούν, θέτοντας το ως αίτημα, την πλήρη ελευθερία στην άσκηση των αστικών δικαιωμάτων τους! Με τέτοιες κοντόφθαλμες βλέψεις που λογίζονται ως θλιβερά κατάλοιπα από την θετικιστική πολιτισμική κληρονομιά η όψιμη εξέγερση έχει διαγράψει ήδη μια αδιαπραγμάτευτη αποτυχία.
  Εφόσον το ζήτημα τοποθετείται μέσα στο προνομιακό γήπεδο της ιδεολογίας των δικαιωμάτων, όπου εκείνοι που άρχουν τα ορίζουν με δεσποτική μονομέρεια, τίποτα δεν μπορεί να εξασφαλίσει την καθολική ελευθερία μας μέσα σε βιοπολιτικούς όρους. Ο Ραούλ Βανεγκέμ το έχει θέσει ούτως ή άλλως απερίφραστα: «η ιδεολογία της προόδου και της αλλαγής στην υπηρεσία του αναλλοίωτου - να το παράδοξο που τίποτα πια δεν μπορεί να το κρύψει από τη συνείδηση, ούτε και να το δικαιολογήσει μπροστά της». Όσο δεν δηλώνεται η αδήριτη ανάγκη της κοινωνικής σύγκρουσης που τίθεται ρητά σαν πρόβλημα εξουσίας, για να ξεφύγει από τα στρεβλά όρια του ακτιβισμού των αστικών δικαιωμάτων, τόσο ο ειλικρινής επαναστατικός αναβρασμός διακινδυνεύει να απομονωθεί στο περιθώριο των εξελίξεων. Σε μία κοινωνία που πλέον αποκλείει καταστατικά τους ανθρώπους από το δημιουργικό βίωμα της ίδιας τους της ζωής, χρεώνοντας τους μάλιστα εκτός από την αλλοτρίωση και την αχρηστία της αφηρημένης εργασιακής τους δύναμης, η επίκληση στα δικαιώματα της είναι ένα κακόγουστο αστείο.
   Η βιοπολιτική πλέον και η διάβρωση της εναπόκειται στην επιθυμία μας και τη θέληση μας να πάψουμε να εναποθέτουμε τις τύχες μας σε μία διακυβέρνηση (από πολιτικούς, τεχνοκράτες, επιστημονικούς συμβούλους και κάθε λογής επαγγελματίες δέσποτες) και να ξεκινήσουμε αυτόβουλα την δημιουργία της ίδιας μας της ζωής. Διότι όπως πολύ σοφά λέει ο Βανεγκέμ: «νεκροί είναι όσοι από εμάς αφήνονται να κυβερνηθούν!» 

(Γι' αυτό υπάρχει βέβαια και η αισιόδοξη πλευρά της Resistanbul! Μία μειοψηφία ανθρώπων που αρνείται την πεπατημένη των συντεταγμένων δικαιωμάτων που τίθενται τυραννικά από την κυριαρχία και μπορεί ίσως να αφήσει μέσα από την χαραμάδα της,* την επαναστατική κριτική να αντεπιτεθεί. Και μακάρι αυτοί οι γείτονες μας να διαψεύσουν κάθε δυνητική οπισθοδρόμηση!
* Αρκεί  βέβαια αυτή η χαραμάδα να μην στενέψει κι' άλλο από την ξύλινο λόγο της ταξικής πάλης.)