Πέμπτη, 30 Μαΐου 2019

Η «ευημερούσα» Γερμανία και η παγκόσμια άνοιξη των λαών εν έτει 2019!

Ο Πεπτωκώς, Βίλχελμ Λέμμπρουκ 1915-16

Αναδημοσίευση του συντακτικού σημειώματος (editorial) το οποίο συντάχθηκε από τον Τόμας Μέγιερ μέσα από το 16ο τεύχος της γερμανικής επιθεώρησης exit! που κυκλοφόρησε τον τρέχοντα Μάιο. Η μετάφραση στα ελληνικά δεν έχει γίνει από το παρόν ιστολόγιο, ωστόσο επιμελήθηκα ορισμένα σημεία της και έδωσα έμφαση (bold) σ' εκείνα που θεωρώ πως έχουν ουσιαστική σημασία.



          «Αν είναι να αφανιστούμε –πράγμα διόλου απίθανο- θα πρέπει να συμπεριφερθούμε έτσι ώστε να μην αφανιστούμε σαν να μην έχουμε υπάρξει ποτέ. Οι φοβερές δυνάμεις που είναι εναντίον μας αυτήν τη στιγμή έχουν βαλθεί να μας εκμηδενίσουν. Φυσικά και θέλουν να εμποδίσουν το να φανεί ότι υπήρξαμε, δηλαδή το να φανεί ότι έχουμε αφήσει τη σφραγίδα μας στον κόσμο, ότι έχουμε εκφράσει τις προθέσεις μας. Υπάρχει ένα πεδίο όμως όπου είναι ανίσχυροι: Δεν μπορούν με τίποτα να μας εμποδίσουν να συλλάβουμε εμείς με καθαρότητα τί στοχεύουμε και τί επιδιώκουμε: Ακόμη κι αν οι στόχοι μας δεν υλοποιηθούν, εμείς θα τους έχουμε θέσει ξεκάθαρα και συγκεκριμένα. Δεν ονειρευτήκαμε μάταια.»
    Simone Weil, Προλεταριακή επανάσταση, 25 Αυγούστου 1933[1]

   Όποιος δεν θέλει να μιλήσει για τον καπιταλισμό οφείλει να σιωπά και για τον φασισμό. Σήμερα, η φράση του Χορκχάιμερ ισχύει όσο και στην εποχή του. Μπορούμε μάλιστα να τη συμπληρώσουμε: Όποιος δεν θέλει να μιλήσει για τη φετιχιστική συγκρότηση της κοινωνίας του διαχωρισμού της αξίας, οφείλει να σιωπά και για τους κοινωνικούς αγώνες. Το κοινωνικό ζήτημα έχει αναμφισβήτητα επιστρέψει στο επίκεντρο της προσοχής, ειδικά μετά την εκλογική νίκη του Ντόναλντ Τραμπ πριν από δύο χρόνια. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που ισχυρίζονται ότι η λεγόμενη εργατική τάξη παραμελήθηκε για πολύ καιρό και ότι, όσο τα αριστερά-αστικά μεσοστρώματα παρέμεναν επικεντρωμένα στις «πολιτικές της ταυτότητας» και σε ζητήματα ΛΟΑΤ, οι εργάτριες και οι εργάτες στρέφονταν στον Τραμπ. Οι κριτικές αυτές ευσταθούν στον βαθμό που πράγματι η αστική Αριστερά ελάχιστο ενδιαφέρον έχει δείξει για τις κατώτερες τάξεις, για τους λεγόμενους working poor, των οποίων η φτώχεια είναι πλέον έκδηλη παντού (οι άστεγοι και οι συνταξιούχοι που συλλέγουν μπουκάλια για ανακύκλωση είναι πλέον θέαμα καθημερινό) και έχει μάλιστα αγγίξει προ πολλού τις παρυφές των μεσοστρωμάτων. Σφάλλουν όμως οι κριτικές αυτές όταν ισχυρίζονται ότι αιτία του ρατσισμού είναι η φτωχοποίηση των τελευταίων ετών, όπως διαρκώς τονίζει η (εθνικίστρια) σοσιαλίστρια Sarah Wagenknecht. Σφάλλουν και όταν λένε πως η Αριστερά πρέπει τάχα να ξεχάσει τα ζητήματα ταυτότητας, να υποβαθμίσει π.χ. την ομοφοβία ως πρόβλημα δήθεν δευτερεύον ή να την ανακηρύξει «προβλημα πολυτελείας», ώστε να επανέλθει επιτέλους στην εργατική τάξη και το ταξικό ζήτημα.[2] 
  Έτσι, τον τελευταίο καιρό ξαναγίνεται λόγος για «τάξεις» και για «κοινωνικό ζήτημα», χωρίς όμως ταυτόχρονα να διατυπώνεται η ανάγκη για μια κοινωνική χειραφέτηση που να στέκεται στο ύψος της σημερινής εποχής, που να εναντιώνεται δηλαδή στις νέες πραγματικές κατηγορίες της κοινωνίας του διαχωρισμού της αξίας. Χύνεται παλιό κρασί σε νέους ασκούς.[3] Θα ήταν βέβαια λάθος να μιλήσουμε για «επιστροφή» του κοινωνικού ζητήματος, αφού το κοινωνικό ζήτημα δεν εξαφανίστηκε ποτέ και το νέο κύμα μαζικής φτώχειας κυοφορείτο από καιρό.[4] Ο κύκλος μας έχει επισημάνει πολλές φορές την, αρχικά επαπειλούμενη και κατόπιν σταδιακά επιτευχθείσα, κατάρρευση της μεσαίας τάξης και τις ιδεολογικές της συνέπειες. Η κρίση οξύνεται διαρκώς κι αυτό σημαίνει ότι σήμερα εκδηλώνεται όλο και εντονότερα και στα κέντρα, ότι συχνά δηλαδή «έρχεται» από τις περιφέρειες κάτι που εκεί ήταν ήδη καθεστώς: Πρόκειται για «αργοπορημένη εξαθλίωση».
   Eν τω μεταξύ δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την κοινωνική υποβάθμιση, (η οποία βέβαια δεν μένει αναπάντητη, όπως δείχνουν οι αντιδράσεις και οι διαμαρτυρίες). Τα ενοίκια έχουν γίνει δυσβάσταχτα, πολλοί ένοικοι δίνουν σημαντικό μέρος του εισοδήματός τους για το ενοίκιο και η αύξηση των τιμών δεν έχει τελειωμό. Επιπλέον, πολλοί αναγκάζονται να μετακομίσουν σε μικρότερα διαμερίσματα, πληρώνοντας όμως περισσότερο απ’ όσο πριν. Εν ανάγκη επιστρατεύεται και μια διμοιρία ΜΑΤ. Σε αυτό το πλαίσιο συχνά υποστηρίζονται αιτήματα όπως το «δικαίωμα στη στέγαση», να σταθεροποιηθούν τα ενοίκια, να μην πέσει η κατοικία στα χέρια των «κερδοσκόπων» κ.ο.κ. Ωστόσο κάθε καλοπροαίρετο μέτρο τελικά περιλαμβάνει και νέους περιορισμούς στη χρηματοδότηση και οι όποιες υποσχέσεις για τόνωση της κοινωνικής στέγασης υλοποιούνται μόνον για όσους ούτως ή άλλως μπορούν να πληρώσουν. Η αντίδραση που θα ταίριαζε στην περίσταση θα ήταν να απαιτήσουμε τα υλικά αγαθά να αποδεσμεύονται εντελώς από τη λογική της χρηματικής αξίας όταν δεν μπορούν να κινηθούν στην αγορά με τα κριτήρια της καπιταλιστικής ανάπτυξης, (όταν δηλαδή δεν είναι ανταγωνιστικά). Επειδή όμως στην πραγματικότητα ο καπιταλισμός επαφίεται στην ανθρωποθυσία,[5] η ultima ratio, το κριτήριο στο οποίο τελικά ανάγονται όλα, είναι αυτό που επιτρέπει να καταστρέφονται αχρησιμοποίητα τα υλικά αγαθά, να πετιέται στα σκουπίδια το απούλητο ψωμί, να μένουν άδεια τα διαμερίσματα. Είναι το ίδιο κριτήριο που εγκληματοποιεί όσους το αμφισβητούν καταλαμβάνοντας άδεια σπίτια ή ανακαταλαμβάνοντας τα διαμερίσματα απ’ όπου τους έκαναν έξωση. Το εμπόδιο είναι οι άνθρωποι, λένε, αυτοί απειλούν δήθεν την ασφάλεια, όχι ο καταφανής παραλογισμός του καπιταλισμού. Ανά πάσα στιγμή (βλ. παρακάτω) μπορούν να επιστρατευθούν δικτατορικά μέτρα καταστολής: Δεν λείπουν οι καλοθελητές και τα μαντρόσκυλα. Η «μαχητική δημοκρατία» ξέρει να αμύνεται.
   O καλπάζων ρατσισμός οξύνεται: Ακούμε ότι για τους ηλικιωμένους που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας και για τους άστεγους ευθύνονται δήθεν οι πρόσφυγες, λες και η κοινωνική κατάσταση ήταν θαύμα πριν τη λεγόμενη «προσφυγική κρίση» (βλ. επιδόματα Hartz-IV, ενοικιαζόμενη εργασία), λες και θα περνούσαν καλύτερα οι μόνες μητέρες ή οι συνταξιούχοι αν δεν είχαν έρθει οι πρόσφυγες. Το σύνθημα για τα πογκρόμ τα δίνουν βέβαια οι ναζί του AfD [το ακροδεξιό λαϊκιστικό κόμμα Εναλλακτική Λύση για τη Γερμανία], που εκφράζουν την «ανησυχία» τους. Αντί για αλληλεγγύη, προτείνουν επιλογή ανθρώπων [κατά τη ναζιστική Menschenselektion]: Τέτοιος επιλεκτικός αποκλεισμός έγινε για παράδειγμα στην τράπεζα τροφίμων [συσσίτιο με εθελοντές διανομείς] της Έσσης στις αρχές του 2018, όπου αποφασίστηκε να σερβίρεται φαγητό μόνο σε «Γερμανούς». Υπάρχουν τεράστιες ανάγκες, αναμφισβήτητα. Αντί όμως η αλληλεγγύη να εκδηλωθεί με μια κινητοποίηση που θα διασφάλιζε ότι όλοι θα έχουν να φάνε, που θα έσπαζε τον αστικό «ιδεαλισμό της ανταλλαγής» και τουλάχιστον δεν θα επέτρεπε να πεταχτούν τρόφιμα στα σκουπίδια και θα αξιοποιούσε τα απούλητα εμπορεύματα, προβλήθηκε η έννοια της «σπάνης» ωσαν να ήταν γεγονός φυσικό και αναπόφευκτο. Δεν μας εκπλήσσει το ότι η Βάγκενκνεχτ [της Linke] υποστήριξε τις τράπεζες τροφίμων. Πολλοί βέβαια εξέφρασαν υποκριτικά τον αποτροπιασμό τους, ειδικά μάλιστα εκείνοι που είναι συνυπεύθυνοι για τα καταστροφικά αντικοινωνικά μέτρα που μας οδήγησαν εδώ (βλ. την πολιτική Agenda 2010 της κοκκινοπράσινης διακυβέρνησης). Αλλά ακόμη πιο ανειλικρινής είναι η υποτιθέμενη κριτική της Βάγκενκνεχτ, αφού φαίνεται να πιστεύει στα σοβαρά ότι αντιμετωπίζει την κατάσταση δείχνοντας «κατανόηση» για τέτοια ρατσιστικά μέτρα![6] 
   Ούτε λόγος φυσικά για στοιχειώδη κριτική του καπιταλισμού από τους πρωτεργάτες της φασιστικής οπισθοδρόμησης. Άντ’ αυτού, οι δυνάμεις της φρίκης, που δεν μπορούμε πια να αγνοήσουμε, στρέφονται πλέον ανοιχτά προς τον ρατσισμό, όπως φάνηκε στην επιδιωκόμενη «κοινωνική πολιτική» της ναζιστικής πτέρυγας του AfD[7] που παρουσιάστηκε στο κομματικό συνέδριο του AfD στο Άουγκσμπουργκ στις 30 Ιουνίου του 2018. Στην ομιλία του, ο Björn Höcke είπε:
           «Ας σκεφτούμε λοιπόν την αλληλεγγύη και την ταυτότητα μαζί, στην ενότητά τους, προπάντων ως ένα κεντρικό πολιτικό πεδίο που θα συναποφασίσει για το μέλλον τούτης της χώρας, στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής που χωρίζεται στους τομείς της υγείας, των συντάξεων και της πρόνοιας. Ας σκεφτούμε ότι αλληλεγγύη και ταυτότητα πάνε μαζί και τότε θα γίνουμε πραγματικά λαϊκό κόμμα και μάλιστα το μοναδικό λαϊκό κόμμα που έχει κάτι να πει για το μέλλον της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. [χειροκροτήματα] Έχω την ακλόνητη πεποίθηση, αυτή είναι και η βασική μου ανάλυση της θέσης μας στη Γερμανία, στην Ευρώπη, στον κόσμο, έχω την ακλόνητη πεποίθηση ότι το AfD θα παραμείνουν [sic] το κόμμα της κοινωνικής ειρήνης και ότι ως ενισχυμένο κόμμα της κοινωνικής ειρήνης θα φέρει [ενν. την κοινωνική ειρήνη;] στη συνείδηση των ανθρώπων σε τούτη τη χώρα [χειροκροτήματα].» [οι ασυνταξίες στο πρωτότυπο]
   «Κόμμα της κοινωνικής ειρήνης»! Καθόλου τυχαία διατύπωση. Το πώς φαντάζονται την «κοινωνική ειρήνη» το ανέπτυξε για παράδειγμα ένας άλλος ναζιστής του AfD, ο Andreas Winhart, σε προεκλογική του ομιλία στη Βαυαρία το φθινόπωρο του 2018:
          «Υπάρχουν απίστευτα πολλά κρούσματα HIV, το ξέρουμε, στη μαύρη Αφρική είναι. Αλλά κι εδώ κυρίες και κύριοι, έχουμε ξανά ψώρα, έχουμε ξανά φυματίωση. Θα ‘θελα να ‘ξερα τι θα γίνει αν με φιλήσει (!) ή αν βήξει επάνω μου κάποιος αράπης στη γειτονιά, θέλω να ξέρω, είναι ή δεν είναι άρρωστος, πρέπει να το εξακριβώσουμε αυτό αγαπητοί φίλοι. (…) Έχουμε τη μεγάλη ευκαιρία να στείλουμε το AfD στην κυβέρνηση του κρατιδίου της Βαυαρίας, να στείλουμε τη Μέρκελ για σύνταξη και τον στόλο του Σόρος, μαζί με τα σωστικά του πλοιάρια, να τον βουλιάξουμε στη Μεσόγειο (!!!) [χειροκροτήματα (τηλ. εκπομπή Heute-Show, 12 Oκτωβρίου 2018).
   Αρκεί το παράθεμα για να γίνει κατανοητό ότι πλανώνται οικτρά οι «αριστεροί» και οι αριστερο-φιλελεύθεροι που πιστεύουν ότι μπορούν να αγνοούν τον φασισμό. Σκοντάφτουν σε τραγικές αντιφάσεις προτρέποντας «επιτέλους, να ξανατεθούν στο επίκεντρο το κοινωνικό ζήτημα και οι ταξικοί συσχετισμοί», λες και μπορεί να διαχωριστεί ο ρατσισμός από το κοινωνικό-ταξικό ζήτημα! Ο Χέκε και το σινάφι του το ξεκαθάρισαν: Αλληλέγγυα ψίχουλα για τους «φυλετικά καθαρούς». Για τους υπόλοιπους, αυτούς που δεν εντάσσονται στην «εθνική γερμανική ταυτότητα» δεν έχει αλληλεγγύη, να πάνε να πνιγούν στη Μεσόγειο - και αθόρυβα αν γίνεται παρακαλώ.[8] 
   Οι επιπτώσεις της κρίσης είναι εμφανείς και στην κατάρρευση του συστήματος υγείας. Τα ποικίλα «προγράμματα δομικής προσαρμογής» ανέκαθεν έχουν οδηγήσει στη διακοπή κάθε ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης που δεν μπορεί πια να χρηματοδοτηθεί, όπως συνέβη επανειλημμένα τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα.[9] Κι εδώ η ιδιωτικοποίηση των νοσοκομείων, η εμπορευματοποίηση της δημόσιας υγείας οδήγησαν ακριβώς σε ένα σύστημα περίθαλψης πολλών ταχυτήτων, καθώς και στη λεγόμενη «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης», τη λεγόμενη διαθεσιμότητα, στον τομέα της υγείας. Φυσικά κάνουν οικονομία στους εργαζόμενους, γι’ αυτό και υπάρχουν τέτοιες ελλείψεις σε προσωπικό στην υγεία και την πρόνοια, γι’ αυτό και είναι πλέον καθημερινότητα οι υπερωρίες, που πλέον δεν μπορούν να εξισορροπηθούν με αντίστοιχες άδειες μέσα στη χρονιά – κι όλ’ αυτά με άθλιο μισθό από πάνω. Με τέτοιες καταστροφικές εργασιακές συνθήκες, μην μας εκπλήσσει που όλο και λιγότεροι θέλουν να δουλέψουν στην υγεία. Η «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης» της υγείας, όπως ονομάστηκε στα μήντια, ξέφυγε τόσο πολύ που άρχισε να βλάπτει σοβαρά την υγεία. Το κόμμα της Linke (Αριστεράς) διαμαρτυρήθηκε για τη διαθεσιμότητα με απεργίες και με την καμπάνια «Οι άνθρωποι πάνω από τα κέρδη - Να παύσει η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης»… Αναμενόμενο είναι βέβαια να μην βλέπουν στην κρίση της υγείας τη θεμελιώδη κρίση του καπιταλισμού, αλλά να την αποδίδουν στην ιδιωτικοποίηση και τον νεοφιλελευθερισμό.[10] Το να χρηματοδοτηθεί η υγεία παραπάνω και να προσληφθούν περισσότεροι άνθρωποι δεν τους περνάει από το μυαλό. Κάτι θα άλλαζε βέβαια αν π.χ. γινόταν κάπως καλύτερη διαχείριση των οικονομικών πόρων, σίγουρα έχουν νόημα και είναι απαραίτητοι οι αγώνες για υψηλότερους μισθούς και ανεκτές συνθήκες εργασίας. Για να λειτουργήσουν όμως οι χρηματοδοτήσεις και οι αλλαγές στη διαχείριση θα πρέπει να πηγαίνει ρολόι και η κρατική οικονομία. Προϋπόθεση για κάτι τέτοιο είναι φυσικά να παραμείνει η αγορά της Γερμανίας παγκόσμια πρωταθλήτρια με υψηλή ανταγωνιστικότητα (όπου μεγάλο ρόλο παίζει και ο γιγαντωμένος τομέας των χαμηλόμισθων) – κι αυτό αργά ή γρήγορα θα τελειώσει.
   Ωστόσο, οι εμμενείς, θεσμικοί κοινωνικοί αγώνες, οι αγώνες για τα «συμφέροντα των εργαζομένων» έχουν τα όριά τους στις εσωτερικές αρθρώσεις της καπιταλιστικής αξίας: Στερούνται αντικειμένου και νοήματος μόλις η παραγωγή και η αναπαραγωγή παύουν να έχουν τη μορφή μισθωτής εργασίας ή χρηματικής απόδοσης. Γι’ αυτό και πρέπει να ξεπεράσουμε την οπτική γωνία του «εργαζόμενου» σε αυτούς τους αγώνες: Οφείλουμε να διεκδικούμε για όλους την άμεση πρόσβαση στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, τη στέγαση, τη σίτιση, ανεξάρτητα από οποιουσδήποτε χρηματο-οικονομικούς περιορισμούς κι επιφυλάξεις. Ο Robert Kurz είχε γράψει σχετικά: «Η ευρεία και γενικευμένη αντίληψη για το κοινωνικό συμφέρον, αντίληψη που θα υπερβαίνει το νεωτερικό εμπορευματικό σύστημα, μπορεί να νοηθεί μόνον ως “μετα-συμφέρον”, δηλαδή ως ανάπτυξη μιας έννοιας για το συμφέρον που αντιμάχεται ευθέως την καπιταλιστική μορφή του συμφέροντος. Αυτό θα σημαίνει ότι δεν θα χρειάζεται πια να εξαναγκάζεται από τον αστικό ανταγωνισμό σε αέναους «αγώνες συμφέροντος» - κι αυτό μπορεί να συμβεί μόνον με τη εκ θεμελίων καταστροφή της καθεστηκυίας τάξης».[11] 
    Σε άλλο σημείο γράφει ο Κουρτς: «Tι δυνατότητες αντίστασης υπάρχουν ενάντια στη μεγαλειώδη υπαναχώρηση του πολιτισμού; Σαφώς και δεν αρκούν πλέον οι μικρο-διεκδικήσεις στον αποδυναμωμένο τομέα των κοινωνικών υπηρεσιών. Μπορεί η κρίση να μην καθορίζεται από κάποια αντικειμενική λογική, μπορεί σε κάθε κατάσταση να ανοίγονται πεδία δράσης όπου κάτι θα διεκδικήσουμε και κάτι θα κερδίσουμε. Αυτό όμως οφείλει να σχετιστεί με ένα ευρύ κοινωνικό κίνημα που να είναι ικανό να ξεπεράσει την πανταχού κυρίαρχη νοοτροπία της ανταγωνιστικότητας για να προωθήσει τα αιτήματά του, ακόμη κι αν δεν πρόκειται έτσι να ξεπεραστεί η κρίση ως τέτοια, ως κρίση δηλαδή που έχει τις ρίζες της στις συστημικές αντιφάσεις της αφηρημένης εργασίας και τον συνακόλουθο διαχωρισμό των φύλων. Αλλά για να γεννηθεί ένα τέτοιο κίνημα χρειάζεται σκληρή καθημερινή μάχη ενάντια στον κοινωνικό δαρβινισμό, τον σεξισμό, τον ρατσισμό και τον αντισημιτισμό σε όλες τους τις εκφάνσεις. Η κρίση μπορεί να πάρει τη μορφή μιας νέας κοινωνίας μόνον εφόσον η “εμμενής” αντίσταση των διεκδικήσεων διανοίξει την προοπτική ενός άλλου τρόπου ζωής και παραγωγής, πέρα από την εμπορευματική κοινωνία της πατριαρχίας και πέρα από τον κρατικό σοσιαλισμό. Ο ορίζοντας της κοινωνίας θα ανοίξει αν ανοίξουμε τον ορίζοντα της σκέψης προς μια ριζοσπαστική κριτική – αντί να αφήσουμε την κρίση να μας καταβροχθίζει καθημερινά.»[12] 
   Στον αντίποδα αυτής της σκέψης βρίσκεται ο λεγόμενος διάλογος για το χωρίς όρους βασικό εισόδημα.[13] Η ιδέα του βασικού εισοδήματος ανήκει στον Milton Friedman, γνωστό για την πρόθεσή του να εξαλειφθούν όλες οι άλλες μορφές πρόνοιας. Αν το βασικό εισόδημα έδινε τέλος στα μέτρα καταστολής κατά των ανέργων (όπως το Hartz ΙV), θα το υποστηρίζαμε ευχαρίστως. Κι εδώ όμως ισχύει το κριτήριο των χρηματοδοτικών επιφυλάξεων... Πρόσβαση στο βασικό εισόδημα θα είχαν μόνον οι «Γερμανοί υπήκοοι», κάτι που απλώς θα αναζωπύρωνε το ανθρωποκυνηγητό στο εσωτερικό της κοινωνίας. Ακόμη κι αν ορισμένοι οπαδοί του μέτρου έχουν αντιληφθεί ότι η παραγωγή του πλούτου έχει αποκοπεί από τη μισθωτή εργασία και ότι το επιτυχημένο «ιστορικό προσλήψεων» είναι πλέον εξαίρεση για τους εργαζόμενους, το βασικό εισόδημα μπορεί να ερμηνευθεί και ως ένα είδος εθελότυφλης άρνησης της κρίσης: Πώς γίνεται, παρά τη μαζική ανεργία, να παραμείνει ενεργή σε χρηματική μορφή η προϋπόθεση της ανθρώπινης ζωής; Το χωρίς όρους βασικό εισόδημα είναι μέτρο προσομοίωσης μιας «κοινωνίας της μισθωτής εργασίας χωρίς εργασία», όπου, ιδανικά, οι χίπστερς θα συνέχιζαν να πίνουν τα τονωτικά τους ροφήματα κι όλα θα παρέμεναν ίδια. Το ίδιο ισχύει και για το «Χαρτζιλίκι του Πολίτη» (Bürgergeld).
   Όπως συχνά και ποικιλοτρόπως τονίζουμε σε αυτό το περιοδικό, το «δημοκρατικό κράτος δικαίου» δεν γνωρίζει άλλο τρόπο αντιμετώπισης της κρίσης, της κοινωνικής κατάρρευσης και της εξαχρείωσης της «κοινωνίας των πολιτών», από τα κατασταλτικά μέτρα. Το ίδιο μοντέλο συμπεριφοράς συναντάται καθ’ όλη την ιστορία του καπιταλισμού. Τουλάχιστον από την 11η Σεπτεμβρίου του 2001 και μετά παρατηρείται μια τρομερή αναβάθμιση των συστημάτων ασφαλείας στα κράτη του καπιταλιστικού πυρήνα.[14] Τις τελευταίες δεκαετίες έχει αναπτυχθεί στις ΗΠΑ, την «καρδιά της ελευθερίας στη Δύση» μια πραγματική βιομηχανία εγκλεισμού. Η κοινωνική απόρριψη αντιμετωπίζεται με φυλακή: Το μεγαλύτερο μέρος των φυλακισμένων στις ΗΠΑ εκτίει ποινές για κλοπές και ναρκωτικά, όχι για βίαια εγκλήματα. Τα βίαια εγκλήματα όμως τονίζουν πάντα οι προπαγανδιστές της ασφάλειας όταν οι δρόμοι «πρέπει να ξαναγίνουν ασφαλείς» με την αύξηση του εξοπλισμού της αστυνομίας και τη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της.[15] Διαπιστώνουμε ότι από τα τέλη της δεκαετίας του ‘70 οι ποινικές πρακτικές έχουν απομακρυνθεί από την αρχή της «επανακοινωνικοποίησης» και στρέφονται ολοένα και περισσότερο προς την τιμωρία και τον εκφοβισμό.[16] Ωστόσο, στις συνθήκες της κρίσης τα μέτρα επανακοινωνικοποίησης, όπως η ένταξη στην αγορά εργασίας, δεν πιάνουν και το ποινικό σύστημα κινδυνεύει να αυτοακυρωθεί, αφού και τα κατασταλτικά του μέτρα συνεχώς πέφτουν στο κενό. Επιπλέον, η ίδια η αστυνομία αποτελεί μόνιμη απειλή για τη δημόσια ασφάλεια, όπως αποδεικνύουν οι πάμπολλες αναφορές για την αστυνομική βία.[17] Στο τέλος δεν θα ξεχωρίζει από τις «παρακρατικές τρομοκρατικές ομάδες», όπως δείχνει η δράση των δυνάμεων καταστολής στη λεγόμενη περιφέρεια. Ας μην απορούμε που οι αρμοδιότητες του κατασταλτικού μηχανισμού (αστυνομία, μυστικές υπηρεσίες) όλο και διευρύνονται. Εδώ και χρόνια μάλιστα αναβαθμίζεται και τεχνικά, δηλαδή στρατιωτικοποιείται.[18] «Τολμήστε περισσότερο φασισμό!» - φαίνεται να είναι το σύνθημα. Με τα αστυνομικά μέτρα που επιβλήθηκαν σε ολόκληρη τη Γερμανία το 2018 και που σύντομα θα είναι σε πλήρη εφαρμογή έχει εγκαθιδρυθεί ένα κανονικό αστυνομικό κράτος - ορισμένες διατάξεις μέχρι τώρα τις συναντούσαμε μόνο σε δικατορίες.[19] Σύμφωνα με την οργουελιανή τους «νέα γλώσσα» εφιστάται ιδιαίτερη προσοχή στην «προληπτική δράση» των ειδικών δυνάμεων καταστολής μπρος στον «επαπειλούμενο κίνδυνο». Το πότε προκύπτει η ανάγκη για προληπτική δράση το αποφασίζει φυσικά η ίδια η αστυνομία. Στη Βαυαρία, από τον Αύγουστο του 2017 (λίγο μετά το G20) οι δυνητικοί παραβάτες, άνθρωποι που δεν έχουν διαπράξει κανένα ποινικό αδίκημα, αλλά που ενδεχομένως θα μπορούσαν να διαπράξουν, συλλαμβάνονται και τελούν υπό «προστατευική κράτηση» (κατά τη χιτλερική ορολογία), με άλλα λόγια μπορεί να κρατούνται μέχρι και τρεις μήνες χωρίς απαγγελία κατηγορίας και χωρίς δίκη. Δεν χρειάζεται να υπάρχει καν απόδειξη ότι έστω σχεδίαζαν κάποια αξιόποινη πράξη στο μέλλον. Με άλλα λόγια η «επαπειλούμενη παράβαση» δεν στοιχειοθετείται καν βάσει ενδείξεων για ενδεχόμενη παράβαση. Τρεις μήνες μετά το δικαστήριο έχει την ευχέρεια να παρατείνει την κράτηση (και σίγουρα θα βρεθούν και οι αντίστοιχες νομοτεχνικές ρυθμίσεις). Θεωρητικά κάποιος «δυνητικά επικίνδυνος» μπορεί να σαπίσει στη φυλακή χωρίς να έχει διαπράξει κανένα παράπτωμα. Επιπλέον, μπορεί να διαταχθεί «προστατευτική κράτηση» και για απλά πταίσματα.[20] Δικαίωμα στην αυτεπάγγελτη υπεράσπιση πάντως δεν έχουν οι δυνητικοί παραβάτες. Το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να προσκομίσει (ενδεχομένως απαλλακτικά) ελαφρυντικά για τον «προστατευόμενο» συλληφθέντα.[21] Πρόκειται ακριβώς για την «κατάσταση εξαίρεσης» η οποία, με τις νέες νομοθετικές ρυθμίσεις, γίνεται πλέον κανόνας. Οι πρώτοι που πλήττονται από την όξυνση της (ούτως ή άλλως φασιστοειδούς) δυνατότητας της αστυνομίας να βιαιοπραγεί ασύστολα είναι φυσικά οι πρόσφυγες.[22] Δεν θα σταματήσει όμως στους πρόσφυγες, όπως έδειξε η καταστολή της διαμαρτυρίας συνδικαλιστών και ακτιβιστών ενάντια στην κομματική συγκέντρωση του AfD στη Νυρεμβέργη (8 και 9 Ιουνίου 2018) και λίγο αργότερα στο Άουγκσμπουργκ.[23]
   Να σημειωθεί επίσης ότι την άνοιξη του 2018 υποτίθεται πως θα καταργείτο ένας νέος ψυχιατρικός νόμος που αφορούσε την αστυνομική μεταχείριση ανοικειοθελώς εγκλείστων. Άπαξ και ο συλληφθείς είχε εγκλειστεί σε ίδρυμα παρά τη θέλησή του, θεωρείται ψυχικά ασθενής και η αστυνομία τον μεταχειρίζεται ως εγκληματία του ποινικού δικαίου: Καταχωρείται σε λίστα, ελέγχεται η αλληλογραφία του, παρακολουθούνται τα τηλεφωνήματά του κ.ο.κ. Είναι σαφώς αδιαχώριστα το ένα από το άλλο τα δύο αυτά σώματα διατάξεων, αφού όλο και περισσότερο ψυχιατρικοποιούνται πολιτικές συμπεριφορές που «ξεφεύγουν από το κανονικό» [βλ. το σκάνδαλο της καταδίκης των τεσσάρων εφοριακών της Έσσης] και άλλωστε συχνά τονίζεται ότι στόχος και του ψυχιατρικού νόμου είναι η πρόληψη του εγκλήματος.[24]
   Η «αντίσταση ενάντια στη βία του κράτους», όσο ωραία και να ακούγεται, δεν έχει πάντα χαρακτήρα κοινωνικής χειραφέτησης ή ριζοσπαστικής κριτικής. Μπορεί κάλλιστα να είναι τμήμα φασιστικής κινητοποίησης που στρέφεται ενάντια σε κάποια μορφή «αστικού δικαιώματος» - τέτοιο είναι το παράδειγμα του Κινήματος των Πολιτών του Ράιχ [οι αυτοαποκαλούμενοι Reichsbürger, που δέχονται τα προπολεμικά σύνορα της Γερμανίας]. Επιταχυντής της βαρβαρότητας είναι συχνά η «συμμαχία του όχλου με την ελίτ» (κατά την έκφραση της Arendt), όπως έδειξε η δημοκρατική εκλογή του Μπολσονάρο, του Ντουέρτε κ.ο.κ. Ας το συγκρατήσουμε αυτό, θα μας χρειαστεί σε κάθε κριτική μας προς τη δράση των ΜΑΤ, ώστε να μην υποπέσουμε στην πλάνη ότι υπάρχει τάχα σύγκρουση μεταξύ «λαού» και «κρατικών κατασταλτικών μηχανισμών».
   H συνήθης δικαιολογία για την εγκαθίδρυση του αστυνομικού κράτους είναι οι δολοφονικές επιθέσεις και οι τρομοκρατικές ενέργειες. Ωστόσο το κράτος εξοπλίζει τους φρουρούς του πρώτον και κύριον για να προλάβει την κοινωνική αντίσταση στη γένεσή της, όπως έδειξε η σύνοδος κορυφής των G20 και οι συνέπειές της.[25] Όταν, μετά την τρομοκρατική επίθεση στο Παρίσι στις 13 Νοεμβρίου του 2015, επιβλήθηκε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, επί τη ευκαιρία διώχτηκαν και κάποιοι ριζοσπάστες αριστεροί.[26] Σύντομα η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης παρατάθηκε πολλές φορές μέχρι που έγινε μόνιμο καθεστώς. Όταν τελικά κηρύχθηκε η επίσημη άρση της, άφησε πίσω της, όπως ήταν αναμενόμενο, μέτρα ασφαλείας ιδιαιτέρως οξυμμένα.[27] Τον φασισμό τον γεννά δηλαδή η ίδια η δημοκρατία. Ο Αντόρνο είχε πει σχετικά ότι περισσότερο από τον φασισμό ενάντια στη δημοκρατία τον ανησυχεί ο φασισμός μέσα στη δημοκρατία.[28] Κατ’ επέκταση, ο φασισμός είναι η συνέχιση της δημοκρατίας με άλλα μέσα. Αυτό είναι σαφές αν λάβουμε υπόψιν ότι η κοινοβουλευτική δημοκρατία προϋποθέτει την υπαγωγή των πάντων στην κίνηση της καπιταλιστικής αξίας: Στην κρίση η περιβόητη δημοκρατία αναδιπλώνεται στον κατασταλτικό της πυρήνα. Όταν από το ένα ευρώ μπορούν να βγουν δύο, όταν δεν χρειάζονται πλέον άνθρωποι για το εργασιακό κάτεργο -όσο άθλια και ανούσια κι αν φαντάζει πλέον η δουλειά για τους όλο και λιγότερους τυχερούς- οι άνθρωποι μπορούν να πάνε να πνιγούν, δεν τίθεται θέμα δημοκρατικής διαχείρισης. Όλα είναι θέμα οικονομικής απόδοσης και τελικά η μόνη προτεραιότητα είναι η θέση του κάθε κράτους στον παγκόσμιο ανταγωνισμό.
   Τα τελευταία χρόνια η αστυνομική τρομοκρατία της δημοκρατίας στρέφεται μαζικά κατά των κοινωνικών αντιστάσεων. Το ίδιο και στην Ελλάδα και την Ισπανία. Στην Ελλάδα εκκενώνονται κατειλημμένα σπίτια, ειδικά μάλιστα αν στεγάζουν και πρόσφυγες. Αν συλληφθείς μπορεί μάλιστα να βασανιστείς κιόλας – όπως ακριβώς και στη στρατιωτική δικτατορία. Κάθε οργανωμένη αντίσταση αντιμετωπίζεται με υστερικές εκκλήσεις για τάξη και ασφάλεια. Κι όλ’ αυτά φυσικά συμβαίνουν και επί της αριστερής διακυβέρνησης του Σύριζα.[29] Παρόμοια είναι και η κατάσταση στην Ισπανία. «Τρομοκράτης» ανακηρύσσεται οποιοσδήποτε, ακόμη κι αν απλώς διαταράσσει τη δημόσια τάξη, π.χ. επειδή καταλαμβάνει έναν χώρο, ή προμηθεύεται τρόφιμα που δεν έχει αγοράσει με σκοπό την δωρεάν διανομή τους στον κόσμο. Κάποιοι μιλούν για επιστροφή στις μεθόδους του Φράνκο. Ο «Νόμος-Φίμωτρο» του 2015 καταργεί την ελευθερία της διαδήλωσης και την ελευθερία της γνώμης και προβλέπει πρόστιμο μέχρι και 600.000 ευρώ. Kι ενώ αυτά προστατεύονται από το σύνταγμα, η παράβαση θεωρείται πταίσμα οπότε και τη χειρίζεται απευθείας η αστυνομία κι έτσι παρακάμπτεται η δικαστική οδός.[30] Το πραγματικό πλαίσιο αυτού του νόμου είναι βέβαια οι πάμπολλες πορείες και καταλήψεις πλατειών ενάντια στη λιτότητα τα τελευταία χρόνια. Όταν το καθεστώς ξεμένει από «επιχειρήματα» ξαμολάει τα ΜΑΤ. Τελικά η μεγάλη προσφορά της δημοκρατίας είναι οι ένοπλες δυνάμεις ασφαλείας και οι παρανοϊκοί αντιτρομοκρατικοί νόμοι. Ύποπτος θεωρείται οποιοσδήποτε εντοπίζει μια αντίφαση, την εκφράζει πρακτικά ή λεκτικά, ή συνδέεται με οποιονδήποτε τρόπο με κάποιον που το κάνει. Η κατάσταση αυτή φτάνει στα άκρα της όταν αναλαμβάνουν πια τα ηνία εντελώς αποτρελαμένοι τύποι, που δεν τηρούν καν τα προσχήματα ότι δήθεν προασπίζονται τον πολιτισμό και ότι τα έκτακτα μέτρα εφαρμόζονται μόνον για σωθεί το κράτος δικαίου (όπως ακούμε συνεχώς στη Γερμανία[31]) ή για να «διασφαλιστεί η ελευθερία και η ασφάλεια των πολιτών», όπως το διατύπωσε ο Ραχόι όταν ήρε τον Νόμο-Φίμωτρο, όταν -ανοιχτά και χωρίς εξωραϊσμούς- οδεύουμε προς την απόλυτη βαρβαρότητα, όπως με τον Ντουέρτε στις Φιλιππίνες, ο οποίος με συνοπτικές διαδικασίες επικήρυξε για εκτέλεση [από τα αποσπάσματα των κεφαλοκυνηγών] τους (φερόμενους ως) χρήστες ναρκωτικών, παρομοιάζοντας μάλιστα τον εαυτό του με τον Χίτλερ: «Ο Χίτλερ έσφαξε τρία εκατομμύρια (!) Εβραίους... Σήμερα έχουμε τρία εκατομμύρια τοξικομανείς, (...) Ευχαρίστως να τους έσφαζα (!)... [εδώ μτφ. του αγγλικού slaughter]», με στόχο φυσικά «να πάψει το πρόβλημα στη χώρα μου και να σώσω την επόμενη γενιά από τον αφανισμό».[32] Και πράγματι χιλιάδες άνθρωποι εκτελέστηκαν. Ο παραλογισμός συνεχίζεται με τον εκλεγμένο ψυχοπαθή Μπολσονάρο στη Βραζιλία. Μοιάζει περισσότερο στον Ντουέρτε παρά στον Τραμπ (θα αρκούσε βέβαια να μοιάζει στον τελευταίο)... «Εννοείται» ότι είναι μισογύνης και ομοφοβικός ο Μπολσονάρο. Είναι και απροσχημάτιστα ωμός: Δηλώνει τη συμπάθειά του για τις στρατιωτικές δικτατορίες και λέει πως τα πράγματα δεν αλλάζουν με εκλογές, αλλά με εμφύλιο πόλεμο. Τα κοινωνικά κινήματα όπως το κίνημα των ακτημόνων [ενν. Το Κίνημα των Χωρίς Γη, MST] οφείλουν να αντιμετωπίζονται ως τρομοκρατικές οργανώσεις.[33]
   Τι θα κάνουν λοιπόν οι «ανήσυχοι» ναζιστές, όταν θα έχει φύγει η Μέρκελ και θα έχει καταρρεύσει η οικονομία χωρίς όμως να έχει επιστρέψει η χρυσή δεκαετία του ‘50; Θα επικηρύξουν για εκτέλεση τα «αριστερά μιάσματα» ή τους «ανώμαλους» που μιλάνε για κοινωνικό φύλο; Δεν είναι τόσο τραβηγμένο το σενάριο, όπως έδειξαν οι φαντασιοκοπίες και τα σχόλια διάφορων ναζί του AfD.[34] Κάπου θα ξεσπάσει ο ολοένα και αποθρασυνόμενος «μηχανισμός ασφαλείας» - το λεγόμενο «βαθύ κράτος».[35]
   Είναι σαφές ότι δεν είναι πια βιώσιμο το καπιταλιστικό καθεστώς. Η κρίση που εδώ και καιρό έχει εξαθλιώσει μαζικά την «περιφέρεια», είναι πλέον πραγματικότητα και στις χώρες του καπιταλιστικού πυρήνα. Οι τελευταίες νησίδες ευημερίας απειλούνται κι αυτές από τη φτώχεια. Το κράτος εξοπλίζει τις ειδικές δυνάμεις του και ταυτόχρονα υποφέρει από τα επισφαλή του οικονομικά. Έτσι κυοφορείται το ενδεχόμενο στο μέλλον η καταστολή να μην εκδηλώνεται στο πλαίσιο «της τάξης και της ασφάλειας» και η «δημόσια αταξία», η ανοιχτή βαρβαρότητα δηλαδή, να υπερισχύει κάθε προσπάθειας για «δημόσια τάξη».
   Στο τεύχος αυτό του exit! παρουσιάζονται κριτικές προσεγγίσεις μιας σειράς από ιδεολογικά ρήγματα που εκδηλώνονται σήμερα, εποχή όξυνσης των κοινωνικών ζητημάτων. Τα ρήγματα αυτά συμπίπτουν με την επιδιωκόμενη «αναγέννηση του εθνικού κράτους», όπως το θέτουν οι διάφοροι νεοδεξιοί και «ενιαιομετωπικοί» φασίστες [υπέρ της συνεργασίας εθνικιστών, ναζιστών, πατριωτών, οικογενειακών οργανώσεων, εκκλησίας, μμε κ.ο.κ.]. Συμπίπτουν επίσης με ένα είδος «θεολογικοποίησης» του μεταμοντέρνου Zeitgeist[36], όπως εκφράζεται από διάφορους φιλοσόφους (όπως ο Αγκάμπεν ή ο Μπαντιού) που επικαλούνται τον Παύλο. Να τονιστεί εδώ οπωσδήποτε ότι τόσο η εξαγρίωση των μηχανισμών ασφαλείας που αναφέραμε, όσο και η φασιστική στροφή, μπορεί να έχουν φτάσει σε νέα ύψη στα κέντρα της Δύσης, ωστόσο η πορεία τους προετοιμαζόταν για δεκαετίες. Η Σολτς σχολιάζει το άρθρο του Ρόμπερτ Κουρτς «Η δημοκρατία τρώει τα παιδιά της – παρατηρήσεις για τον δεξιό εξτρεμισμό» του 1993. Αναλύει κεντρικές θέσεις του κειμένου στις ποικίλες διαστάσεις τους (οικονομία, πολιτική, σχέσεις μεταξύ των φύλων κ.ά.) και εξετάζει την εξέλιξή τους σε διάφορους τομείς μέχρι το 2018. Ευσταθεί ακόμη, συμπεραίνει η Σολτς, ο κεντρικός ισχυρισμός του Κουρτς ότι η δημοκρατία και ο εθνικοσοσιαλισμός/φασισμός δεν αποτελούν μορφές δομικά αντίθετες, αλλά φιλοδοξίες που απορρέουν κι οι δυο από την αντίληψη ότι η δημοκρατία είναι η οργανωτική μορφή του καπιταλισμού, ακόμη κι αν δεν είναι το ίδιο πράγμα. Γράφει λοιπόν η Σολτς ότι σήμερα, μετά την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και την έκρηξη των ακροδεξιών ιδεολογιών, του αντίστοιχου λαϊκισμού και της ακροδεξιάς βίας που υποστηρίζονται και από τις αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις, αυτό που έλεγε τότε ο Κουρτς φανερώνεται πλέον σε όλη του την ένταση. Και καταλήγει ότι «η δημοκρατία ακόμη τρώει τα παιδιά της – σήμερα μάλιστα τα τρώει στην κυριολεξία».
   Στην κατακλείδα της η Σολτς ασκεί κριτική στο άρθρο του Daniel Späth “Querfront allerorten” (Ακροδεξιά μέτωπα παντού) που δημοσιεύθηκε στο 14ο τεύχος του exit! Θεωρεί ότι ο Σπετ δεν έλαβε υπόψιν την ανάπτυξη της ακροδεξιάς (το αργότερο) από την κατάρρευση του σοσιαλισμού του ανατολικού μπλοκ και την παρουσιάζει σαν να έπεσε από τον ουρανό τα τελευταία χρόνια. Έτσι ο Σπετ αγνοεί κάποιες ουσιαστικές διεργασίες (μεταξύ άλλων και αυτές που αναφέρει ο Κουρτς στο άρθρο του 1993), τις οποίες η Σολτς εξηγεί στο πλαίσιο της κριτικής του διαχωρισμού της αξίας. Ο Σπετ δεν περιλαμβάνει στην ανάλυσή του τις αλληλοεπικαλύψεις μεταξύ δεξιού και αριστερού πολιτικού φάσματος στο σημερινό μετωπικό Querfront και αντ’ αυτού επικεντρώνεται αποκλειστικά στα κοινά σημεία νεοδεξιάς και φιλελευθερισμού.
   Το κείμενο με τίτλο “Staatsgewalt vom Beginn der Neuzeit bis heute – Der Nationalstaat als Geburtshelfer und Dienstleister der Warenproduktion“ (Κρατική Βία από τις απαρχές της νεωτερικότητας μέχρι σήμερα: Το εθνικό κράτος ως μαμή και υπηρέτρια της εμπορευματικής παραγωγής) του Gerd Bedszent εξετάζει τους τρόπους με τους οποίους η Νέα Δεξιά διακηρύττει την επανίδρυση των εθνικοκρατικών δομών.
   Ο Μπεντσέντ ξεκινά με μια ιστορική ανασκόπηση, χαρακτηρίζει το κράτος σχετικά πρόσφατο κοινωνικο-οικονομικό μόρφωμα, προϊόν της πρώιμης νεωτερικότητας και αποτέλεσμα της στρατηγικής συμμαχίας των απολυταρχικών ηγεσιών με τους αστούς των πόλεων. Καθοριστική για την προϊούσα εθνική οικονομία υπήρξε η διπλή κυριαρχία κρατικής βίας και εμπορευματικής οικονομίας. Οι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί ήταν απαραίτητοι για να μετατραπούν οι πληθυσμοί σε λειτουργικά υποκείμενα της εμπορευματικής οικονομίας και για την εξομάλυνση των συγκρούσεων με τις ανταγωνίστριες εθνικές οικονομίες. Η σημερινή παγκόσμια κρίση στερεί από τους διοικητικούς μηχανισμούς των εθνικών κρατών το οικονομικό τους υπόβαθρο. Οι αποκρατικοποιήσεις που ακολούθησαν την κατάρρευση της οικονομίας είχαν καταστροφικές συνέπειες σε μεγάλα τμήματα της Αφρικής, της Ασίας, της λατινικής Αμερικής και της ανατολικής Ευρώπης και πλησιάζουν με καλπάζοντα ρυθμό προς τις ανεπτυγμένες περιοχές της δυτικής Ευρώπης και της βόρειας Αμερικής.
   Η δομική ανικανότητα των πολιτικών μηχανισμών να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της παγκόσμιας κρίσης ενθαρρύνει την ανάδυση σκοτεινών πολιτικών ρευμάτων που θέλουν να ταυτιστούν με τη δήθεν ηρωική εποχή του πρώιμου καπιταλισμού. Στον χοντροκομμένο κόσμο των ιδεών της ακροδεξιάς δεν υπάρχει χώρος για συζητήσεις περί οικονομικής ανάπτυξης. Τα αιτήματά τους περιορίζονται στον κατασταλτικό αποκλεισμό των θυμάτων οικονομικών συμφορών και στη φαντασίωση πολέμων αναδιανομής μετά το τέλος του κράτους. Το κύμα ακροδεξιάς βίας που χρόνια τώρα μαστίζει τη Γερμανία είναι ακριβώς μια τέτοια παράφρων προσπάθεια αντιμετώπισης της κρίσης.
   Όπως αποδεικνύει ο Μπεντσέντ, ούτε στη θεωρία δεν στέκει η φαντασίωση της ακροδεξιάς για μικρά μορφώματα εξουσίας, απομονωμένα από τον υπόλοιπο κόσμο… Χωρίς εξωτερική χρηματοδότηση τέτοια μορφώματα δεν μπορούν να επιβιώσουν κι αυτό δεν έχει να κάνει με την έλλειψη κράτους, αφού άνετα μπορεί να δημιουργηθεί μια προσομοίωση κράτους. Εξάλλου οι δραστηριότητες των ένοπλων ακροδεξιών ομάδων συμβάλλουν τελικά στην αποδυνάμωση του κρατικού μονοπωλίου της βίας. Η δράση δηλαδή των ακροδεξιών ενθαρρύνει τη διαδικασία διάβρωσης των κρατικών μηχανισμών βίας αντί να την αναχαιτίζει.
   Στις διαδικασίες κρίσης της καπιταλιστικής κοινωνικοποίησης η θρησκεία προσφέρει ποικίλες ευκαιρίες ευτυχίας, αποσυμπίεσης και καταφυγής. Κατά την πυρετώδη αναζήτηση θεραπειών, κάποιοι επικαλούνται τον άγιο Παύλο που έχει αποκτήσει πλέον νέα θέση στη φιλοσοφική σκέψη, π.χ. του Αλαίν Μπαντιού και του Τζιόρτζιο Αγκάμπεν. Στην έμπλεη μεσσιανισμού φιλοσοφική σκέψη τους αναφέρεται το κείμενο του Herbert Böttcher “Hilft in der Krise nur noch beten? – Zur philosophischen Flucht in paulinischen Messianismus“ (Μόνον η προσευχή μας έμεινε στην κρίση; Για τη φιλοσοφική καταφυγή στον παύλειο μεσσιανισμό)
   Το ενδιαφέρον του Μπαντιού επικεντρώνεται στον επαναστάτη Παύλο. Μέσω της αναγνώρισης του γεγονότος της έλευσης του Χριστού ο Παύλος αμφισβητεί τον ιουδαϊκό νόμο και την ελληνική σκέψη και γίνεται ο ιδρυτής μιας νέας οικουμενικής αλήθειας. Τούτη η αλήθεια γίνεται το θεμέλιο για τη συγκρότηση του ευσεβούς υποκειμένου. Από την κατάσταση απόλυτης αδυναμίας που βιώνει στον καπιταλισμό, το υποκείμενο ξαναγίνεται εκ του μηδενός και πάλι ικανό να δράσει μόνο και μόνο λαμβάνοντας την υπαρξιακή απόφαση να πιστέψει και να παραμείνει πιστό σε ένα γεγονός κενό περιεχομένου - και στην αλήθεια αυτού του γεγονότος.
   Ο Τζιόρτζιο Αγκάμπεν από την άλλη θέλει να ανακόψει την τροχιά της κατάστασης εξαίρεσης που έχει καταντήσει κανονικότητα. Με τη βοήθεια του Παύλου κατασκευάζει ένα μεσσιανικό υπόλοιπο που σπάει την τροχιά, καθώς και έναν «σωτήριο χρόνο, που μένει». Αυτά συγκροτούν το υπόβαθρο ενός νέου μεσσιανικού τρόπου ζωής «σαν να μην», με άλλα λόγια: μιας νέας ζωής στον καπιταλισμό, σαν να μην υπήρχε ο καπιταλισμός. Ενώ ο Μπαντιού επιχειρεί να θεμελιώσει μια ταυτότητα αλήθειας και υποκειμένου, ο Αγκάμπεν θέλει να φτάσει σε μια μη-ταυτότητα, που αποφεύγει κάθε περιεχόμενο και επικαθορισμό.
   Ο Μπέτχερ δείχνει πώς οι δύο φιλόσοφοι συνδέονται από την άρνησή τους να αναλύσουν τον καπιταλισμό ως «συγκεκριμένη ολότητα», όπως και η άνευ όρων επιστροφή σε προνεωτερικές παραδόσεις, επιστροφή που αποκλείει κάθε ιστορική τοποθέτηση και ως εκ τούτου κάθε συζήτηση περί σχέσεων εξουσίας. Πέρα από σφάλματα θεολογικής φύσης, αυτό οδηγεί και σε μια εργαλειοποίηση του Παύλου. Η φιλοσοφική επίκληση μιας θρησκευτικής μορφής αναδίδει μια μεταμοντέρνα θρησκοληψία με χαρακτηριστικά αυταρχισμού, μοιρολατρείας και εναντίωσης στη στοχαστική σκέψη. Συγγενεύει με τον φιλοσοφικό υπαρξισμό και τη θεολογική σκέψη που θέτει τη βεβαιότητα πάνω από τις υπαρξιακές εμπειρίες και επιδιώκει το τόλμημα της απόλυτης πίστης. Τελικά αποδεικνύεται εξίσου εχθρικό προς την κριτική σκέψη, εξίσου φονταμενταλιστικό με τα πνευματικά εμπορεύματα που προσφέρουν οι εκκλησίες και η αγορά του εσωτερισμού.
   Τα τελευταία χρόνια έχει ασκηθεί πολλή κριτική στην «πολιτική της ταυτότητας» αριστερών και αριστερών-φιλελεύθερων. H queer σκηνή βράζει, όπως έδειξε η έκδοση του Beißreflexe (Αντανακλαστικά της δήξεως) το 2017 κι άλλων τίτλων της σειράς βιβλίων Kreischreihe. Με την queer πολιτική ταυτότητας ασχολείται το κείμενο “Geschlecht zwischen performativer ›Spielmarke‹ und Biologisierung – Eine Kritik spätpostmoderner Queerness und der medizinische Diskurs um ‘Transsexualität‘“ (To φύλο ανάμεσα στο επιτελεστικό στοίχημα και τη βιολογικοποίηση: Κριτική της ύστερης νεωτερικής queerness και ο ιατρικός λόγος για την τρανς σεξουαλικότητα) του Thomas Meyer. Το κείμενο τονίζει ότι οι κριτικές που σήμερα απευθύνονται στους queer διατυπώθηκαν τη δεκαετία του 1990 από το φεμινιστικό κίνημα. Επισημαίνει πως η απαίτηση της queer σκηνής να γίνονται αποδεκτές όλες οι «αποκλίνουσες» ταυτότητες είναι κι αυτή προβληματική. Το επιχειρεί αναλύοντας τον ιατρικό λόγο για το φαινόμενο της τρανς σεξουαλικότητας. Θέλει να δείξει ότι μέσα από τον λόγο για την τρανς σεξουαλικότητα, η δυσφορία στο πλαίσιο του αναγκαστικού δυισμού των φύλων, η αποτυχία να ενταχθεί κανείς στις μονοσήμαντες κατηγορίες του φύλου έλαβαν ιστορικά τη μορφή ενός ιατροφαρμακευτικού και εντέλει χειρουργικού προβλήματος. Έτσι όμως δεν αμφισβητείται ο εξαναγκασμός του φύλου, αντίθετα, διαιωνίζεται και βιολογικοποιείται. Τελικά η μεταμοντέρνα χαλάρωση του κώδικα συμπεριφοράς των φύλων δεν άλλαξε και πολλά. Η πολιτική αποδοχής του queer κινήματος δεν είναι κι τόσο ριζοσπαστική, ειδικά μάλιστα στο πλαίσιο της εξαχρείωσης της πατριαρχίας (Ροζβίτα Σολτς) και των φασιστικών κινημάτων που προωθούν τους παραδοσιακούς ρόλους των φύλων.
   Στο τεύχος 14 του 2016 είχε δημοσιευτεί το κείμενο του Richard Aabromeit (πρώτο μιας σειράς που προτίθετο να ετοιμάσει) για την ιστορία του χρήματος. Το κείμενο “Geld ist doch klar – oder?“ (Χρήμα φυσικά – ή μήπως όχι;) δέχτηκε πολλή κριτική. Στη δημοσιευμένη του μορφή το κείμενο δεν πληρούσε τις απαιτήσεις της κριτικής του διαχωρισμού της αξίας. Φυσικά δεν μπορεί κανείς να περιμένει μια πλήρως επεξεργασμένη θεωρία της ιστορίας που να περιλαμβάνει την κριτική του διαχωρισμού της αξίας, ωστόσο, ακόμη κι ένα αποσπασματικό κείμενο οφείλει να μην υπολείπεται τουλάχιστον του κεκτημένου επιπέδου ανάλυσης. Στο κείμενο “Zur anhaltenden Aporie der Geschichte – Nachtrag zu ‘Geld – ist doch klar, oder?‘“ (Το επίμονο αδιέξοδο της ιστορίας: Επιλεγόμενα στο ‘Geld – ist doch klar, oder?‘) ο Tόμας Μάγιερ διατυπώνει ορισμένες θέσεις για μια φιλοσοφία της ιστορίας στο πλαίσιο της κριτικής του διαχωρισμού της αξίας και κατόπιν στρέφεται στα προβληματικά σημεία του κειμένου του Αμπρομάιτ.
   Στην συμβολή του με τίτλο “Zur immanenten Polarität bürgerlicher Geschichtstheorie“ (Η εγγενής πόλωση στην αστική θεωρία της ιστορίας) ο Jan Luschach αμφισβητεί, από την οπτική γωνία της κριτικής του διαχωρισμού της αξίας, ορισμένες αξιωματικές θέσεις της νεωτερικής θεωρίας της ιστορίας, όπως καταρρίφθηκαν τον 19ο αιώνα είτε με την εγελιανή μεταφυσική της προόδου, είτε με τον λεγόμενο ιστορισμό. Επιχειρεί να καταδείξει ότι και οι δύο θεωρητικές κατευθύνσεις κινούνται στο ίδιο πλαίσιο σκέψης καταλαμβάνοντας τους δύο πόλους της «έννοιας» και της «θεώρησης». Αν η τελεολογική και οντολογική φιλοσοφία της ιστορίας του Χέγκελ ιδωθεί ως πλήρης αυτονόμηση της έννοιας από το αντικείμενό της, τότε η σύλληψη της ιστορίας αφενός μοιάζει να μπορεί να πλησιάσει πολύ το αντικείμενό της, αφετέρου όμως απλώς υποστασιοποιεί τη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία και τίποτα παραπάνω. Χάνεται μέσα στην ίδια της τη θεώρηση και τη διαίσθηση, πράγμα που δυσχεραίνει τη συγκρότηση κριτικών εννοιών και όρων. Ανατρέχοντας στις σκέψεις για την ιστορία ως «ιστορία των φετιχιστικών σχέσεων», που πρωτοανέπτυξε στα κείμενά του ο Ρόμπερτ Κουρτς καταλήγοντας στη σύλληψή του της «ιστορίας ως αδιεξόδου» [απορίας][37], ο Λούσαχ συμπεραίνει πως, πέρα από τις ψευδο-εναλλακτικές συλλήψεις της ιστορίας, οφείλουν να αναλυθούν εκ νέου τα ζητήματα περί συνέχειας και ασυνέχειας, κοινών στοιχείων και διαφορών, μεταξύ καπιταλιστικών και προνεωτερικών σχέσεων.

      Το βιβλίο του Ρόμπερτ Κουρτς Weltordnungskrieg (Πόλεμος της Παγκόσμιας Τάξης) μεταφράστηκε μερικώς στα γαλλικά με τον τίτλο Impérialisme d‘Exclusion et Etat d‘Exception, Παρίσι 2018 απο τις εκδόσεις Divergences. Στα πορτογαλικά εκδόθηκε συλλογικός τόμος που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων το κείμενο “Die Krise des Tauschwerts“ (Κρίση της ανταλλακτικής αξίας) του Ρόμπερτ Κουρτς από τις εκδόσεις Consequência με τον τίτλο A Crise de Valor de Troca, Ρίο ντε Τζανέιρο 2018. Η μονογραφία του Anselm Jappe για τον Guy Debord επανεκδόθηκε στα αγγλικά: Ώκλαντ 2018, PM Press (α‘ έκδοση 1999). Το Ökomenischeς Netz Rhein-Mosel-Saar εξέδωσε συλλογικό τόμο για τα 25 χρόνια της ύπαρξής του στην Κομπλέντς (2018) με κείμενα μεταξύ άλλων των Χέρμπερτ Μπέττχερ, Ροζβίτα Σολτς, Ρόμπερτ Κουρτς και Λένι Βίσσεν. Επίσης οι εκδόσεις Heise ετοίμασαν ηλεκτρονική έδοση του βιβλίου του Tomasz Konicz Faschismus im 21. Jahrhundert – Skizzen der drohenden Barbarei (Ο φασισμός τον 21ο αιώνα: Το περίγραμμα της επαπειλούμενης βαρβαρότητας), όπου συγκεντρώνονται κείμενα που ασχολούνται με ποικίλες όψεις του εκφασισμού των σχέσεων τα τελευταία χρόνια.

Thomas Meyer για τη συντακτική ομάδα του exit! Noέμβριος 2018


[1] Simone Weil. Unterdrückung und Freiheit – Politische Schriften (Καταπίεση κι ελευθερία: Πολιτικά κείμενα), Mόναχο 1975, α’ έκδοση Παρίσι 1955, 136 κ.ε. 
[2]  Πρβλ. Emma Dowling, Silke van Dyk και Stefanie Graefe. “Rückkehr des Hauptwiderspruchs? - Anmerkungen zur aktuellen Debatte um den Erfolg der Neuen Rechten und das Versagen der ›Identitätspolitik‹” (Επιστροφή της βασικής αντίφασης: Σχόλια στον διάλογο για την επιτυχία της νέας δεξιάς και την αποτυχία της «πολιτικής της ταυτότητας», PROKLA – Zeitschrift für kritische Sozialwissenschaft, αρ. 188 (Gesellschaftskritik und 150 Jahre Kritik der politischen Ökonomie), Βερολίνο 2017, 411–420 
[3]  Βλ. τη συμβολή της Roswitha Scholz στο σεμινάριο του 2018 του exit!, exit-online.org. 
[4]  Βλ. τη ραδιοφωνική εκπομπή του Robert Kurz του 2006, https://www.freie-radios.net/14317. 
[5]  Αυτό είναι πρόδηλο στη λεγόμενη κλιματική πολιτική, πρβλ. Tomasz Konicz: Klimapolitischer Schwindel für Fortgeschrittene (Κλιματική πολιτική απάτη για προχωρημένους), Telepolis, 4 Νοεμβρίου 2018, καθώς και του ίδιου “Postkapitalismus ohne Verzicht” (Μετακαπιταλισμός χωρίς ενδοιασμούς), Telepolis, 11 Αυγούστου 2018. 
[6]  Matthias Meisner. “Wagenknecht verteidigt Essener Tafel” (Η Βάγκενκνεχτ υπερασπίζεται το Συσσίτιο της Έσσης), tagesspiegel.de, 26 Φεβρουαρίου 2018. 
[7] Για τη φασιστική ιδεολογία του Björn Höcke όπως παρουσιάζεται στο βιβλίο Nie zweimal in denselben Fluss (Δεν μπαίνεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι) πρβλ. Andreas Kemper: “Björn Höckes faschistischer Fluss – Der völkische Machiavellismus des AfD-Politikers” (Το φασιστικό ποτάμι του Björn Höcke: Ο λαϊκιστικός μακιαβελισμός του πολιτικού του AfD” , Graswurzelrevolution τ. 9/2018. 
[8] Παράδειγμα του πόσο χυδαία έχει γίνει η ωμότητα του ρατσισμού είναι ένα δημοσίευμα στην εφημερίδα Die Zeit στο οποίο συζητιόταν στα σοβαρά, αν είναι σωστό να σώζονται από πνιγμό οι ναυαγοί στη Μεσόγειο: Πρβλ. Tomasz Konicz: “Absaufen”- Pro und Contra (Να πά’να πνιγούν-Υπέρ και Κατά) Telepolis, 18 Ιουλίου 2018. 
[9] Πρβλ. π.χ. “Das Gesundheitswesen in Griechenland” (Η Υγεία στην Ελλάδα): https://www.freie-radios.net/63489, πρβλ. και: Tomasz Konicz: “Griechenland: Zu Tode gespart” (Ελλάδα: Αποταμίευση του θανατά), Telepolis, 20 Αυγούστου 2018. 
[10] Ωστόσο, οι απάνθρωπες πρακτικές τoυ ιατρικού «εξορθολογισμού» πράγματι απηχούνται στη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία: Ο Hayek, από τοις ιδεολογικούς ηγέτες του νεοφιλελευθερισμού, έγραψε τα εξής στο έργο του Die Verfassung der Freiheit (Η κατάσταση της Ελευθερίας) του 1960 (Gesammelte Schriften τόμ. 3) : «Μπορεί να ακούγεται σκληρό, αλλά ίσως να είναι για το συμφέρον όλων το ότι σε ένα σύστημα ελευθερίας οι πλήρως λειτουργικοί και ικανοί άνθρωποι (Erwerbsfaehigen) θεραπεύονται ταχύτατα από μια περαστική και ακίνδυνη ασθένεια με τίμημα τη σχετική παραμέληση των γηραιότερων και των βαρέως πασχόντων. Αντίθετα, σε κρατικά συστήματα υγείας συναντούμε γενικώς το φαινόμενο να πρέπει να περιμένουν για πολύ καιρό άνθρωποι που κανονικά θα ανακτούσαν πλήρως τις δυνάμεις τους πολύ σύντομα, επειδή οι εγκαταστάσεις περίθαλψης είναι κατειλημμένες από κόσμο που δεν μπορεί πια να προσφέρει τίποτε στους συνανθρώπους του» (405 κ.ε.) 
[11] Robert Kurz: Die Welt als Wille und Design – Postmoderne, Lifestyle-Linke und die Ästhetisierung der Krise, (Ο κόσμος ως βούληση και design: Μεταμοντερνισμός, Αριστερά του lifestyle και η αισθητικοποίηση της κρίσης), Βερολίνο 1999, 71. 
[12] Πρβλ. το κείμενο ›Unrentable Menschen‹ (Μη ενοικιαζόμενοι άνθρωποι) του Robert Kurz, 2006, exit-online.org. 
[13] Πρβλ. την ανακοίνωση του Κύκλου Ανάγνωσης Exit! του Αμβούργου στο σεμινάριο του 2018, exit-online.org, καθώς και τη ραδιοφωνική εκπομπή του Robert Kurz του 2006: https://www.freie-radios.net/13828 
[14] Οι μηχανισμοί ασφαλείας είχαν οικοδομηθεί βέβαια πολύ πριν την 11η Σεπτεμβρίου. Κάποιοι είχαν ήδη μιλήσει την όξυνση των μέτρων ασφαλείας πολλά χρόνια πριν. Η επίσημα πρόφαση για την όξυνση ήταν τότε το «οργανωμένο έγκλημα», στην πραγματικότητα όμως επρόκειτο για μέτρα ενάντια στα κινήματα αντίστασης και την Αριστερά . Πρβλ. π.χ. Rolf Gössner. Widerstand gegen die Staatsgewalt – Handbuch zur Verteidigung der Bürgerrechte, (Αντίσταση ενάντια στη βία του κράτους – Εγχειρίδιο υπεράσπισης των πολιτικών δικαιωμάτων), Αμβούργο 1988. Οι κριτικές ήταν συχνά πλουσιότατες σε υλικό, αλλά περιορίζονταν στην υπεράσπιση ενός ανύπαρκτου ιδεώδους αστικού ή αριστερο-φιλελεύθερου. Δεν αναγνώριζαν τον θεμελιώδη χαρακτήρα της δημοκρατικής κυριαρχίας, αντίθετα, αντιπαρέθεταν τη Δημοκρατία στην κυριαρχία του καπιταλισμού. 
[15] Πρβλ. Thomas Meyer: Überwachen und Strafen – Zum demokratischen Staatsterror in Zeiten des Neoliberalismus, (Επιτήρηση και τιμωρία: Για την κρατική τρομοκρατία της δημοκρατίας την εποχή του νεοφιλελευθερισμού), exit! – Krise und Kritik der Warengesellschaft αρ. 14, Angermünde 2016, 331–341. 
[16] Πρβλ. Andreas Urban. “Es muss wieder gestraft werden – Zur Rückkehr des repressiven Strafrechts in der Krise der Arbeitsgesellschaft” (Να επιβληθούν ποινές: Για την επιστροφή του κατασταλτικού ποινικού δικαίου στην κρίση της κοινωνίας της μισθωτής εργασίας), 2018: exit-online.org. 
[17] Πρβλ. π.χ. Marcus Hammerschnitt. Unter dem Stiefel – Zum Stand der Polizeigewalt in Deutschland (Κάτω από την μπότα του μπάτσου: Για την κατάσταση της αστυνομικής βίας στη Γερμανία), Telepolis, 12 Μαΐου 2018. 
[18] Πρβλ. π.χ. Martin Kirsch. Militarisierung der Polizei – Massive Aufrüstung im Namen der Terrorabwehr (Στρατιωτικοποίηση της αστυνομίας: Μαζικός εξοπλισμός στο όνομα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας), https://www.imi-online.de/download/IMI-Studie2017-5-Polizei-web.pdf. 
[19] Eπισκόπηση των νομοθετικών μέτρων για την αστυνόμευση κάνει ο Benjamin Derin στο Konkret Σεπτ. 2018, καθώς και στο “Drohende Gefahr – Neue Polizeigesetze & autoritäre Zuspitzung” (Επιίνδυνη απειλή: Νέα αστυνομικές διατάξεις και όξυνση του αυταρχισμού), https://www.freie-radios.net/91695 και http://www.autonomie-magazin.org/2018/05/21/die-neuen-polizei-gesetze-aus-aktivistischer-sicht/. 
[20] Πρβλ. “Bayern führt die ›Unendlichkeitshaft‹ ein” (H Βαυαρία εφαρμόζει την αέναη κράτηση), https://www.freie-radios.net/84178 
[21] Πρβλ. “Keine Anwälte für Gefährder? - Neuigkeiten zum bay” (Δεν δικαιούνται συνήγορο οι δυνητικοί παραβάτες;), PAG, https://www.freie-radios.net/88560 
[22] Πρβλ. Ellwangen, Donauwörth, Deggendorf. “Gestern dachten wir noch, es könne nicht schlimmer werden. Heute wissen wir, dass es morgen noch viel schlimmer kommen kann” (Χθες νομίζαμε ότι χειρότερα δεν γίνεται. Σήμερα ξέρουμε ότι αύριο μπορεί να είναι πολύ χειρότερα), https://www.freie-radios.net/89225 
[23] https://perspektive-online.net/2018/08/umgangsverbot-und-ueberwachung-gegen-linken-aktivisten/ και https://nationalismusistkeinealternative.net/polizeiaufgabengesetz-duesseldorf-demo-augsburg/ 
[24] Πρβλ. Leander F. Badura. “Psychiater auf den Barrikaden” (Ένας ψυχίατρος στα χαρακώματα) der Freitag, αρ. 17, 2018. 
[25] Πρβλ. π.χ. Jakob Hayner. Institutionalisierter Irrsinn – Die medialen Reaktionen auf die Krawalle bei G20 in Hamburg (Θεσμοποιημένη παράνοια: Οι μηντιακές αντιδράσεις στα επεισόδια του G20 στο Αμβούργο), Jungle World, 13 Ιουλίου 2017, Birgit Gärtner. G-20: “Der Rechtsstaat zeigt, was er kann” (Το κράτος δικαίου δείχνει τι μπορεί να κάνει), Telepolis, 30 Αυγούστου 2017 και της ίδιας: “G20: Fabio ist frei”, (G20: Ελεύθερος ο Φάμπιο) Telepolis, 27 Νοεμβρίου 2018 καθώς και “Der Polizeistaat ist in Teilen Realität - Gespräch mit Lino Peters. Über Polizeikontrollen in Hamburg, willkürliche Ausübung des Rechts und psychologische Folgen von Gefängnisaufenthalten” (Το αστυνομικό κράτος είναι εν μέρει πραγματικότητα – Συζήτηση με τον Λίνο Πέτερς. Για τους αστυνομικούς ελέγχους στο Αμβούργο, αυθαίρετη εφαρμογή του νόμου και οι ψυχολογικές συνέπειες της κράτησης), Junge Welt, 29 Σεπτεμβρίου 2018. 
[26] Πρβλ. π.χ. “’Terrorfrei’ im Ausnahmezustand” (Απαλλαγμένοι από την τρομοκρατία στην κατάσταση εξαίρεσης), Wildcat αρ. 99, χειμώνας 2015/16, 64–69. 
[27] Πρβλ. Hans Georg Hermann. “Gewöhnlicher Polizeistaat – Ein Jahr nach dem Bataclan-Attentat in Paris: Die französische Regierung hat das Leben im ‘Ausnahmezustand’ zur Normalität gemacht” (Το γνωστό αστυνομικό κράτος ένα χρόνο μετά την επίθεση στο Bataclan στο Παρίσι: Η γαλλική κυβέρνηση μονιμοποιεί την κατάσταση εξαίρεσης) Junge Welt, 15 Νοεμβρίου 2016, καθώς και Thomas Pany. “Frankreich: Parlament beschließt verschärftes Anti-Terrorgesetz” (Γαλλία: Η Βουλή ψηφίζει τον ενισχυμένο αντιτρομοκρατικό νόμο), Telepolis, 3 Οκτωβρίου 2017. 
[28] Πρβλ. Theodor W. Adorno. “Was bedeutet Aufarbeitung der Vergangenheit?” (Τι σημαίνει επεξεργάζομαι το παρελθόν;), https://www.youtube.com/watch?v=On1MiOaVPrQ, μετά το τρίτο λεπτό.  
[29] Πρβλ. Ralf Dreis. “Verarmungspolitik in Griechenland – Regierung, Massenmedien und Faschisten Hand in Hand” (Η πολιτική της φτωχοποίησης στην Ελλάδα: Χέρι-χέρι κυβέρνηση, μμε και φασίστες), Graswurzelrevolution 12/2012, του ίδιου. “Staatliche Kontinuität in Griechenland – Syriza lässt räumen und foltern” (Η συνέχεια του κράτους στην Ελλάδα: Ο Σύριζα εκκενώνει και βασανίζει), Graswurzelrevolution 10/2016; του ίδιου. “Die DNA des Staatsterrors – Sie hatte den ›falschen‹ Freund – 13 Jahre Knast – Ein Bericht aus Griechenland” (Το DNA της κρατικής τρομοκρατίας: Είχε τον «λάθος» φίλο. 13 χρόνια φυλακή. Αναφορά από την Ελλάδα), Graswurzelrevolution 09/2017. 
[30] Ralf Streck. “Meinungsfreiheit futsch und alles kann in Spanien nun Terrorismus sein” («Τέρμα η ελευθερία της γνώμης – στην Ισπανία όλα είναι τρομοκρατία» Telepolis,1 Ιουλίου 2015. Για τον ›ley mordaza‹ (τον Νόμο-Φίμωτρο) βλ. https://www.freie-radios.net/87510, καθώς και “El Dorado: Spanien beerdigt Demonstrationsfreiheit” («Ελντοράντο: Η Ισπανία θάβει την ελευθερία της διαδήλωσης», freitag.de, 28 Ιουνίου 2015. 
[31] Βέβαια ο «φετιχισμός του δικαίου» σύμφωνα με τον οποίον πρέπει να επικρατήσει το κράτος δικαίου πάση θυσία εφαρμόζεται και σε ανυπεράσπιστους μαθητές, όπως π.χ. στη Βαυαρία, όταν οι ειδικές δυνάμεις «αντιμετώπισαν» την αντίδραση των μαθητών επειδή ένας συμμαθητής τους Αφγανούς συνελήφθη στο σχολείο για να απελαθεί προς την «ασφαλή χώρα προέλευσής του»... http://www.autonomie-magazin.org/2017/06/04/halo-i-bims-1-rechtsstaat-ueber-den-fetisch-der-rechtsstaatlichkeit-und-eine-geschichte-erfolgreichen-widerstands/ sowie https://www.freie-radios.net/83343. 
[32] Emily Rauhala. “Duerte: Hitler killed millions of Jews, I will kill millions of drug addicts”, (Ο Χίτλερ σκότωσε εκατομμύρια εβραίους, εγώ θα σκοτώσω εκατομμύρια τοξικομανείς), washingtonpost.com, 30 Σεπτεμβρίου 2016. 
[33] Πρβλ. Harald Neuber: Brasilien: Militär in Regierung, soziale Bewegung »terroristisch« (Βραζιλία: Οι στρατιωτικοί στην κυβέρνηση, «τρομοκράτες» τα κοινωνικά κινήματα), Telepolis, 31 Οκτωβρίου 2018. 
[34] Tomasz Konicz. “Eine ganz normale (Nazi)-partei?” (Ένα απολύτως φυσιολογικό -ναζιστικό- κόμμα), Telepolis, 15 Μαΐου 2018. 
[35] Bλ. Tomasz Konicz. “Von der Postdemokratie in den Vorfaschismus” (Από τη μεταδημοκρατία στον προφασισμό), Telepolis, 06 Οκτωβρίου 2018, καθώς και Martin Kaul, Christina Schmidt, Daniel Schulz. “Rechtes Netzwerk in der Bundeswehr – Hannibals Schattenarmee” (Το ακροδεξιό δίκτυο στις ένοπλες δυνάμεις – η μυστική στρατιά του Αννίβα), taz.de, 16 Nοεμβρίου 2018. 
[36] Η Roswitha Scholz το επεσήμανε αυτό ήδη από το 2006. Βλ. “Die Rückkehr des Jorge – Anmerkungen zur ›Christianisierung‹ des postmodernen Zeitgeistes und dessen dezisionistisch-autoritärer Wende” (H επιστροφή του Χόρχε: Η χριστιανοποίηση του μεταμοντέρνου πνεύματος και η ντεσιζιονιστική-αυταρχική του στροφή), exit! – Krise und Kritik der Warengesellschaft αρ. 3, Bad Honnef 2006, 157–175 
[37] Ολα αναρτημένα στο exit-online.org