Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2019

Η ανανέωση της λογοτεχνίας σαν φάρσα παραλόγου

Γιόζεφ Κουντέλκα, Εξορίες, Ιρλανδία 1976

Κείμενο που εκφωνήθηκε στα πλαίσια της παρουσίασης του 5ου τεύχους του Σκαντζόχοιρου

Σ


τα χρόνια των μνημονίων, εάν περιδιάβαινε κανείς τα λογοτεχνικά σάιτ του διαδικτύου αποκόμιζε την αίσθηση από τους συνεντευξιαζόμενους δημιουργούς ότι η κρίση, καίτοι οικονομική όπως τόνιζαν οι ίδιοι, δύναται να οδηγήσει σε μία υπαρξιακή επαναξιολόγηση της ζωής αρκούντως αναδημιουργική κι επομένως μπορούσε να δώσει ένα δυνητικό έναυσμα για καινούργια άνθιση της λογοτεχνικής έκφρασης. Συγγραφείς και ποιητές, υπαινίσσονταν στους ισχυρισμούς τους την πεζολογία που θέλει τις περιόδους των κοινωνικών κρίσεων στη νεωτερική ιστορία ν’ αποτελούν και στιγμές κορύφωσης της καλλιτεχνικής δραστηριότητας. Κι έτσι με έντονη την αίσθηση που αφήνει σαφείς αιχμές για την ανανέωση της λογοτεχνίας, ήταν σαν να διατυπώνεται μία άρρητη ομοθυμία με τον κυρίαρχο τεχνοκρατικό λόγο, ο οποίος τιμάει σαν αυτό-εκπληρούμενη προφητεία την θεωρία της «δημιουργικής καταστροφής» του Γιόζεφ Σούμπετερ,[*] ενός από τους πιο επιφανείς εκπρόσωπούς του. Στην πραγματικότητα, μια τέτοια ομοθυμία το μόνο που μπορεί να κάνει, με την απενοχοποιήση της κρίσης είτε από την οικονομική, είτε από την πολιτισμική μπάντα, είναι να μας φτύνει εκνευριστικά πίσω στα μούτρα την ηλίθια νομιμοποίηση του ετοιμόρροπου παρόντος.

   Αυτή η εξαπάτηση πηγάζει από την φετιχιστική εμμένεια της εμπορευματικής κοινωνίας να αξιολογεί το καθετί αναλόγως με την παράγωγή του, και πάντοτε για λογαριασμό της κυρίαρχης οργάνωσης της ζωής, μέσα στην οποία έχει σφυρηλατηθεί μια ατομική ψευδαίσθηση πως όχι μόνο όλα είναι δυνατά, αλλά πως δεν υπάρχει και καμία συνεκτική εναλλακτική απέναντι σ’ αυτή την κυρίαρχη οργάνωση. Από την πολιτισμική πλευρά, παραβλέπεται το γεγονός ενός αέναα επανερχόμενου παρόντος διά της επαναφομοιωτικής μεθόδου ασυνάρτητων θραυσμάτων από το παρελθόν που πάγωσαν μέσα στο ακίνητο παρόν χωρίς να δημιουργείται κάτι που να μην έχει επαναληφθεί ─ ακριβώς όπως το είχαν περιγράψει οι Καταστασιακοί σαν πρόβλεψη. Από την οικονομική κι επομένως τεχνοκρατική πλευρά πιπιλίζεται η λογική πλάνη των επανερχόμενων οικονομικών κύκλων, ασχέτως εάν τα τελευταία 45 χρόνια δεν έχει υπάρξει ούτε μία αναδιανομή του παγκόσμιου υλικού πλούτου προς τους πληβείους και με την νεκραναστημένη ακροδεξιά και πάλι παρούσα ως αποτέλεσμα, ενώ η αυτοτροφοδοτούμενη ανάπτυξη της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας εδράζεται πλειοψηφικά πια στην μόνιμη παραγωγή ιδιωτικού ή κρατικού χρέους.

   Είναι κοινό μυστικό πλέον πως στην εποχή της χωρίς προηγούμενο θηριώδους παραγωγικότητας, είτε λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων, είτε υλικών αγαθών, η ανθρώπινη κοινωνία δεν έχει βιώσει ποτέ τέτοια φτώχεια νοημάτων. Με άλλα λόγια και στο παράδειγμα που αφορά την ποίηση, ποτέ στην Ιστορία του πολιτισμού δεν παράχθηκε τόση ποίηση με τους ποιητές εν γένει ανύπαρκτους. Αυτό που θέλησε να επιδιώξει η Καταστασιακή Διεθνής, δηλαδή την κατασκευή καταστάσεων βασιζόμενες στα χειραφετημένα μέσα παραγωγής με σκοπό τον μετασχηματισμό τους σε μία ανώτερη ποιότητα βιωμάτων γεμάτων πάθος, μια διαρκή με άλλα λόγια βιωματική μετάβαση από την μία ποιοτική ατμόσφαιρα στην άλλη, μέσα σε μια πολεοδομία δυναμικά ποιητική συνέβη∙ μονάχα ως αποσύνθεση που ήταν, και παραμένει, το απώτατο στάδιο της αστικής σκέψης. Οι Καταστασιακοί επισήμαναν από το εναρκτήριο προγραμματικό τους κείμενο πως «η [τότε] παρούσα κατάληξη της κρίσης της σύγχρονης κουλτούρας είναι η ιδεολογική αποσύνθεση». Μια συνθήκη που βιώνεται πια στην δική μας εποχή ως σχιζοειδής διπολική πραγματικότητα θανάσιμης πλήξης και υπερδιέγερσης, συνοδευόμενη από την παραλυτική επήρεια μιας άνευ προηγουμένου τεχνολογίας. Στο κοινωνικό πεδίο της υπερεθνικής πραγματικότητας η ιδεολογική αποσύνθεση εκδηλώνεται πανευρωπαϊκά και αμερικανικά στους εθνικούς λαϊκισμούς κάνοντας ακόμα πιο επίκαιρη από το μακρινό 1842, την επισήμανση του Έντγκαρ Μπάουερ για την ελεύθερη κοινότητα στην μετάφραση που εμπεριέχεται στο παρόν τεύχους του Σκαντζόχοιρου: Εάν συνιστά χαρακτηριστικό γνώρισμα μιας ελεύθερης κοινωνίας το ότι γνωρίζει τι κάνει τότε ή έννοια του «λαού» ακόμα κι αν περικλείεται ως πολιτική, παραμένει εντελώς αφηρημένη εφόσον ο λαός υποστασιοποιείται από μια ενότητα που είναι εξωτερική για να τον ορίσει. Ο ποιητικός τουρισμός του Ελύτη δύναται να εγγραφεί μέσα σε μια μακρά παράδοση λαϊκισμού, έτσι όπως τον ξεγύμνωσε ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος και μπορεί άνετα να ντύσει τις διαφημιστικές καμπάνιες του ΕΟΤ, όπως θα επέτασσε η ανάπτυξη της εθνικής ευημερίας, και είναι αρκετός στα καθ’ υμάς για να το υπενθυμίσει.

   Μέσα απ’ όλα τα ψεύδη που προπαγανδίστηκαν από την κυρίαρχη κουλτούρα σαν διαρκής υπόσχεση ελευθερίας η χειραφετημένη οργάνωση της ζωής παραμένει επιτακτική όσο ποτέ. Δεν είναι απαραίτητη καμία ανανέωση της Τέχνης όπως ευαγγελίζονται οι λογοτέχνες στα χρόνια της κρίσης, εάν η ίδια δεν έχει συναίσθηση μιας αμετάβλητης κατάστασης που την μετατρέπει σε φανφαρονισμούς, ξεφτισμένους αισθητισμούς και περιττολογίες (όπως το καταδεικνύει και ο Σωτήρης στο δικό του κείμενο). Εάν απομένει μία ποιητική δυνατότητα αυτή θα είναι αδιαμεσολάβητη από τις αξιακές μορφές και την κοινωνία του θεάματος εν γένει οπότε πρέπει και να τις αντιπαλέψει για να πραγματωθεί. Η γλώσσα που είναι ζωντανή αρθρώνεται ακόμα εφόσον έχει την γνώση και την ικανότητα να προσβάλλει την ιδεολογία όταν διαφυλάσσει την αυτοσυνειδησία της. Θα επιμείνει λοιπόν στην επανίδρυση των ανθρώπινων σχέσεων με απώτερο σκοπό να τις αποκαταστήσει από τις καπιταλιστικές κατηγορίες για να τις υπερβεί ειδάλλως θα χαθεί κι αυτή στην περιρρέουσα αποσύνθεση του μεταμοντέρνου χυλού.






[*] Ο Αυστριακός οικονομολόγος Γιόζεφ Σουμπέτερ ισχυριζότανι ότι: «το άνοιγμα νέων αγορών εντός και εκτός μιας χώρας, η ανάπτυξη της οργάνωσης, από τη χειροτεχνία έως τη βαριά βιομηχανία, και η στρατηγική, απεικονίζουν την ίδια διαδικασία βιομηχανικής μεταβολής, η οποία ασταμάτητα και εκ των έσω επαναστατικοποιεί τις οικονομικές δομές, καταστρέφοντας τις παλαιές και δημιουργώντας καινούργιες». Αυτή η «δημιουργική καταστροφή» αποτελεί το μέσον επιβίωσης του καπιταλισμού

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2019

Το όπλο της κριτικής

Γιώργος Πουταχίδης, 2016

Πέρασε ήδη αρκετός καιρός από τότε που ο Σκαντζόχοιρος ξεκίνησε το ταξίδι του, και αισθανόμαστε την ανάγκη να απαντήσουμε σε ένα ερώτημα που κρέμεται στα χείλη πολλών φίλων του: τι είναι —τελικά— ο Σκαντζόχοιρος;

Στο πρώτο τεύχος γράψαμε πως είναι η επείγουσα ανάγκη μας να ψηλαφίσουμε κατανοήσεις εκτός και ενάντια της κυρίαρχης ιδεολογίας, να δημιουργήσουμε ένα βήμα ελεύθερου στοχασμού και διανοητικής ανταλλαγής, να κάνουμε κριτική στη σύγχρονη επιστήμη και στους μηχανισμούς της. Σήμερα, θέλουμε να προσθέσουμε σε αυτά μερικές ακόμη γραμμές.

Στο Σκαντζόχοιρο επιδιώκουμε συνεχώς να διευρύνουμε την κριτική μας οπτική σε όλο και περισσότερες όψεις του πραγματικού. Αυτή η θέση δεν επισημαίνει μόνο την επιδίωξη μιας θεματολογικής ευρύτητας, την πρισματική περικύκλωση της κυριαρχίας, αλλά έχει συνάμα και μια υλική διάσταση. Θέλουμε η έντυπη συντροφιά μας να ανοίγει διάλογο συνεχώς με νέους συνεργάτες και αναγνώστες, δυο ρόλους που εμείς όχι μόνο δεν βλέπουμε ως διαχωρισμένους αλλά και επιδιώκουμε να γεφυρώσουμε την ισχύουσα μεταξύ τους αντίθεση. Παρότι γνωρίζουμε τους τεχνικούς περιορισμούς ενός εντύπου, επιδιώκουμε το παρόν εγχείρημα να αποτελέσει ένα όχημα μέσω του οποίου θα διανοιχθούν κοιλότητες συζήτησης, διαλόγου, προσανατολισμού και αλληλεπίδρασης. Βλέπουμε τους εαυτούς μας, και κατ’ επέκταση το δοχείο λόγου που μας φιλοξενεί, όχι ως αποκομμένους σχολιαστές της πραγματικότητας αλλά ως ενεργά μέρη ενός ελευθεριακού κινήματος ιδεών και πράξης, ως μια ενεστώσα ελευθεριακή μορφή-της-ζωής.

Η κριτική δεν είναι για εμάς μόνο μια θεωρητική θέση αλλά ταυτόχρονα μια πολιτική και υπαρξιακή στάση· μια ηθική και αισθητική κατεύθυνση· ο αμφισβητίας εαυτός που προκρίνει εκείνη τη θεωρία η οποία αντιτίθεται στο παγιωμένο δόγμα της ιδεολογίας και των κλειστών τεχνοεπιστημονικών προγραμμάτων. Για αυτό και η δική μας στάση αρνείται πεισματικά να χρησιμοποιήσει εργαλεία ξένα προς τους σκοπούς της, τεχνικές αλλότριες στις ηθικές της δεσμεύσεις, όσο δελεαστικές ή αποτελεσματικές κι αν φαντάζουν. Η υπόθεσή μας δεν διεκδικεί τις ακαδημαϊκές αρετές μιας επίπλαστης ουδετερότητας και του μεροληπτικά αμερόληπτου διαφωτισμού της· είναι αντίθετα, αξιακά δεσμευμένη στον κοινωνικό μετασχηματισμό. Με φάρο μια ελεύθερη και δίκαιη κοινωνία που, κατ’ ανάγκη, σημαίνει: απροκατάληπτα εξισωτική και συνειδητά αυτοδιαχειριζόμενη, μια κοινωνία έλλογα παθιασμένη.

Δεν πιστεύουμε βέβαια πως οποιαδήποτε θεωρία μπορεί να αλλάξει, από μόνη της, την κοινωνία. Αλλά μια θεωρία εννοημένη ως κριτική στάση, εφόσον εδράζεται στην καθολική αμφισβήτηση της κυριαρχίας και εφόσον γειώνεται στα πράγματα, δεν είναι ένα απλό θεωρητικό παίγνιο· είναι ήδη —υπό προϋποθέσεις— και πράξη· μια διαλεκτική, όμως, διάχυτη πράξη, η οποία δεν μπορεί να αναχθεί ούτε στο πεδίο της απλής πρακτικής και του πρακτικισμού αλλά ούτε και σε στεγνές θεωρητικές κατασκευές ή θεωρησιακούς διανοουμενισμούς, καθώς μια τέτοια πράξη-στάση απαιτεί ταυτόχρονα εγγύτητα και απόσταση από την πραγματικότητα, από τα διαδρώντα υποκείμενα / αντικείμενα, τις αγωνίες και τις εμπειρίες τους.

Η θεωρητική ενασχόληση για εμάς δεν στοχεύει στην αναζήτηση μιας νέας κλειστής θεωρίας, στην γέννηση μιας ιδεολογίας, σε μια νέα μεγάλη κατάφαση. Η θεωρία για εμάς είναι μια αγωνιώδης κριτική του άμεσα αντιμέτωπου. Μια κριτική, όμως, υπό το βλέμμα μιας αντεστραμμένης προοπτικής, που δεν στοχεύει μόνο στο ξήλωμα του σκοτεινού μανδύα του παρόντος αλλά και σε μια, αξιακά προσανατολισμένη, γωνία θέασης του ήδη-παρόντος-μέλλοντος και του ανολοκλήρωτου παρελθόντος. Μια κριτική που μετεωρίζεται και πασχίζει να εντοπίσει νοήματα που ούτε θα προσαρμόζονται ρεαλιστικά ούτε θα αντιστέκονται ιδεαλιστικά στα πράγματα, αλλά μάλλον θα συν-αρμόζονται με τα πράγματα, αρνούμενα και καταφάσκοντα συν-χρόνως.

Μια τέτοια στάση στις μέρες μας προϋποθέτει τη συνειδητοποίηση της αντίφασης: του να παραμένει κανείς υποκείμενο που οραματίζεται ακόμα την ανασύσταση μιας κοινότητας χωρίς να υποστρέφει στη δήθεν συγκολλητική ουσία των επίπλαστων αφαιρέσεων του έθνους, της θρησκείας, της ανάπτυξης ή του «κράτους δικαίου». Γιατί η ανειρήνευτη αντίθεση που σοβεί στα σπλάχνα της κοινωνίας, μεταξύ του κόσμου των δημιουργών και του κόσμου της νεκρής εργασίας —ή με άλλους, πιο πολιτισμικούς όρους, μεταξύ πνεύματος και μη-πνεύματος— δεν μπορεί να υπερβαθεί χωρίς τη ριζική κριτική όλων των θεσμικών και οικονομικών σχέσεων που υποδουλώνουν τον παρόντα κόσμο. Μια τέτοια υπέρβαση όμως δεν θα διαφαίνεται καν στον ορίζοντα όσο το υπαρξιακό, πάσχον δυναμικό της εξέγερσης παραμένει εγκλωβισμένο και ευνουχισμένο, όσο ο υποκειμενικός μετασχηματισμός αναβάλλεται μεσσιανικά.



Σε αυτόν τον δρόμο, αντιλαμβανόμαστε το Σκαντζόχοιρο σαν το δοχείο που αποτυπώνει μια περιπέτεια παραγωγής ιδεών, στον βηματισμό ενδιάμεσων —ποτέ τελικών— πορισμάτων μιας διαρκούς αναζήτησης, με στόχο την απελευθέρωση της ανθρώπινης πράξης και επιθυμίας. Γι’ αυτό και στην φωλιά του Σκαντζόχοιρου ψάχνουμε να ζεστάνουμε κείμενα, ποιήματα και δημιουργίες που πάνω τους θα φέρουν ακόμα τα αίματα και τις αγωνίες αυτών που τα έφτιαξαν· που πάνω τους θα αποτυπώνεται η αβέβαιη πάλη των δημιουργών τους με τις λέξεις, τις ιδέες, τα χρώματα, τις μορφές. Θέλουμε κείμενα ευαίσθητους ανταποκριτές από τα χαρακώματα της καθημερινότητας. Γι’ αυτό και αποφεύγουμε —χωρίς να τις υποτιμούμε— τις ακαδημαϊκές πραγματείες, τα ατσαλάκωτα πορίσματα της αξιολογικής ουδετερότητας. Αυτά άλλωστε έχουν τους χώρους και την προβολή τους

Σημείωμα του Σκαντζόχοιρου, Νοέμβριος, 2018

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2018

Ο Σκαντζόχοιρος θ' απέχει από την χειμερία νάρκη του αυτό τον χειμώνα





  Κυκλοφόρησε το καινούριο τεύχος του περιοδικού Σκαντζόχοιρος / σημειώματα κριτικής. Ξεκινώντας το πέμπτο ταξίδι του, ο Σκαντζόχοιρος προτάσσει ενάντια στην τρέχουσα εθνική έξαρση πολέμου και θανάτου την γελαστική τελετουργία της ζωής, εικονογραφούμενος από ένα δείγμα του φωτογραφικού έργου του Γιώργου Πουταχίδη. Η Μαρία Γεωργίου, προσεγγίζοντας τα διηγήματα του Γκιακ, εντοπίζει στην ειρηνική κατάσταση της νεωτερικής κοινωνίας τις ωμότητες που εκπηγάζουν, φαινομενικά, από την καταστροφική μανία του πολέμου. Η Ασπασία Λυκουργιώτη θέλει να αποκαταστήσει για λίγο την γυναικεία απουσία από τις επαναστατικές αισθητικές μορφές του ελληνικού κινηματογράφου, εστιάζοντας στις πρωταγωνίστριες δύο ταινιών της Αλίντας Δημητρίου οι οποίες πραγματεύονται τα γεγονότα της κατοχής και του εμφυλίου. Ο Νικόλας Γιούρας συνεισφέρει στην ελευθεριακή ιστοριογραφία μια προσέγγιση από τα κάτω για την επαναστατική συγκρότηση των πληβειακών τάξεων στην Ελλάδα του μεσοπολέμου και της κατοχής. Ο Έντγκαρ Μπάουερ μεταφράζεται σε δύο κλασικά κείμενα, προπομπούς του ελευθεριακού πνεύματος, τα οποία προέρχονται μέσα από τον κύκλο των νεαρών εγελιανών, κι ο Παναγιώτης Διδάχος προσπαθεί να αναδείξει μέσα στην Αυτονομία και στράτευση του Γιώργου Σαγκριώτη τα όρια και τους ορίζοντες στην κριτική θεωρία του Αντόρνο και του Μπένγιαμιν. Ο Χρήστος Νεδελκόπουλος, εκκινώντας την τριλογία του για τις ελληνικές λογοτεχνικές γενιές από το 1918 κι έπειτα, ανιχνεύει μέσα από το παράδειγμα του καρυωτακικού συμβολισμού τον δρόμο στην αναζήτηση του μοντέρνου αισθητικού φετιχισμού. Ο Σωτήρης Λυκουργιώτης προοικονομεί την μοίρα της ποίησης ως άρνηση του παρόντος και ο Λεωνίδας Πραπίδης καθώς αντιλαμβάνεται τούτη την άρνηση αναρωτιέται αν μένει να κάνουν κάτι οι ποιητές. Το τεύχος ολοκληρώνεται με έξι ποιήματα της Κατερίνας Ζησάκη που συνεργούν στην προλεγόμενη άρνηση της ποίησης να προσαρμοστεί στην ασυνάρτητη μεταποίηση του παρόντος.


Ο Σκαντζόχοιρος αυτο-διευθύνεται από την συντακτική του ομάδα.

Επικοινωνία: skantzoxoiros2015@yahoo.com Ελευθεριακές εκδόσεις Κουρσάλ, Φιλίππου 54, Θεσσαλονίκη, Τ.Κ. 54635 τηλ: 6984816962 e-mail: koursal@hotmail.com

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2018

sing along for a bird in a cage


Χανς Μπάλντουνγκ Γκριν, Το μαρτύριο του Αγίου Λαυρεντίου, ξυλογραφία, 1505


του π.
1
Οι δύο τύποι που χτύπησαν με ανελέητο μένος έναν άνθρωπο ανήμπορο που προσπαθούσε να απεγκλωβιστεί σαν πουλί σε κλουβί δεν ήθελαν απλώς να προστατεύσουν την ιδιοκτησία τους. Δεν ήταν οι τυπικοί «φιλήσυχοι νοικοκυραίοι, μαγαζάτορες και μικροαστοί», που εκτονώνονται σε οριακές στιγμές δυσφορίας και δυσανεξίας λόγω διακινδύνευσης του τυπικού καπιταλιστικού φαντασιακού τους. Ήταν η ενσάρκωση του μοριακού φασισμού σε κατάσταση παροξυσμού. Ήταν πολέμαρχοι σε διάταξη μάχης. Η καταιγιστική κλωτσοπατινάδα πάνω σε σπασμένα γυαλιά είναι η εκδήλωση της ισχύος και του μεγαλείου της με όλη τους την ορμή, οργή, μίσος και κάβλα. Είναι η εν ψυχρώ πραγμάτωση (σε συνειδητό δηλαδή επίπεδο) του σαδισμού που σωρεύεται, σωματοποιείται και εν τέλει εκκρίνεται ως blitzkrieg σε οριακές στιγμές αδυναμίας διάκρισης μεταξύ πραγματικότητας και παραληρήματος, μεταξύ πολιτισμένης κοινωνίας και εμπόλεμης κοινωνίας.
2
Αυτή η σαδιστική βία μάς τρομάζει, και καλώς μας τρομάζει. Αλλά δεν θα έπρεπε να μας εκπλήσσει, ούτε θα έπρεπε να τη θεωρούμε παρέκκλιση από τον κανόνα. Όχι με την έννοια ότι αυτοί οι δύο τύποι αντιπροσωπεύουν τον μέσο όρο και άρα η κοινωνία μας είναι εκφασισμένη και εμπόλεμη γενικά, αλλά με την έννοια ότι στον πυρήνα του κανόνα βρίσκεται η ισχύς και οι πολλαπλές, με άπειρες διαβαθμίσεις και διαφοροποιήσεις, εκδηλώσεις και ενσαρκώσεις της.
3
Ακόμα πιο ανησυχητική και δηλωτική για την τρέχουσα ψυχοσύνθεση είναι η έλλειψη στοιχειωδών αντανακλαστικών στο θέαμα μιας τέτοιας υβριστικής, χωρίς όρια, βίας. Το γεγονός ότι μόνο ένας, ανάμεσα σε πολλούς αυτόπτες μάρτυρες, βρέθηκε να βροντοφωνάξει «ως εδώ ρε» καταδεικνύει το μπλοκάρισμα της ροής και της κυκλοφορίας αισθημάτων ανάμεσα σε εξίσου πάσχοντα σώματα, τη βαθμιαία απονέκρωση των αισθημάτων, την ανημπόρια που τείνει να γίνει σάρκα από τη σάρκα μας. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι αυτός ο ένας ήταν παιδί λαϊκό και προλέ. Αν είσαι μαθημένος στα ζόρια, μαθαίνεις ενστικτωδώς να μην είσαι αδιάφορος, να αναγνωρίζεις τα όρια και να παρεμβαίνεις όταν αυτά ξεπερνιούνται, και μάλιστα βίαια.
4
Το γεγονός ότι οι μπάτσοι υπολείπονταν σε κτηνωδία στο συγκεκριμένο συμβάν (και όχι μόνο) είναι επίσης ιδιαίτερα ανησυχητικό. Όσο πιο βίαιοι, βρώμικοι και κακοί οι υπήκοοι, τόσο πιο ευγενές, αγαθό και ευεργετικό το Κράτος και η Αστυνομία του. Όσο πιο απάνθρωπη η βία των υπηκόων, τόσο πιο ανθρώπινη η προστασία του πολίτη. Και όσο πιο απονεκρωμένη η σιωπηλή πλειοψηφία, τόσο πιο ισχυρή και συν τω χρόνω επικίνδυνη αυτή η κρίσιμη διαλεκτική αγέλης και τσοπάνη.
5
Τα επιχειρήματα και τα αντεπιχειρήματα για το αν ήταν δολοφονία ή όχι, για το αν ήταν θανατηφόρα ή επικίνδυνη η σωματική βλάβη θα ήταν προτιμότερο να τα αφήσουμε στους δικηγόρους, τους ανακριτές και τους δικαστές. Όσο περισσότερο ασχολούμαστε μ’ αυτά, τόσο εμπεδώνουμε το Δίκαιο, τα Δικαιώματα και το Κράτος. Το ξέσπασμα της «μυθικής βίας», της βίας που θεσπίζει και συντηρεί το Υπάρχον, δεν κατανοείται ούτε κι αποτρέπεται με την προσφυγή στους νομικοδικαιϊκούς θεσμούς και τη –μόνο για μυημένους– γλώσσα τους.
6
Η υπεράσπιση του Ζακ Κωστόπουλου και της μνήμης του ως εν δυνάμει κλέφτη ή ληστή, ως φτωχοδιάβολου, ως ταξικού υποκειμένου, ως τοξικομανούς, ως οροθετικού, ως queer, ως drag queen ή ως οποιασδήποτε από τις άλλες ιδιότητες ή ταυτότητές του είναι μια υπεράσπιση αναιμική και άγονη. Αν θέλουμε οπωσδήποτε να επενδύσουμε με κάποιον συμβολισμό τον Ζακ Κωστόπουλο, το αίμα του, τη σάρκα του και τα οστά του, αν δεν μπορούμε να υπάρξουμε κοινωνικά, πολιτικά και κυρίως υπαρξιακά χωρίς μια ισχυρή επένδυση κι ένα ισχυρό σύμβολο, ας πούμε τουλάχιστον ότι είναι ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες, μια μοναδικότητα χωρίς ταυτότητα, ένα διάκενο απ’ όπου περνά καθαρός αέρας, ένας άγγελος/δαίμονας της κοινότητας που έρχεται. Κι ως τέτοιον ας τον πενθήσουμε κι ας τον τιμήσουμε.
π.
27/9/2019