Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

«Κι ο μήνας Μάης δεν έχει ξανάρθει ποτέ, από το '68 εως το τέλος αυτού του κόσμου του θεάματος, δίχως να μας θυμήθουν!»*


 Η ομορφιά είναι στους δρόμους!
(Διαδηλώτρια σε φορείο στο Παρίσι, 17 Μάιου 1968)

  Αναγνώστη, προσοχή! Ακολουθεί κατάχρηση μηδαμινών στερεοτύπων. 
  Η γενιά της αμφισβήτησης, η σπορά της «σεξουαλικής επανάστασης»... Η χρονιά που άλλαξε τον κόσμο... Ο Μάης του '68 έμεινε στην Ιστορία... Το φοιτητικό κίνημα της δεκαετίας του ’60 άλλαζε νοοτροπίες και κατεδάφισε τις αφόρητα καταπιεστικές και υποκριτικές συμπεριφορές... 

  Η κοινωνία του θεάματος ήταν πάντοτε βαριά εθισμένη στη στατική παρέλαση ξύλινων ευφημισμών. Ακόμη κι αν η εαρινή εξέγερση κρίθηκε προς στιγμή με την βαρυτική έλξη καταστασιακών δυνάμεων και με τη συνδρομή ασφαλώς ελευθεριακών σοσιαλιστών–Socialisme ou barbarie και των αναρχικών στην συνδιαμόρφωση της κοινής ανατρεπτικής κίνησηςπου κατακρήμνισαν το έδαφος κάτω από τα πόδια της αφασικά διαφωτισμένης κοινωνίας, αυτή δεν φείδεται με ακραία φιλαρέσκεια να τροφοδοτεί την επιφανειακή αποθέωση του καθολικού πάθους που την αμφισβήτησε εξ ολοκλήρου. Κάθε Μάης σέρνει κι ένα μνημόσυνο. Ακαδημαϊκοί της απολογητικής σχόλης και μεθοδολογιστές κοινωνιολόγοι ευλογούν τα πραγματιστικά τους γένια· εκθειάζουν τη δυνατότητα της δυτικής κοινωνίας να απαντά εποικοδομητικά στις προκλήσεις της, ενσωματώνοντάς τες σαν ανάγκες. Καλοζωισταί διανοούμενοι και εναλλακτικοί καλλιτέχνες που την έχουν «υποψιαστεί» ομνύουν με δέος ανιδεότητας την Επανάσταση της καθημερινής ζωής ωσάν απαρχή του μεταμοντέρνου καλλιτεχνήματος ενός «ελεύθερου δημιουργικού υποκειμένου». Παλιακοί αγωνισταί και όψιμοι επαναστάτες αποψύχουν το μόσχο τον σιτευτό του επαναστατικού νόστου. Όλοι τους πρότυπα στο παγωμένο παρόν αυτού του ανεστραμμένου κόσμου. Μακάριοι θεατές, φρουρούμενοι από τον θείο ύπνο τους, εξαργύρωσαν εισιτήριο στην πρώτη σειρά του θεωρείου. 
   Αλλά μετά τον Μάη που πάγωσε σαν καρτ ποστάλ, τι άλλο; Σαμπως αυτή η «λύτρωση» του ατόμου με την πλήρωση της ευελιξίας του αγοραίου υποκειμένου, οδήγησε πουθενά; Ή μήπως έβαλε, εν προκειμένω, μέσα από την πίσω πόρτα του ενναλακτισμού, τις διατρητικές δυνάμεις της αμετάκλητης διάλυσής του. Η «εκφραστική δημιουργικότητα», η «ρευστή ταυτότητα», η «αυτονομία», η «αυτοδημιούργητη ανάπτυξη» είναι τελικά όροι που παίζουν δίπορτο. Χρησιμοποιήθηκαν μέσα στην κριτική προσέγγιση της θεωρίας της μοντέρνας τέχνης αλλά ιδιάζουν, συγχρόνως —σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά—, την κοινωνική μηχανική της «ευέλικτης» αντίληψης για την αφηρημένη εργασία (Μαρξ) υποδηλώνοντας με τον χειρότερο τρόπο την πανωλεθρία αυτού που ονόμασαν νεωτερικό υποκείμενο. Σήμερα τα λείψανα της Τέχνης στέκουν βουβά στη βαναυσότητα της παρακμίακής της προσαρμογής. 'Ο,τι ορίζεται από το 1968 κι έπειτα ως «το νέο πνεύμα του καπιταλισμού» (Boltanski & Chiapello), το οικτρό συνονθύλευμα μιας καλλιτεχνίζουσας πολιτικής ορθότητας με το οποίο στολίζεται η αφηρημένη υλιστική χρησιμοθηρία, διασύρει και τις τελευταίες αυταπάτες για την αυτονομία της Τέχνης. Η Τέχνη όχι μόνο καταφάσκει δουλικά την ανυπόφορη αλλοτρίωση στην ήττα της να πραγματωθεί μέσα στην κοινωνική ζωή σαν περιοδεύων παλιάτσος, αλλά προσφέρει και τα ασυνάρτητα κουρέλια της για να ραφτούν τα ρούχα ενός αγοραία εξορθολογισμένου πρακτικιστή. Τόσο πετυχημένη ήταν η αναβάθμιση που της επιφύλαξε η κοινωνία του θεάματος τώρα που η νεωτερικότητα καταρρέει.
  Αλλά η γελοιότητα μιας κατάφασης δεν δύναται να καλλωπίσει την αθλιότητα μιας κοινωνίας. Το γένικό της ψεύδος αποκαλύπτεται με την πραγμάτική του μορφή. Με την ουτοπία μιας εκμηδένισης η οποία ποτέ της δεν συντέλεσε σε κάποια πρόοδο της ανθρώπινης Ιστορίας. Η πρόοδος της αστικής χίμαιρας επιβεβαίωσε την παρανοϊκή συνουσία χρήματος (του γενικού ισοδύναμου) και καλλιτεχνικής έκφρασης. Η κατάφαση στον εμπορεύσιμο χαρακτήρα της κουλτούρας ισοπεδώνει ουσιαστικά οποιαδήποτε ποιοτική κρίση. Μονάχα όταν βρίσκει απέναντί της την συνολική άρνηση που θέλει να επανακτήσει τον καθαρό έλεγχο επάνω στη ζωή, εκείνη την άρνηση που δεν ήθελε να εκσυγχρονίσει ή να διαχειριστεί την διαλυτική παρακμή της αλλοτρίωσης και της μιζέριας το '68, ενδέχεται ξανά η ποιητική δυνατότητα. Εκείνη που προτάσσει την έμπρακτη αξίωση της εξαφάνισης Κράτους και χρήματος μέσα από τις ζωές των ανθρώπων. Ή έστω την πτώση τούς σε θέση παρία. Έτσι έγινε τότε, κι έτσι θα γίνει και πάλι! Το ασυγκράτητο πάθος, η κατάφαση της ζωής δεν εφησυχάζει ποτέ σαν μια ασημαντότητα. Η αυτοσυνείδηση που ξυπνά την επιθυμία δεν μπορεί να μείνει στατική στο έλεος του τίποτα. Ειδάλλως θα καταστραφεί κι αυτή μαζί του!

* Ο τίτλος είναι παράφραση της φράσης του Ντεμπόρ.
** Αν έχουμε υπόψιν ότι «η συγκεκριμένη ζωή των πάντων έχει εκπέσει σε θεωρητικό σύμπαν» (Γκυ Ντεμπόρ), θα καταλάβουμε ποιοι κατέβηκαν τότε στους δρόμους και γιατί η Αριστερά είναι κλινικά νεκρή.

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2018

All the king's men



Αναδημοσίευση από τον συντροφικό ιστότοπο Black Out: https://blackout.yfanet.net/keimena/1
 Ένα από τα ωραιότερα κείμενα της Καταστασιακής Διεθνούς για την γλώσσα, το «All the King's Men» δημοσιεύθηκε στο όγδοο τεύχος της ομώνυμης επιθεώρησης τον Ιανουάριο του 1963 και δεν συμπεριλήφθηκε σε καμία ανθολογία των κειμένων τής στα Ελληνικά. Οι Καταστασιακοί επιμένουν σ' ένα από τα τελευταία οχυρά επαναστατικής δυνατότητας για ελεύθερη δράση το οποίο εξακολουθεί να παραμένει ανεκμετάλλευτο στην εποχή μας - σκλαβωμένο στις ορμές του αυτόματου υποκειμένου (Μαρξ) και στην ψευδαίσθηση του θεάματος (Ντεμπόρ). Η εν λόγω κριτική έχει επηρεάσει αναμφίβολα την οπτική που εκθέτω στο κείμενο, «Τι μένει να κάνουν οι ποιητές;» και θα δημοσιευτεί στο προσεχές 5ο τεύχος του περιοδικού Σκαντζόχοιρος, σημειώματα κριτικής παρέα με δύο ακόμη δοκίμια που αφορούν την ποίηση, των Σωτήρη Λυκουργιώτη και Χρήστου Νεδελκόπουλου.

All The King's Men

 Το ζήτημα της γλώσσας βρίσκεται στην καρδιά όλων των αγώνων μεταξύ των δυνάμεων που μάχονται να καταργήσουν την παρούσα αλλοτρίωση κι αυτών που προσπαθούν να την διατηρήσουν· είναι αδιαχώριστο από το συνολικό πεδίο αυτών των αγώνων. Ζούμε μέσα στη γλώσσα όπως μέσα στον μολυσμένο αέρα. Αντίθετα με ό,τι νομίζουν οι ευφυολόγοι, οι λέξεις δεν παίζουν. Κι ούτε κάνουν έρωτα, όπως νόμιζε ο Μπρετόν, παρά μόνο στα όνειρα. Οι λέξεις εργάζονται – για λογαριασμό της κυρίαρχης οργάνωσης της ζωής. Και παρ’ όλα αυτά δεν έχουν πλήρως αυτοματοποιηθεί· δυστυχώς για τους θεωρητικούς της πληροφορίας, οι λέξεις δεν είναι καθ’ εαυτές “πληροφοριακές”· ενσαρκώνουν δυνάμεις που μπορούν να αναστατώσουν τους πλέον προσεκτικούς υπολογισμούς. Οι λέξεις συνυπάρχουν με την εξουσία, κι έχουν μια σχέση ανάλογη μ’ αυτήν που έχουν οι προλετάριοι (είτε με τη σύγχρονη είτε με την κλασική έννοια του όρου) με την εξουσία. Τις βάζουν να δουλεύουν σχεδόν συνεχώς, τις εκμεταλλεύονται όλη την ώρα προσπαθώντας να ξεζουμίσουν απ’ αυτές οποιοδήποτε νόημα ή ανοησία, κι όμως παραμένουν ακόμη κατά μία έννοια ουσιαστικά ξένες κι άγνωστες.
Η εξουσία παρουσιάζει μόνο το διαστρεβλωμένο, επίσημο νόημα των λέξεων· τις εξαναγκάζει, τρόπος του λέγειν, να χτυπάνε κάρτα, ορίζει τη θέση τους στην παραγωγική διαδικασία (όπου ορισμένες εμφανώς δουλεύουν υπερωρίες) και τις πληρώνει μεροκάματο. Σε σχέση με τη χρήση των λέξεων, ο Χάμπτυ Ντάμπτυ του Λιούις Κάρολ παρατηρεί σωστά ότι «Το ζήτημα είναι ποιος θα ’ναι ο κύριός τους – και τίποτ’ άλλο». Και δηλώνει, ως κοινωνικά υπεύθυνος εργοδότης, ότι πληρώνει υπερωριακά αυτές που απασχολεί υπερβολικά. Χρειάζεται επίσης να κατανοήσουμε την ανυπακοή των λέξεων, τη λιποταξία τους, την ξεκάθαρη αντίστασή τους – φαινόμενα που εκδηλώνονται σ’ όλη τη μοντέρνα γραφή (από τον Μπωντλαίρ μέχρι τους ντανταϊστές και τον Τζόις) ως συμπτώματα της γενικότερης επαναστατικής κρίσης της κοινωνίας.
Υπό τον έλεγχο της εξουσίας, η γλώσσα κατονομάζει πάντοτε κάτι διαφορετικό από την αυθεντική εμπειρία. Και ακριβώς γι’ αυτό το λόγο η συνολική της αμφισβήτηση είναι εφικτή. Η οργάνωση της γλώσσας έχει περιπέσει σε τέτοια σύγχυση ώστε η επιβαλλόμενη από την εξουσία επικοινωνία αποκαλύπτεται ως εξαπάτηση και κοροϊδία. Μία, σε εμβρυακό ακόμη επίπεδο, εξουσία της κυβερνητικής πασχίζει μάταια να υποτάξει τη γλώσσα στον έλεγχο των μηχανών που ελέγχει, κατά τρόπον ώστε η πληροφορία να καταστεί η μόνη δυνατή επικοινωνία. Όμως ακόμη και σ’ αυτό το πεδίο εκδηλώνονται αντιστάσεις· η ηλεκτρονική μουσική μπορεί να θεωρηθεί ως προσπάθεια (προφανώς περιορισμένη και συγκεχυμένη) να αντιστραφεί η σχέση κυριαρχίας, μεταστρέφοντας τις μηχανές προς όφελος της γλώσσας. Όμως η πραγματική αντιπαράθεση είναι πολύ πιο γενική και πολύ πιο ριζοσπαστική. Καταγγέλλει κάθε μονόπλευρη “επικοινωνία”, είτε αυτή έχει την παλιά μορφή της τέχνης είτε τη σύγχρονη μορφή της ιδεολογίας της πληροφορικής. Αναγγέλλει μια επικοινωνία που υπονομεύει κάθε διαχωρισμένη εξουσία. Εκεί όπου υπάρχει επικοινωνία δεν υπάρχει κράτος.
Η εξουσία ζει χάρη σε κλεμμένα αγαθά. Δεν δημιουργεί τίποτε, επαναφομοιώνει. Αν δημιουργούσε το νόημα των λέξεων, δεν θα υπήρχε ποίηση – μόνο χρήσιμες “πληροφορίες”. Οι αντίπαλοί της δεν θα μπορούσαν να εκφραστούν με τη γλώσσα· οι αρνήσεις θα βρίσκονταν εκτός γλώσσας, θα ήταν καθαρά λεττριστικές. Τι άλλο είναι η ποίηση παρά η επαναστατική στιγμή της γλώσσας, αδιαχώριστη από τις επαναστατικές στιγμές της ιστορίας και από την ιστορία της προσωπικής ζωής;
Ο ασφυκτικός έλεγχος της εξουσίας επί της γλώσσας είναι παρόμοιος με τον ασφυκτικό έλεγχο που ασκεί στην ολότητα. Μόνο μια γλώσσα που έχει στερηθεί κάθε άμεση αναφορά στην ολότητα μπορεί να χρησιμεύσει ως βάση της πληροφορίας. Η πληροφορία είναι η ποίηση της εξουσίας, η αντι-ποίηση του νόμου και της τάξης, η διαμεσολαβημένη πλαστοποίηση του υπάρχοντος. Αντιθέτως, η ποίηση πρέπει να νοηθεί ως αδιαμεσολάβητη επικοινωνία εντός της πραγματικότητας και ως πραγματική μετατροπή αυτής της πραγματικότητας. Δεν είναι παρά η απελευθερωμένη γλώσσα, η γλώσσα που ανακτά τον πλούτο της, η γλώσσα που σπάει τις άκαμπτες σημασιοδοτήσεις της και συγχρόνως ενστερνίζεται λέξεις, μουσικές, κραυγές, χειρονομίες, ζωγραφική, μαθηματικά, γεγονότα, πράξεις. Και μ’ αυτόν τον τρόπο η ποίηση στηρίζεται στον πλούτο των δυνατοτήτων να ζήσει κανείς και ν’ αλλάξει τη ζωή του σε μια δεδομένη κοινωνικοοικονομική δομή. Δεν χρειάζεται να πούμε ότι αυτή η σχέση της ποίησης με την υλική της βάση δεν είναι σχέση μονόπλευρης υποτέλειας αλλά αλληλεπίδρασης.
Η επανανακάλυψη της ποίησης μπορεί να γίνει αδιαχώριστη από την επανεφεύρεση της επανάστασης, όπως έχει φανεί σε συγκεκριμένες φάσεις της μεξικάνικης, της κουβανέζικης και της κονγκολέζικης επανάστασης. Εκτός όμως των επαναστατικών περιόδων, οπότε οι μάζες γίνονται ποιητές εν δράσει, οι μικροί κύκλοι της ποιητικής περιπέτειας μπορούν να θεωρηθούν τα μόνα μέρη όπου ζει ακόμα η επαναστατική ολότητα – μη συνειδητή αλλά τόσο κοντινή δυνατότητα, σαν τη σκιά ενός απόντος προσώπου. Αυτό που ονομάζουμε ποιητική περιπέτεια είναι κάτι δύσκολο, επικίνδυνο και ουδέποτε εγγυημένο (είναι, στην πραγματικότητα, το σύνολο των συμπεριφορών που είναι σχεδόν αδύνατες σε μια δεδομένη εποχή). Μπορούμε να είμαστε σίγουροι μόνο για το τι δεν είναι πλέον η ποιητική περιπέτεια: η ψευδής, επίσημα ανεκτή ποίηση. Έτσι, ενώ ο σουρεαλισμός στο αποκορύφωμα της επίθεσής του ενάντια στην καταπιεστική τάξη της κουλτούρας και της καθημερινής ζωής μπορούσε σωστά να ορίσει το οπλοστάσιό του ως «ποίηση χωρίς ποιήματα εάν είναι αναγκαίο», το ζήτημα σήμερα για την Καταστασιακή Διεθνή είναι μια ποίηση αναγκαστικά χωρίς ποιήματα. Όσα λέμε για την ποίηση δεν έχουν καμιά σχέση με τους διανοητικά καθυστερημένους αντιδραστικούς οποιασδήποτε νεοστιχοπλοκής, ακόμα κι αν αυτή ακολουθεί τον λιγότερο απαρχαιωμένο μορφικό μοντερνισμό. Να πραγματώσουμε την ποίηση δεν σημαίνει παρά συγχρόνως κι αδιαχώριστα να δημιουργήσουμε τόσο γεγονότα όσο και τη γλώσσα τους.
Οι γλώσσες οποιασδήποτε κοινωνικής υποομάδας –είτε πρόκειται γι’ αυτές των άτυπων ομαδοποιήσεων της νεολαίας είτε για τις γλώσσες που αναπτύσσουν τα σημερινά πρωτοποριακά ρεύματα για εσωτερική τους χρήση καθώς αναζητούν την ταυτότητά τους είτε για εκείνες που σε προηγούμενες εποχές μεταφέρθηκαν μέσω της υπάρχουσας ποιητικής παραγωγής, όπως το trobar clus και το dolce stil nuovo– όλες αυτές στοχεύουν και επιτυγχάνουν μια ορισμένη άμεση, διαφανή επικοινωνία, αμοιβαία αναγνώριση, συμφωνία. Όμως αυτές οι απόπειρες υπήρξαν το έργο μικρών, ποικιλοτρόπως απομονωμένων ομάδων. Οι γιορτές και τα γεγονότα που δημιούργησαν παρέμεναν υποχρεωτικά οριοθετημένα. Ένα από τα προβλήματα της επανάστασης είναι πώς θα ομοσπονδιοποιηθούν αυτού του είδους τα σοβιέτ, αυτά τα επικοινωνιακά συμβούλια, έτσι ώστε να διαχυθεί παντού μια άμεση επικοινωνία που δεν θα χρειάζεται πλέον να καταφεύγει στα δίκτυα επικοινωνίας του εχθρού (δηλαδή στη γλώσσα της εξουσίας) και θα ’ναι ικανή να μεταμορφώσει τον κόσμο σύμφωνα με τις επιθυμίες της.
Το ζήτημα δεν είναι να βάλουμε την ποίηση στην υπηρεσία της επανάστασης, αλλά μάλλον να βάλουμε την επανάσταση στην υπηρεσία της ποίησης. Μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο η επανάσταση δεν προδίδει το ίδιο της το εγχείρημα. Δεν θα επαναλάβουμε το λάθος των σουρεαλιστών, οι οποίοι τέθηκαν στην υπηρεσία της επανάστασης τη στιγμή ακριβώς που αυτή είχε πάψει να υπάρχει. Συνδεδεμένος με την ανάμνηση μιας μερικής επανάστασης που συνετρίβη ταχύτατα, ο σουρεαλισμός ταχύτατα μετεβλήθη σε έναν ρεφορμισμό του θεάματος, σε μια κριτική συγκεκριμένων μορφών του κυρίαρχου θεάματος η οποία εκπορευόταν από την δεσπόζουσα οργάνωση του θεάματος. Οι σουρεαλιστές φαίνεται ότι παρέβλεψαν το γεγονός ότι κάθε εσωτερική βελτίωση ή εκσυγχρονισμός του θεάματος μεταφράζεται από την εξουσία στη δική της κωδικοποιημένη γλώσσα, της οποίας το κλειδί κατέχει αποκλειστικά.
Όλες οι επαναστάσεις γεννήθηκαν μέσα στην ποίηση, δημιουργήθηκαν πρώτ’ απ’ όλα χάρη στη δύναμη της ποίησης. Είναι ένα φαινόμενο που εξακολουθεί να διαφεύγει από τους θεωρητικούς της επανάστασης –και πράγματι δεν μπορεί να γίνει κατανοητό αν κανείς εξακολουθεί να μένει προσκολλημένος στην παλιά αντίληψη για την επανάσταση ή για την ποίηση–, το οποίο όμως γενικώς έχει γίνει αντιληπτό από τους αντεπαναστάτες. Η ποίηση όποτε εμφανίζεται τους φοβίζει· κάνουν ό,τι μπορούν για να απαλλαγούν απ’ αυτήν, χρησιμοποιώντας κάθε είδους εξορκισμό, από την καταδίκη στην πυρά μέχρι τις καθαρές στιλιστικές μελέτες. Η κάθε στιγμή αληθινής ποίησης, η οποία έχει «όλο το χρόνο του κόσμου πίσω της», ζητάει σταθερά να αναπροσανατολίσει όλο τον κόσμο κι ολόκληρο το μέλλον προς τον δικό της σκοπό. Κι όσο διαρκεί, απαιτεί την εξάλειψη των συμβιβασμών. Επαναφέρει στο προσκήνιο όλες τις εκκρεμότητες του παρελθόντος. Ο Φουριέ και ο Πάντσο Βίγια, ο Λωτρεαμόν και οι dinamiteros των Αστούριας –που οι επίγονοί τους εφευρίσκουν σήμερα νέες μορφές απεργιών–, οι ναύτες της Κρονστάνδης και του Κιέλου, κι όλοι αυτοί σ’ ολόκληρο τον κόσμο, μαζί μας ή χωρίς εμάς, που προετοιμάζονται για την μακρά επανάσταση, είναι οι αγγελιοφόροι της νέας ποίησης.
Η ποίηση γίνεται ολοένα και πιο ξεκάθαρα ο κενός χώρος, η αντιύλη της καταναλωτικής κοινωνίας, αφού δεν είναι καταναλώσιμη (σύμφωνα με τα σύγχρονα κριτήρια του καταναλώσιμου αντικειμένου: ένα αντικείμενο που έχει ισότιμη αξία για καθέναν από τη μάζα των απομονωμένων παθητικών καταναλωτών). Η ποίηση δεν είναι τίποτα όταν τσιτάρεται, μπορεί μόνο να μεταστρέφεται, να επανενεργοποιείται. Διαφορετικά, η μελέτη της ποίησης του παρελθόντος καταντάει ακαδημαϊκή άσκηση. Η ιστορία της ποίησης γίνεται απλώς τρόπος διαφυγής από την ποίηση της ιστορίας – αν ως ιστορία δεν αντιλαμβανόμαστε τη θεαματική ιστορία των κυρίαρχων, αλλά την ιστορία της καθημερινής ζωής και τις δυνατότητες απελευθέρωσής της, την ιστορία κάθε προσωπικής ζωής και την πραγματοποίησή της.
Δεν πρέπει να αφήσουμε αμφιβολίες για το ρόλο των “συντηρητών” της παλιάς ποίησης, αυτών που συντελούν στη διάδοσή της, τη στιγμή που το κράτος, γι’ αρκετά διαφορετικούς λόγους, εξαλείφει τον αναλφαβητισμό. Αυτοί οι άνθρωποι αποτελούν απλώς ένα ιδιαίτερο είδος διοργανωτών εκθέσεων σε μουσεία. Ένας μεγάλος αριθμός ποιητικών έργων διατηρείται με φυσικό τρόπο σ’ ολόκληρο τον κόσμο, αλλά δεν υπάρχουν πουθενά οι τόποι, οι στιγμές ή οι άνθρωποι που θα τα αναζωογονήσουν, θα τα επικοινωνήσουν, θα τα χρησιμοποιήσουν. Και δεν θα μπορούσαν ποτέ να υπάρξουν παρά μόνο με τον τρόπο της μεταστροφής, αφού η κατανόηση της ποίησης του παρελθόντος έχει αλλάξει, εξαιτίας τόσο της απώλειας όσο και της απόκτησης γνώσεων· κι ακόμη, επειδή κάθε φορά που παλαιότερη ποίηση μπορεί να επανανακαλύπτεται με δραστικό τρόπο, αποκτά σε μεγάλο βαθμό νέο νόημα, αφού τοποθετείται στο πλαίσιο διαφορετικών γεγονότων. Πάνω απ’ όλα όμως, μια κατάσταση όπου η ποίηση μπορεί να υπάρξει δεν πρέπει να επαναλάβει τις αποτυχίες του παρελθόντος (τα ανεστραμμένα ερείπια της ιστορίας της ποίησης που παρουσιάζονται ως λαμπρά ποιητικά μνημεία). Μια τέτοια κατάσταση τείνει προς την επικοινωνία –και την πιθανή επικράτηση– της δικιάς της ποίησης.
Τη στιγμή που η ποιητική αρχαιολογία αποκαθιστά συλλογές παλαιότερης ποίησης, και μάλιστα με απαγγελίες ειδικών σε δίσκους βινυλίου για το νεοαναλφάβητο κοινό που δημιουργεί το σύγχρονο θέαμα, όσοι ασχολούνται με την πληροφορία προσπαθούν να απαλλαγούν απ’ όλα τα “πλεονάσματα” ελευθερίας, έτσι ώστε απλώς να μεταδίδουν διαταγές. Οι θεωρητικοί της αυτοματοποίησης στοχεύουν σαφώς στην παραγωγή μιας αυτόματης θεωρητικής σκέψης, περιορίζοντας και εξαλείφοντας τις ποικιλίες τόσο στη ζωή όσο και στη γλώσσα. Όμως αυτές εξακολουθούν να τους κάθονται στο λαιμό! Οι μεταφραστικές μηχανές, για παράδειγμα, που αρχίζουν να εξασφαλίζουν την πλανητική τυποποίηση της πληροφορίας συγχρόνως με την πληροφοριακή αναθεώρηση του πολιτισμού που προηγήθηκε, πέφτουν θύματα του ίδιου τους του προγραμματισμού, από τον οποίο αναπόφευκτα διαφεύγουν τα νέα νοήματα που μπορεί να αποκτήσει μία λέξη καθώς και οι προηγούμενες διαλεκτικά αντιφατικές της σημασίες. Έτσι η ζωή της γλώσσας –η οποία συνδέεται με τις εξελίξεις στη θεωρητική κατανόηση («Οι ιδέες βελτιώνονται· το νόημα των λέξεων συμμετέχει σ’ αυτή τη βελτίωση»)– εξορίζεται από το μηχανιστικό πεδίο του επίσημου λόγου. Αλλά αυτό σημαίνει επίσης ότι η ελεύθερη σκέψη μπορεί να οργανώνεται κρυφά, απρόσιτη από τις τεχνικές της πληροφοριακής αστυνομίας. Η αναζήτηση ευκρινών σημάτων και στιγμιαίας δυαδικής ταξινόμησης συνδέεται τόσο ξεκάθαρα με την υπάρχουσα εξουσία που απαιτεί μια αντίστοιχη κριτική. Ακόμη και με τις πλέον παραληρηματικές διατυπώσεις τους, οι θεωρητικοί της πληροφορίας δεν είναι παρά αδέξιοι προάγγελοι του μέλλοντος που έχουν επιλέξει, του ίδιου αυτού θαυμαστού καινούριου κόσμου για τον οποίο εργάζονται οι κυρίαρχες δυνάμεις της παρούσας κοινωνίας – την ενίσχυση του κράτους της κυβερνητικής. Είναι οι υποτελείς των αρχόντων του τεχνοκρατικού φεουδαλισμού που συγκροτείται σήμερα. Δεν υπάρχει αθωότητα στα καραγκιοζιλίκια τους· είναι οι γελωτοποιοί του βασιλιά.
Η επιλογή μεταξύ της ιδεολογίας της πληροφορίας από τη μια και της ποίησης από την άλλη δεν έχει πλέον να κάνει με την ποίηση του παρελθόντος, όπως ακριβώς και οι διάφορες παραλλαγές που προέκυψαν από το κλασικό επαναστατικό κίνημα δεν μπορούν πλέον, οπουδήποτε στον κόσμο, να θεωρηθούν μέρος μιας πραγματικά εναλλακτικής λύσης στην επικρατούσα οργάνωση της ζωής. Η καταδίκη τους μας ωθεί να αναγγείλουμε την ολική εξαφάνιση της ποίησης με τις παλιές μορφές παραγωγής και κατανάλωσής της, και συγχρόνως την επιστροφή της με μορφές δραστικές κι αιφνίδιες. Η εποχή μας δεν χρειάζεται πια να εξαντλεί την έμπνευσή της σε ποιητικούς ρυθμούς· πρέπει να τους θέτει σ’ εφαρμογή. 


Υγ. Παραθέτω κι ένα ακόμη ανέκδοτο κείμενο της Καταστασιακής Διεθνούς από το πρώτο της τεύχος: Η πικρή νίκη του Σουρεαλισμού

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2018

Moishe Postone, 1942 - 2018

Ο Moishe Postone (κέντρο) μετά τον θάνατο του Μαρκούζε το 1979

Δημοσιεύω μεταφρασμένο ετεροχρονισμένα το αποχαιρετιστήριο σημείωμα του Norbert Trenkle για τον Moishe Postone που έφυγε από την ζωή τον περασμένο Μάρτιο. Επ' ευκαιρία λοιπόν και ενάντια στις προβλέψιμες και βαρετές νεκρολογίες για την επικαιρότητα των πενηντάχρονων του Μάη, το ιστολόγιο εστιάζει συνειδητά σε ό,τι παραμένει ζωντανή κίνηση ανατροπής της κοινωνίας της αλλοτρίωσης. 
Σύνδεσμος πρωτότυπου κειμένου: http://www.krisis.org/2018/moishe-postone-1942-2018/



Ό
ταν εμείς, ένας μικρός κύκλος συγγραφέων που είχε αφιερωθεί στην ανανέωση της ριζοσπαστικής κοινωνικής κριτικής, πέσαμε πάνω στη λογική του Αντισημιτισμού στο τότε άγνωστο δοκίμιο του Μωυσή Ποστόουν, προς τα τέλη της δεκαετίας του ’80, αυτή μας χτύπησε σαν κεραυνός. Η Κριτική της Αξίας (Wertkritik) βρισκόταν ακόμη στο ξεκίνημα της και πάσχιζε να τραβήξει τον δρόμο της ενάντια στους θεματοφύλακες του παραδοσιακού Μαρξισμού με τους οποίους τότε εμπλεκόμασταν σε πολεμικές διαμάχες και ξαφνικά υπήρχε κάποιος που σκεφτόταν με τόσο όμοιο τρόπο. Για εμάς φυσικά, η ανάλυση του Αντισημιτισμού ως μίας μορφής φετιχιστικού αντικαπιταλισμού, ήταν μια εντελώς καινουργια και ρηξικέλευθη αντίληψη. Μα δεν ήταν μόνο αυτό. Η υποκείμενη ερμηνεία της Μαρξικής θεωρίας, η επικέντρωση της κριτικής στην εργασία και την αξία ως κοινωνική σχέση, χτυπούσε ακριβώς στον πυρήνα εκείνων των θεωρητικών εξελίξεων που είχαμε επιτύχει, ώστε να βγούμε από το αδιέξοδο του τέλματος που η κοινωνική κριτική είχε περιέλθει. Αυτή η στιγμή της ευχάριστης έκπληξης επειδή κάποιος άλλος είχε ακολουθήσει ένα παρόμοιο μονοπάτι στην επανερμηνεία της Μαρξικής θεωρίας, διαμόρφωσε την σχέση μου με τον Μωυσή Ποστόουν, παρόλο που έπρεπε να περάσουν μερικά χρόνια, ώσπου να τον γνωρίσω προσωπικά και να τού εκφράσω την εκτίμησή μου.
   Εξίσου καθοριστική ήταν και η μετέπειτα ενασχόληση μου στην μετάφραση του θεμελιώδους βιβλίου του, Χρόνος, εργασία και κοινωνική κυριαρχία, στα γερμανικά, ένα εγχείρημα που χωρίς την εντατική αναμέτρηση με τις σημασίες των εννοιών και τον ειρμό των σκέψεων που αναπτύσσονται εκεί, δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί. Ακόμη και σήμερα ανατροφοδοτούμαι από τούτη την αναμέτρηση. Με έχει βοηθήσει, όπως πολύ λίγες άλλες, να οξύνω την δική μου ορολογία και τον τρόπο σκέψης μου, ακόμη κι όταν δεν συμφωνούσα με τον Μωυσή Ποστόουν (Moishe Postone). Ήταν βεβαίως απογοητευτικό για εμάς, ότι η δημοσίευση του βιβλίου του Ποστόουν συνεισέφερε ελάχιστα ώστε να εγείρει μια περιεκτική και εμβριθής κατανόηση της θεωρήτικής του προσέγγισης στην Γερμανική Αριστερά. Εδώ η αποδοχή του εγίνε επί της ουσίας ως συγγραφέα μίας καινούργιας, κριτικής οπτικής του φετιχισμού επάνω στον Αντισημιτισμό. Και μάλιστα παρ’ ότι αυτό είναι απολύτως ορθό, η αποδοχή του παρέμεινε τελείως διαχωρισμένη από την κρίτική του θεωρία για τον καπιταλισμό. Ότι αυτή η μορφή κοινωνικοποίησης, βασίζεται πάνω στην μεσολάβηση από την εργασία και υπόκειται σε μία στοχοπροσηλωμένη, ιστορικά συγκεκριμένη δυναμική, της οποίας το σημείο φυγής είναι η κατάργηση (Aufhebung) αυτής της μορφής διαμεσολάβησης, αυτή λοιπόν η επίγνωση παρέμεινε για την Γερμανική Αριστερά, και ιδιαιτέρως μάλιστα για την ακαδημαϊκή της παραφυάδα, ένα βιβλίο επτασφρράγιστο (ein Buch mit sieben Siegeln). Ήταν ευδιάκριτο από τις σκόρπιες επικρίσεις του βιβλίου του Μωυσή Ποστόουν οι οποίες, σχεδόν καθολικά, σηματοδοτούσαν έλλειψη  κατανόησης και άμυνα.
   Σε άλλες χώρες, όπως για παράδειγμα στην Βραζιλία ή την Γαλλία, η συνθήκη ήταν διαφορετική, ίσως, επειδή υπήρχε ήδη ένα προγενέστερο συναφές πλαίσιο συζήτησης της κριτικής της αξίας, το οποίο είχε δημιουργηθεί από την δημοσίευση των κειμένων της επιθεώρησης Krisis. Κι αυτό άνοιξε μερικές πόρτες. Εν τούτοις, η παράξενη ελάσσων υποδοχή στον γερμανόφωνο δημόσιο διάλογο παραμένει εξοργιστική. Η διάδοση και η επιβεβαίωση της σπουδαιότητας που έχει η θεωρητική προσέγγιση του Μωυσή Ποστόουν παραμένει ένα καθήκον προς εκτέλεση. Δεν παίζει κανένα ρόλο επί τούτω, ότι υπήρχαν αναμεσά μας άλλωστε, θεωρητικές διαφορές σε κάποιες απόψεις ─ προ πάντων η θεωρητική ερμηνεία μας για την κρίση της στοχοθετημένης καπιταλιστικής δυναμικής δεν θα μπορούσε ποτέ να πιάσει φιλίες. Οι δρόμοι μάς, αυτοί της επιθεώρησης Κρίση (Krisis) και του Μωυσή Ποστόουν, δεν ήταν ποτέ οι ίδιοι, άλλα σε πολλές απόψεις πήγαιναν παράλληλα και έχουν κατ’ επανάληψη διασταυρωθεί. Και διαπροσωπικά επίσης. Με τον Μωυσή Ποστόουν έχουμε χάσει έναν συνοδοιπόρο. Ο θάνατός του γεμίζει εμένα κι εμάς στην συλλογικότητα Krisis με θλίψη.

Norbert Trenkle (Gruppe Krisis)

Νυρεμβέργη, 24 Μαρτίου, 2018

Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017

Η κοινωνία του θεάματος πενήντα χρόνια μετά



Εισαγωγικό σημείωμα του Ρόμπερτ Κουρτζ στην βραζιλιάνικη έκδοση το 1999, της μονογραφίας του Γκυ Ντεμπόρ από τον Άνσελμ Γιάππε. Με τη σημερινή ευκαιρία της συμπλήρωσης 50 χρόνων ακριβώς από την έκδοση της Κοινωνίας του Θεάματος, δημοσιεύω την μετάφραση που έκανα στο σημείωμα που ακολουθεί. Χωρίς να παραβλέπω την ουσιαστική προσέγγιση του Κουρτζ θα υπενθυμίσω ότι η Καταστασιακή θεωρία έχει απαράγραπτες επιρροές από τον κλασικό αναρχισμό, ακόμη κι αν οι καταστασιακοί κατέκριναν τους αναρχικούς της έποχής τους. Μία από τις πλέον ανατρεπτικές θεωρίες των τελευταίων πενήντα χρόνων συνένωσε εμπρηστικά την μαρξική κριτική του καπιταλιστικού φετιχισμού με την καταδίκη του Κράτους και κάθε σύγχρονης μορφής εξουσίας.

Σύνδεσμος πρωτότυπου κειμένου:  http://www.obeco-online.org/rkurz98.htm



Η κοινωνία του θεάματος τριάντα χρόνια μετά


   Ο Γκυ Ντεμπόρ και οι άλλοι Γάλλοι καταστασιακοί είναι στη μόδα. Είναι ό,τι χειρότερο θα μπορούσε να τους συμβεί. Διότι η μόδα είναι το αντίθετο της κριτικής. Η ριζοσπαστική κριτική δεν μπορεί να καταστεί του συρμού χωρίς να χάσει το πνεύμα τής. Ό,τι βρίσκεται στον αφρό του κύματος είναι ο τρόπος με τον οποίο οι ιδέες μεταμορφώνονται σ’ απορρίμματα της παραλίας. Στη μόδα της μεταμοντέρνας ανάγνωσης, η κήρυξη του Καταστασιακού πολέμου έναντι της κυρίαρχης τάξης φαίνεται ν’ αποτελεί μια κριτική για τα μέσα επικοινωνίας, τόσο για το ύφος των ίδιων των μήντια, στην καλύτερη περίπτωση με την γραφίδα ενός Νήλ Πόστμαν, όσο και σαν κουλτουραλιστική μανούβρα για «δημιουργικούς» αριστεριστές που αρέσκονται να σερφάρουν, κατά πως φαίνεται ριζοσπαστικά, στα κύματα μιας βιομηχανίας της ευαισθητοποίησης. Όμως ο Γκυ Ντεμπόρ δεν αξίζει να συγχέεται με τον Μποντριγιάρ και να ξεπέφτει στη μορφή μιας πολιτιστικής ποπ αφίσας.

   Σε τούτη την περίπτωση, η μελέτη του Άνσελμ Γιάππε για τον Ντεμπόρ έρχεται στο κατάλληλο χρόνο. Γιατί το πόνημά του δεν έχει τίποτα το κοινό με την ανάγνωση εκείνης της κριτικής της Κοινωνίας του Θεάματος, της οποίας οι υποστηρικτές, για μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν ήθελαν καν να μάθουν αν ο Ντεμπόρ, και μόνο εκείνος, ήταν ο πραγματικός θεμελίωτής της. Εάν ο καταστασιακός πρόδρομος χρειάστηκε αρχικά να μείνει φιμωμένος από τους πλαστογράφους τού για να σβηστούν τα ίχνη τού, σήμερα φαίνεται πως εργαλειοποιείται σαν ένα ποπ είδωλο ή σαν εισαγωγή μέσα σε μία «ομιλία» αποστραγγισμένη και κομφορμιστική, ευπροσάρμοστη στην αγορά την οποία εκείνος βαθιά απεχθανόταν. Από την αρχή ο Γιάππε απορρίπτει τούτη την προσβολή, αποκαθιστώντας χωρίς συμβιβασμούς τη μνήμη του πραγματικού Ντεμπόρ, τον οποίο ο κόσμος ακόμη και σήμερα δεν θέλει να ξέρει. Το βιβλίο του Γιάππε εστιάζει ακριβώς σ’ εκείνο τον στέρεο Μαρξισμό που καθιστά το έργο του Ντεμπόρ μια ριζοσπαστική κοινωνική κριτική, και ακριβώς γι’  αυτό, συστηματικά απωθείται από τις τρέχουσες πολιτιστικές επανερμηνείες.

   Αληθεύει ότι ένας τέτοιος μαρξισμός δεν συμβαδίζει με την νομιμοποιούμενη ιδεολογία του «αργοπορημένου εκσυγχρονισμού» που βυθίστηκε μαζί με τα καθεστώτα του κρατικού καπιταλισμού. Ενάντια στο ρεύμα του μαρξιστικού κόμματος, ο Ντεμπόρ είχε επικεντρωθεί, πριν από τρείς δεκαετίες, και μάλιστα τότε εντελώς απομονωμένος, στο κεντρικό θέμα της Μαρξιστικής θεωρίας, με το οποίο ο Μαρξισμός του εργατικού κινήματος ποτέ δεν γνώριζε τι έπρεπε να κάνει: την ριζοσπαστική κριτική του φετιχισμού του εμπορεύματος, όπως εμφανίζεται στον τρόπο παραγωγής της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Με τούτο το καθοδηγητικό μοντέλο (leitmotiv), ο Ντεμπόρ μπορούσε ήδη να περιγράψει την Σοβιετική Ένωση, πολλά χρόνια πριν την παρακμή της, ως μια παράγωγη και υποδεέστερη μορφή του σύγχρονου συστήματος παραγωγής εμπορευμάτων, η οποία εν τέλει έπρεπε να επανέλθει στην κύρια καπιταλιστική τάση.

   Η αξία στο βιβλίο του Γιάππε έγκειται στ’ ότι καθιστά σαφέστερη την καθοριστική σημασία της ριζοσπαστικής κριτικής για την σύγχρονη οικονομία στην σκέψη του Ντεμπόρ. Μια κριτική της οποίας η μνεία παραμένει σε ελεύθερη πτώση, εις πείσμα όλων των επικλήσεων που γίνονται προς τους Καταστασιακούς από το τρέχον πνεύμα της εποχής. Ποιος ειδήμονας των αφοπλισμένων «ρητορειών» της οικονομικής κριτικής θέλει να θυμάται σήμερα ότι η καταστασιακή παρέμβαση το 1968 κορυφώθηκε στην αξίωση της εξαφάνισης των χρημάτων και του κράτους; Ήταν αυτή η ριζοσπαστική κριτική της ανταλλακτικής αξίας, η οποία ακολούθησε τον άγνωστο και δυσνόητο Μαρξ, και έγινε η κριτική της «κοινωνίας του θεάματος». Ο υποβιβασμός της πραγματικότητας στον αυτοσκοπό της αξιοποίησης της καπιταλιστικής αξίας (da valorização capitalista do valor) –η αντιστροφή που συντρέχει στο εσωτερικό της μεταξύ abstractum (αφηρημένου) και concretum (συγκεκριμένου), μεταξύ μέσου και σκοπού– μεταμορφώνει τις κοινωνικές δυνατότητες σε μία δύναμη ξένη και εχθρική που αντιτίθεται στα άτομα. Οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων φαίνονται να είναι σχέσεις μεταξύ νεκρών πραγμάτων. Ο Ντεμπόρ αναπτύσσει τούτη την ιδέα για να δείξει πως η φετιχιστική σχέση του κεφαλαίου έφθασε σ’ έναν ακόμη μεγαλύτερο βαθμό αφαίρεσης στην μεταπολεμική περίοδο, καθώς τα πράγματα που παράγονται σε μορφή εμπορευμάτων επικαλύπτονται από εικόνες που παράγονται κάτω απ’ την ίδια επίσης μορφή: είναι αυτές οι εικόνες που διαμεσολαβούν, έκτοτε, τις κοινωνικές σχέσεις σαν μια φαινομενικά ανταποδοτική πραγματικότητα η οποία προπορεύεται με τόσο απομονωμένο τρόπο ως αλλότρια δύναμη, των ανθρώπων αλλά και των κοινωνικών δυνάμεων που εισέρχονται μέσα σε αυτήν. Δεν πρόκειται για μια «θεωρία των μήντια», αλλά για μια κριτική ασυμβίβαστη με τον καπιταλισμό στην εποχή των μήντια – το θέαμα δεν είναι τίποτα άλλο από την «παράφρονη οικονομία»

   Από τούτη την ανάλυση ο Ντεμπόρ μπορούσε, όπως ο Γιάππε επιδεικνύει, να αναπτύξει ακόμα δύο θέματα τα οποία είναι εγγενή στην κριτική του φετιχισμού, που μόνο σήμερα, τριάντα χρόνια μετά, του προσδίδουν μία εξέχουσα επικαιρότητα: την κριτική της εργασίας και την κριτική της πολιτικής. Για πρώτη φορά, φύεται η ιδέα πως η αφηρημένη «εργασία» δεν αναπαριστά καμιά υπεριστορική κατηγορία, αλλά είναι μια συγκεκριμένη μορφή δράσης του αυτοσκοπού στο καπιταλιστικό σύστημα – ακόμη κι όταν ο Ντεμπόρ διατυπώνει αυτή την διαπίστωση μ’ ένα τρόπο επηρεασμένο από τον υπαρξισμό. Και στο βαθμό που η πολιτική ενσωματώνεται εν γένει μέσα στο θέαμα, δηλαδή στον καπιταλιστικό τρόπο αποπραγμάτωσης της ζωής, αποδοκιμάζει τη «δημοκρατία των μήντια» στο τέλος του εικοστού αιώνα που πηγαίνει χέρι με χέρι μαζί με την χωρίς περιεχόμενο προσομοίωσή της, με το κοινωνικό απαρτχάιντ και τους αιματηρούς πολέμους της νέας παγκόσμιας τάξης.

   Ο Guy Debord προοιώνισε από διάφορες πλευρές μια κατηγορική κριτική του εμπορευματικού συστήματος παραγωγής, όπως αυτό είναι στις μέρες μάς, με άλλες περισσότερο θεωρητικές και καίριες σημασίες, η οποία αναπτύσσεται συστηματικά από μια, ακόμη υπό διαμόρφωση, σχολή της ριζοσπαστικής κριτικής της αξίας και ενάντια στο Πνεύμα της Εποχής. Προκύπτει πως η αντικειμενική κρίση των κυρίαρχων κοινωνικών κατηγοριών έχει ωριμάσει τόσο πολύ ώστε μια νέα απόπειρα εναντίον του εμπορευματικού φετιχισμού, της αφηρημένης εργασίας και της θεαματικής πολιτικής θα μπορούσε να βρίσκεται σε ημερήσια διάταξη. Υπ’ αυτήν την έννοια, έχει μεγάλη σημασία να προσπαθήσουμε ν’ αρθρώσουμε την κριτική του Debord για την «Κοινωνία του Θεάματος» και τη ριζοσπαστική θεωρία της κρίσης από μια νέα κριτική της αξίας.

   Κανένας πιο ενδεδειγμένος από τον Anselm Jappe, Γερμανό με γαλλικές ρίζες που ζει στη Ρώμη, και είναι σήμερα μέρος των λίγων διανοούμενων που επιδιώκουν μια διεθνική ανταλλαγή για μια χειραφετική κοινωνική κριτική ενισχυμένη από τούτη την καθοριστική διάσταση. Κι ούτε χωρίς επιτυχία. Η κατηγορηματική ρήξη με την εμπορευματική μορφή και τα κοινωνικά της υποπροϊόντα δεν φαίνεται πλέον ως απελπιστικά ακατανόητη και αδύνατη, όπως ήταν πριν από μερικά χρόνια. Η Ενδυνάμωση των καλύτερων ιδεών αυτού του δικτύου για έναν «διαφορετικό λόγο» μπορεί ασφαλώς να καταστεί μία από τις καλές υπηρεσίες της βραζιλιάνικης μετάφρασης σε τούτο το βιβλίο, το οποίο έχει ήδη δημοσιευθεί στην Ιταλία και τη Γαλλία, αλλά δυστυχώς όχι ακόμα στη Γερμανία.

Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017

Βία του νόμου και βία της απολύτρωσης

Σταύρωση του Αγίου Πέτρου, Καραβάτζο, 1601

Του Φώτη Τερζάκη

Το πολύ νεανικό κείμενο του Walter Βenjamin που επιγράφεται «Για μια κριτική της βίας», γραμμένο αμέσως μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο και εν μέσω των μεγάλων εργατικών αγώνων στην καρδιά της Ευρώπης, ξαναγίνεται για πολλούς λόγους επίκαιρο σήμερα. Πέρα από τη σημασία που έχει για να κατανοήσουμε τη διαμόρφωση της σκέψης αυτού του σπουδαίου στοχαστή στα πρώτα της στάδια, επανήλθε στο προσκήνιο των συζητήσεων στις αρχές της δεκαετίας του '90, όταν ο Ζακ Ντεριντά, στο πλαίσιο της θεαματικής και άνευ όρων συμφιλίωσής του με την ιουδαϊκή παράδοση, θα γράψει ένα ολόκληρο βιβλίο με τίτλο «H ισχύς του Νόμου» ως απάντηση, ακριβώς, σε αυτό το πρώιμο γραπτό του Μπένγιαμιν. Εν τω μεταξύ, οι αυταρχικές μορφές στις οποίες επαναστρέφουν σήμερα οι λεγόμενες φιλελεύθερες δημοκρατίες της Δύσης, και οι ρητορικές χρήσεις του όρου «τρομοκρατία», προκειμένου να απαξιώσουν κάθε μορφή έμπρακτης αμφισβήτησης, έχουν επαναφέρει με δραματικό τρόπο το ερώτημα για τη δημοκρατική νομιμότητα, τον χαρακτήρα της έννομης τάξης και τα πολιτικά κριτήρια αξιολόγησης της βίας.


Νόμος-βία


Σε αυτό το στάδιο της σκέψης του, ο Μπένγιαμιν είναι εμφανώς επηρεασμένος από τον βολονταριστικό αναρχισμό του Georges Sorel, τον οποίο επιδιώκει να υποβάλει σε μια πιο λεπτή εννοιολογική επεξεργασία. Δύο θέσεις του Σορέλ υιοθετούνται εμφανώς στο συγκεκριμένο κείμενο: η ουσιώδης ταύτιση νόμου και βίας και η ιδέα μιας επαναστατικής βίας ελεύθερης από σκοπούς, ως μορφή στιγμιαίας και λυτρωτικής αυτοέκφρασης.

Ο Μπένγιαμιν δείχνει ότι ο νόμος, το δίκαιο και κάθε μορφή συμβολαίου εν γένει είναι προϊόντα μιας βίας, η οποία σε πρώτη φάση είναι απαραίτητη για να τα επιβάλει, και εν συνεχεία διαρκώς παρούσα και επικρεμάμενη ώστε να τα διατηρεί. Θα δείξει με μεγάλη οξυδέρκεια ότι κατ' αυτήν την έννοια η βία δεν είναι κάτι το εξωτερικό, κάτι που συνοδεύει, όπως θα λέγαμε, τον νόμο, αλλά η ίδια του η ουσία, η διαδικασία της οποίας είναι αυτός αποκρυστάλλωμα: «H άμεση παρουσία της βίας που θεσπίζει δίκαιο δεν βρίσκεται αναγκαία εντός του συμβολαίου, εκπροσωπείται όμως σε αυτό στον βαθμό που η ισχύς η οποία κατοχυρώνει το έννομο συμβόλαιο κατάγεται με τη σειρά της από τη βία, ακόμη και αν αυτή η βία δεν ορίζεται ρητά στο συμβόλαιο. Οσο μειώνεται η συνειδητοποίηση της λανθάνουσας παρουσίας της βίας εντός ενός νομικού θεσμού, τόσο αυτός παρακμάζει. Ενα τέτοιο παράδειγμα αποτελούν σήμερα τα κοινοβούλια. Παρουσιάζουν τους γνωστούς αξιολύπητους θεατρινισμούς γιατί δεν διατήρησαν τη συνείδηση των επαναστατικών δυνάμεων στις οποίες οφείλουν την ύπαρξή τους» (Walter Benjamin: «Για μια κριτική της βίας». Μετάφραση: Λεωνίδας Μαρσιανός. Εκδόσεις «Ελευθεριακή Κουλτούρα», 2002, σ. 16-7).

Σύμφωνα με την οπτική που θεωρεί ότι το δίκαιο γεννιέται αναγκαστικά από τη βία και μόνο απ' αυτήν μπορεί να δειχθεί και το αντίστροφο: ότι κάθε μορφή βίας είναι δυνάμει φορέας επανανομοθέτησης. Ιδού, λοιπόν, τι είναι εκείνο που οι πολιτικές οντότητες τρέμουν απέναντι στις ανεξέλεγκτες εκδηλώσεις βίας, τι είναι εκείνο που θέλουν να κατοχυρώσουν μέσα από την ιδιοποίηση για λογαριασμό τους του μονοπωλίου της βίας: δεν φοβούνται τόσο τα πρακτικά αποτελέσματα μιας οποιασδήποτε βίαιης ενέργειας όσο το γεγονός ότι, μέσω ακριβώς αυτής, κάποιος άλλος αναδεικνύεται σε δυνητικό υποκείμενο νομοθεσίας. Αυτό ακριβώς άλλωστε, λέει ο Μπένγιαμιν, θαυμάζει το κοινό σε έναν μεγάλο εγκληματία του οποίου τις πράξεις μπορεί κάλλιστα να αποστρέφεται: το γεγονός ότι έχει το σθένος να γίνει έστω και για μια στιγμή αυτεξούσιος, έστω και για μια στιγμή να νομοθετήσει για τον εαυτό του. Αυτό όμως σημαίνει, αν διαβαστεί σωστά, ότι κάθε μορφή βίας, οποιοδήποτε κι αν είναι το κίνητρο ή τα αποτελέσματά της, είναι κατά κυριολεκτική έννοια και προπαντός πολιτική - διακύβευμά της είναι το ποιος, υπό τις εκάστοτε παρούσες συνθήκες, έχει τη δύναμη να νομοθετεί.


Δύναμη ανατροπής


Κάθε βία η οποία έρχεται να εδραιώσει μια ορισμένη δικαιική τάξη, εγκαινιάζει μια άπειρη ανακύκλιση της βίας χωρίς δυνατότητα διαφυγής, που είναι ακριβώς η αέναα επικείμενη, και ποτέ πραγματικά υλοποιούμενη, βία της διασφάλισης του εδραιωμένου καθεστώτος. Αυτή η βία είναι ολέθρια, για τον Μπένγιαμιν και θα την περιγράψει μεταφορικά με τον όρο «μυθική βία»? η μοναδική διέξοδος από τον φαύλο κύκλο της είναι ένα είδος αντίδρομης, απολυτρωτικής βίας που έχει χαρακτηριστικά απολύτως «εκφραστικά»: χωρίς να αυτοκατανοείται ως μέσον για την επίτευξη οιωνδήποτε σκοπών, ενσκήπτει ως δύναμη ανατροπής της πρώτης εδραιωμένης βίας - και αυτήν την τελευταία ο Μπένγιαμιν θα επιχειρήσει να ορίσει μέσω της μεταφοράς «θεϊκή βία».


Επιβολή συμφερόντων


Είναι ολοφάνερες οι μεσσιανικές συνδηλώσεις αυτού του τελευταίου ορισμού. Εκείνο που στην πραγματικότητα προσπαθεί να κάνει εδώ ο Μπένγιαμιν είναι να κατοχυρώσει τα δικαιώματα μιας επαναστατικής «αντιβίας» απέναντι στην πρωταρχική, συγκεκαλυμμένη και ως εκ τούτου απειλητικότερη βία που αντιπροσωπεύει η ίδια η έννομη τάξη, μια βία η οποία έχει καταστεί μέσον για την επιβολή ειδικών συμφερόντων και σκοπών. H διατύπωσή του μας λέει ότι η βία των καταπιεσμένων, όσο τρομακτικές εκφράσεις και αν λάβει, είναι «αθώα» εν συγκρίσει με εκείνη των κυριάρχων και δεν μπορεί ποτέ να εξισωθεί ποιοτικά με αυτήν.


Οδός διαφυγής


Εάν τώρα κάποιος θέσει το ερώτημα: «Δεν υπάρχει εντέλει οδός διαφυγής από τη βία στις ανθρώπινες και στις κοινωνικές σχέσεις;», η απάντηση του Μπένγιαμιν, παρ' ότι δεν έχει διατυπωθεί ρητά, υπονοείται σαφώς σε πολλά σημεία του κειμένου. Υπάρχουν, βεβαίως, μορφές συνύπαρξης που βασίζονται στην αμοιβαιότητα και στην ελεύθερη συγκατάθεση ή ακόμα και στο διανθρώπινο ενδιαφέρον και τη στοργή, όμως αυτές δεν είναι ποτέ έννομες σχέσεις.

Οι έννομες σχέσεις οιουδήποτε είδους εμπίπτουν εξ ορισμού στο πεδίο της βίας - πράγμα που φαίνεται να σημαίνει ότι το ιδεώδες μιας ελεύθερης κοινότητας ή μιας συμφιλιωμένης ανθρωπότητας δεν μπορεί ποτέ να θεμελιωθεί στην αφηρημένη αρχή της δικαιοσύνης, όπως τουλάχιστον την κληρονομήσαμε από τη μονοθεϊστική παράδοση, χωρίς την προσφυγή σε μια άλλη, ενύπαρκτη και μη αναγώγιμη στο γενικό διάσταση: την αριστοτελική έννοια της φιλίας.



Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

Ο μεταμοντερνισμός παραφρόνησε;

Εσωτερικό χώρου στο Πάντιγκτον, Λουσιέν Φρόυντ, 1951

    Ο ένας νοικιάζει μια νταλίκα και σκοτώνει όποιον βρεθεί στον δρόμο του. Ο άλλος κυκλοφορεί με τρακόσια φυσίγγια και κλείνει ραντεβού μέσω ιστοσελίδας κοινωνικής δικτύωσης για να σκοτώσει. Ενα μαχαίρι φτάνει για να κόψει ο τρίτος την καρωτίδα ιερέα στην εκκλησία της Νορμανδίας. Διάγνωση: ο ένας είναι παράφρων και μουσουλμάνος, ο δεύτερος ήταν σιίτης μουσουλμάνος, δεν έχει σχέση με το Ισλαμικό Κράτος, ο τρίτος φώναζε το όνομα του ISIS καθώς ορμούσε μες στον ναό. Καθημερινότητα της δυτικής Ευρώπης, καθημερινότητα και του αραβικού κόσμου ακόμη. Εκεί τα θύματα της τρομοκρατίας δεν μας ενδιαφέρει να μετρηθούν.

   Οι δυτικές χώρες δεν μπορεί να εκπλήσσονται ακόμη. Θα ήταν κάτι κι αυτό. Ζητούνται ευθύνες απ’ την αστυνομία στη Νίκαια, ο υπουργός Εσωτερικών της Γαλλίας απολογείται, ο πρόεδρος Ολάντ τον καλύπτει. Στη Γερμανία συνεδριάζει το συμβούλιο ασφαλείας της χώρας. Μήπως πρέπει να δοθούν περισσότερα μέσα στην αστυνομία; Μήπως το παρακάναμε με την «ελεύθερη» μετακίνηση; Ιδέα δεν έχουν εάν ρωτήσετε αυτούς που ψήφισαν Brexit και στήθηκαν ώρες στην ουρά για να περάσουν το Κανάλι. Ευτυχώς εμείς εδώ δεν έχουμε τέτοια προβλήματα. Η Ελλάδα, ως περίπου ευρωπαϊκή χώρα, μεθοριακός σταθμός του Δυτικού Πολιτισμού, προς το παρόν ασχολείται με την οικονομική κρίση, τα μνημόνια και την ιλαρή νομιμοποίηση τους.

   Οι θιασώτες του φιλελευθερισμού συνεχίζουν να υποστηρίζουν καινοφανείς θεωρίες περί συγκρούσεως των πολιτισμών. Η θεωρία πάνω απ’ όλα. Όταν έχεις φτάσει να μηρυκάζεις θεωρητικά σχήματα, όταν έχεις φάει τη ζωή σου σε διαλέξεις και στις επιφυλλίδες για να αοριστολογείς, όταν η πνευματική ζωή στην Ευρώπη, αλλά και στις ΗΠΑ, τις τελευταίες δεκαετίες αρδεύεται από τον σχετικισμό, πώς να δεχθείς ότι η πραγματικότητα έχει την αναίδεια να σε διαψεύδει; Η τεχνοεπιστήμη και η ελεύθερη αγορά είναι η θρησκευτική πίστη των ελίτ της Δύσης. Και τα συμπαρομαρτούντα, τα κοινωνιολογικά και οικονομικά κίνητρα. Όταν η καθημερινότητα έχει πλήρως εξισωθεί, οι άνθρωποι συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο κι ας τους χωρίζουν οι κοινωνικές, πολιτισμικές και οικονομικές συνθήκες.

   Και η Δύση; Μα για τους γνωστικούς, τους σοβαρούς διανοούμενους του κόσμου τούτου, ο Δυτικός πολιτισμός έχει τις «αξίες» του, όπως και όλα τα κράτη -δικαίου- τού. Και γιατί μακελεύουν μόνο οι τζιχαντιστές στο όνομα του δικού τους Θεού, κι ας είναι παιδιά δεύτερης και τρίτης γενιάς μεταναστών που μεγάλωσαν στις χώρες της Ευρώπης, μισθοφόροι ή και ψυχασθενείς; Το κάνει αισθητικά κι όλη η κοινωνία του θεάματος από το εμπόριο βιντεογκέιμ και κινηματογραφικών, χολυγουντιανών σκουπιδιών μέχρι την εμπορευματική αναπαραγωγή, ακατάπαυστα στην τηλεόραση και το διαδίκτυο εν είδει ειδήσεων, πραγματικών εικόνων που δείχνουν ωμά και απροκάλυπτα κάθε λογής φρικαλεότητα - αδύνατο να τις συλλάβει ανθρώπινος νους. Μόνο που και τους δυό, δεν τους διαχωρίζει κανένα ποιοτικό υπόβαθρο. Και απαντά ο μειλίχιος διανοητής: Κάποια στιγμή η ισλαμική τρομοκρατία θα μας καθαρίσει. Και δεν είναι έτσι όλη η Δύση. Διαφωνώ απολύτως: ο φονταμενταλισμός -μεταμοντέρνος γαρ- παράγει τρομοκρατία στο όνομα ενός παράλογου Θεού όπως παράγει η Δύση την τρομοκρατία του ανορθολογισμού στο όνομα της δική τής θεότητας που λέγεται οικονομία. Και στόχος τους είναι η ζωή.

  Υπάρχει μια δόση κυνικού μηδενισμού σε όλες τις μορφές τεχνοκρατίας. Ακόμη και οι βλαμμένοι δικοί μας που μιλάνε στο όνομα της ανάπτυξης και των επενδύσεων την έχουν. Στην περίπτωση του τυφλού ανταγωνισμού το κίνητρο στις κοινωνίες, τουλάχιστον το ομολογημένο, είναι αφηρημένα η επιτυχία. Η παραφροσύνη είναι ο καταλύτης.

  Πολιτισμική ισοπέδωση; Η Δύση δεν θέλει να παραδεχθεί ότι δεν της κηρύχθηκε κάποιος πόλεμος αλλά της επιτίθεται το δικό τής είδωλο του αυτόματου υποκειμένου παρενδυτικό θρησκευτικά, γι' αυτό και βυθίζεται όλο και περισσότερο στην κινούμενη άμμο του τρόμου. Και ο πανικός φέρνει τον λαϊκισμό στην εξουσία, τη δυτική εκδοχή του παράφρονος Θεού της Τζιχάντ.


Υγ: Για να μην ξεχνάμε τις καταστασιακές καταβολές το κείμενο είναι μεταστροφή (détournement), [εναντι άποψης μειλίχιου και σοβαρού διανοούμενου, του δυτικού πολιτισμού.

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

Εναντιωματικός ρεαλισμός


Κυριακή, Έντουαρντ Χόπερ, 1926


 Αναρτώ ετεροχρονισμένα σε μετάφραση που έκανα σ' ένα άρθρο του Ρόμπερτ Κούρτζ που δημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο του 2002, στην εφημερίδα Neues Deutschland. Σύνδεσμος του πρωτότυπου κειμένου:



    Οι κοινωνικές διενέξεις πάντοτε αποτελούν και μια μάχη για τις έννοιες, για την «εξουσία ορισμού» του τρόπου με τον οποίο τα προβλήματα γίνονται εν γένει αντιληπτά. Θα μπορούσε κανείς να πει και ότι τα προβλήματα ορίζονται φυσικά κατά κάποιον τρόπο, σύμφωνα προς την λογική του κυρίαρχου συστήματος. Και τότε ένας αντίστοιχος χρωματισμός προϋποθέτει τις έννοιες, ακριβώς όπως το κάνει το πρότυπο του Χαμαιλέοντα. Επ' αυτού δεν υπάρχει καμιά συνειδητή συμφωνία και καμιά λογοκρισία, αλλά λειτουργεί πολύ πιο εκλεπτυσμένα η εννοιοδότηση και η διαδικασία του ορισμού (Prozeß der Definition). Ένας σίγουρος, ας πούμε, τρόπος ομιλίας, ξεκινά να ρητορεύει προς τα έξω και ξαφνικά, όλοι μιλούν κατά τα φαινόμενα, με βαθιά πεποίθηση την ίδια γλώσσα. Ιδίως από κοινωνική και οικονομική άποψη έχει καθιερωθεί στην επιστημονική έρευνα, στα μέσα ενημέρωσης και στην πολιτική τάξη μια γενικευμένη διευθέτηση της ομιλίας, από μια «γλώσσα συναίνεσης», η οποία επενεργεί ολοένα και πιο άκαμπτα, ακριβώς επειδή δεν έχει συνταγογραφηθεί κατευθείαν από κάποια διοίκηση.

    Αυτή η κατάσταση πραγμάτων απορρέει του γεγονότος, ότι η επιστήμη, τα μμε και η πολιτική δεν μπορούν να ενεργήσουν εξίσου μουγγά και αυτόματα σαν το αόρατο χέρι της αγοράς. Συγκροτούν την «υποκειμενική» πλευρά σε σχέση με τους «αντικειμενικούς» νόμους του συστήματος. Επομένως, η συμμόρφωση με τις καπιταλιστικές προσταγές δεν δίνεται από μόνη τής, αλλά πρέπει να γίνεται αρχικά, πάντα μέσα σε μια παρεκβατική διαδικασία. Μια ουσιαστική λειτουργία αυτής της ομιλίας συνίσταται στο γεγονός ότι οι συμμετέχοντες, στοιχίζονται από κοινού, περιφραγμένοι στις απαιτήσεις του γενικού καπιταλιστικού κλίματος στις οποίες προσαρμόζονται και όλες οι κοινωνικές και πολιτισμικές σχέσεις. Αυτό ακριβώς αξιώνει τούτο το γλωσσικό καθεστώς. Και κατ' αυτή την άποψη, η επιστήμη, τα μίντια και η πολιτική τάξη σχηματίζουν ένα είδος καρτέλ που προσέχει έτσι ώστε κανένα βήμα να μην παρεκκλίνει της γραμμής. Στήνεται τότε, ένα γενικό πλαίσιο όπου η εκάστοτε αγοραία τη φύσει πελατεία τούς, βομβαρδίζεται από απεραντολογίες και ταυτόχρονα της σφίγγουν τα λουριά.

    Η σημασιολογία του ιδεολογικού ελέγχου κυριαρχείται, από εκείνους που έχουν την θεμελιώδη δύναμη να ορίσουν την «πραγματικότητα» και κατά συνέπεια την «ρεαλιστική» πολιτική (Realpolitik). Το κυρίαρχο σημασιολογικό καρτέλ κηρύσσει σήμερα, σαν αρχές της πραγματικότητας, τις απαιτήσεις της καπιταλιστικής διαχείρισης της κρίσης και αναλόγως επαναπροσδιορίζει την έννοια της μεταρρύθμισης. Το άλλοτε κοινωνικό και χειραφετητικό πάθος για τις μεταρρυθμίσεις, όπως προέκυψε στην διαδρομή της ιστορικής εξέλιξης με την μορφή της συλλογικής ρύθμισης μισθών, του «κράτους πρόνοιας» και των δημόσιων υπηρεσιών, πρέπει τώρα να εξαργυρωθεί, ακριβώς αντίστροφα για μια αντίθετη μεταρρύθμιση (Gegenreform). Οι εκστρατείες για τις ιδιωτικοποιήσεις και τους κοινωνικούς περιορισμούς τρέχουν κάτω από το σύνθημα: «Μαζί μας, προμηνύεται μια Νέα Εποχή».

    Όλοι ανησυχούν αν οι «μεταρρυθμιστές», θα επικρατήσουν έναντι του «αιωνίου παρελθόντος». Κι όλοι καλούνται ν’ αποδεχτούν τους μεταρρυθμιστικούς «συμβιβασμούς στην διάρθρωση της κοινωνίας». Για παράδειγμα: να περικοπούν οι δαπάνες 5 ή 10 τοις εκατό; Πρέπει να κλείσουμε ένα νοσοκομείο ή τον παιδικό σταθμό; Θα έπρεπε να σταματήσει η παροχή των επιδομάτων για τους καρκινοπαθείς ή για τα άτομα με αναπηρίες; Να δοθεί αύξηση 1 τοις εκατό στις παροχές; Μα η επιβάρυνση, θα είναι τριπλάσια στις άλλες υπηρεσίες· ο βαθμός επιδείνωσης που παλεύει για τις μεταρρυθμιστικές γενναιοδωρίες ονομάζεται πια, «καλυτερεύσεις για τον λαό». Ο πολιτικός ανταγωνισμός αφορά μόνο όποιους μπορούν διαρκώς να πουλούν με επιδεξιότητα τις σκληρότερες περικοπές. Και ο πολιτικός χώρος της Αριστεράς απειλείται, ότι χωρίς «πειστικές μεταρρυθμίσεις» κινδυνεύει να μείνει «έκπτωτος στην μηδαμινότητα». Η «εκλογική βούληση» αφήνεται να δει μέσα από την σημασιολογία του ελέγχου, την αφθονία τόσου «ρεαλισμού» και τέτοιας «πολιτικής ωριμότητας» που η ίδια, διψά για χαμηλούς μισθούς, πολιτικές λιτότητας και ιδιωτικοποιήσεις.

    Όμως τούτο το κυρίαρχο γλωσσικό καθεστώς είναι τόσο ξεφτισμένο, όπως οι εδώ και χρόνια πληκτικές αναγγελίες της επικείμενης ανάκαμψης. Εάν συνεχιστεί αυτό, ο κάποτε τιμητικός τίτλος (Ehrenname) του «μεταρρυθμιστή» κινδυνεύει να γίνει τελικά, μία χυδαία βρισιά με την οποία ο «μέσος άνθρωπος» θα κατονομάζει τους κακούς τού γείτονες ή κάποιο αγριεμένο σκυλί. Η πλύση εγκεφάλου δεν λειτουργεί πάντα. Η κυριαρχία της εξουσίας ορισμού της πραγματικότητας μπορεί να σπάσει ασφαλώς από έναν κοινωνικά εναντιωματικό ρεαλισμό (Gegenrealismus). Έτσι μια μεγάλη, συνολική εκστρατεία, ενάντια στο σχέδιο των μισθών της φτήνιας θα ήταν μια πολιτισμική μάχη (Kulturkampf), κάτι πολύ περισσότερο από μια αμιγή κοινωνική πολιτική μέσα στα όρια της πολιτικής αριθμητικής· μια επίθεση για ένα στοιχειώδες πολιτισμικό επίπεδο. Μια εναντιωματική-ρεαλπολιτίκ που θα διαμφισβητεί απηνώς τις περιπλοκές, τις χυδαιότητες και όλα τα παρακλάδια της καταπιεστικής εργασίας και την καταστολή της κοινωνικής πρόνοιας, έχει την δυνατότητα να είναι μαζικά αποτελεσματική.

    Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο για μια σοβαρή μάχη διατήρησης των δημοσίων υπηρεσιών ως θεμελιώδες συστατικό μέρος του βιοτικού επιπέδου. «Ο λαός» έχει μπουχτίσει από τους σιδηροδρόμους με τις μετοχές, τα ταχυδρομεία με τις μετοχές και την απειλή της ύδρευσης υπό μετοχικό καθεστώς στον ίδιο βαθμό που συμβαίνει με το σύστημα υγείας δύο ταχυτήτων και την φτηνή κι ανεκπαίδευτη εκπαίδευση. Απ' αυτή την άποψη, η «Αντεπίθεση πυρών» (Πιέρ Μπουρντιέ) δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να οικοδομήσει το «αιώνιο χθες» των γραφειοκρατικών παραδόσεων. Είναι εύλογο άλλωστε το σχέδιο μιας δημόσιας υπηρεσίας με την μορφή της αυτοδιαχειριζόμενης σύμπραξης χωρίς επικερδές κίνητρο που θα ανταπέδιδε πίσω (στις κοινωνίες) τους υλικούς μηχανισμούς και τις υποδομές. Ένας τέτοιος προσανατολισμός συνδεδεμένος με την αξία της δημόσιας χρήσης δεν θα ήταν μεν πέρα από την μορφή της αξίας, μα ενδεχομένως θα ήταν μία αντιληπτή στιγμή χειραφετητικού μετασχηματισμού.

    Αν ο καπιταλισμός δεν μπορεί καν να διατηρήσει το πολιτισμικό επίπεδο, πρέπει και να μην γίνεται αποδεκτός «με υποκλίσεις» από κανέναν. Τουναντίον, ο λογαριασμός είν' ανοιχτός, εφόσον ο καπιταλισμός από την πλευρά τού δεν «εγκρίνει» πλέον, όλο και περισσότερο, την ανθρώπινη ύπαρξη. Η ανάγκη για οργανωμένους σχηματισμούς αντιπροσώπευσης των κοινωνικά εκπατρισμένων δεν θα τελειώσει ήπια -όπως έγινε κάποτε με τους πρόσφυγες του 2ου παγκοσμίου πολέμου που απορροφήθηκαν από το «οικονομικό θαύμα»- αλλά απεναντίας, αυξάνει σφοδρά· και όχι μόνο στην Ανατολική Γερμανία. Η αριθμητική του κυρίαρχου σημασιολογικού και πολιτικού καρτέλ δεν μπορεί να τους παρέχει φωνή, αλλά μόνο να οδηγήσει τις ψήφους τούς στον μύλο της εθνικιστικής-ρατσιστικής αγανάκτησης. Ας πούμε την αλήθεια: Πρέπει να διακυρήξουμε την προσωπική μας ευθύνη κι .όχι την πίστη μας στο Κράτος. Μια προσωπική ευθύνη, κατά την μη γραφειοκρατική έννοια ενός αντιθετικού κινήματος, κοινωνικά αυτόνομου και όχι με την σημασία της άκρως αυταρχικής, μα «χαρωπά ευπρόσδεκτης» πίστης στην αγορά.