Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλελεύθερος Λαϊκισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλελεύθερος Λαϊκισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 27 Ιουλίου 2018

Μετά την καταστροφή τι;


Αναδημοσίευση από το συντροφικό ιστολόγιο: The Blast

Ακόμα μια φορά αντικρίζουμε την καταστροφή. Τον πύρινο όλεθρο που κατάπιε ολόκληρες περιοχές. Δεκάδες θύματα, εκατοντάδες τραυματίες αμέτρητα νεκρά ζώα, κρανίου τόπος… Και σαν απολογισμός μια κυνική διαπίστωση για ακόμα μια φορά. Χιλιάδες εξοχικά (ή και μόνιμες κατοικίες) κτίστηκαν σε παραθαλάσσιες δασώδεις εκτάσεις των περιχώρων Aττικής με την κλασική νεοελληνική πονηριά μονοπώλησης των παραλιών. Γιατί αν μόνο εσύ έχεις είσοδο στην παραλία σου είσαι “παίχτης”, μάγκας, μετράς στο χρηματιστήριο των νέων κοινωνικών αξιών. Ολόκληρες ακτές είναι αποκομμένες από τους δρόμους και με πρόσβαση μόνο από σπίτια, βίλες και πολυτελή συγκροτήματα κατοικιών. Λιγότερο ή περισσότερο, μικροαστικές, μεσοαστικές και μεγαλοαστικές κατοικίες μονοπωλούν παραλίες γιατί αυτή είναι η επιτομή της νεοελληνικής μαγκιάς του χτίζω εξοχικό πάνω στο κύμα. Πριβέ παραλίες, πριβέ προβλητούλες, πριβέ εξεδρούλες πανω στα βράχια. Γιατί έτσι. Γιατί το αντίθετο ειναι κήρυγμα μιζέριας, γκρίνιας και κακομοιριάς εκείνων που ζηλεύουν. Όμως σε περίπτωση φωτιάς ο καθένας μπορεί να αποκοπεί. Οποιοσδήποτε χωρις πρόσβαση, χωρίς συγκεκριμένο κλειδί σε συγκεκριμένες πορτες και μάντρες που οδηγούν στη θάλασσα. Πόρτες και μάντρες κτισμάτων που οικοδομήθηκαν κι αυτά στην πλειοψηφία τους πάνω σε εκτάσεις καμμένων. Σε συνοικισμούς εκτός σχεδίου. Που οι δρόμοι ίσα ίσα ήταν για την επικοινωνία των σπιτιών μεταξύ τους, άντε και με τον περιφερειακό στην καλύτερη.
Ένας ατελείωτος εγκληματικός φαύλος κύκλος που σήμερα σοκάρει λόγω της εκατόμβης των νεκρών.
Δεν είναι μόνο ο άνεμος λοιπόν ή τα καιρικά φαινόμενα. Είναι κυρίως η επικράτηση κοινωνικών αξιών στο κοινωνικό πεδίο. Της διάχυτης υποτίμησης του φυσικού πλούτου, της απαξίωσης της άγριας ζωής και της αντίληψης ότι αυτή υφίσταται για τέρψη των εχόντων “οικόπεδων με θέα”. Μακάρι να ήταν μόνο οι πλούσιοι. Μακάρι να ήταν μόνο τα μεγαλοεπενδυτικά σχέδια διάνοιξης δρόμων, εξόρυξης ορυκτών, εγκατάστασης ανεμογεννητριών ή οικοδόμησης ξενοδοχείων και καζίνο. Τότε θα ήταν πιο εύκολο. Θα ήταν πιο καθαρές οι ευθύνες, πιο “ταξικό” το έγκλημα. Δυστυχώς είναι πιο σύνθετο. Πιο περίπλοκο. Και πιο άβολο. Πιο άβολο γιατί η σύγκρουση με τις κυρίαρχες κοινωνικές αξίες σε νεκρό χρόνο σημαίνει ανάληψη του πολιτικού ρίσκου να γίνεις κοινωνικά αντιπαθής.
Η αναπαραγωγή της φράσης επίσης “δεν υπαρχει κράτος” που ακούγεται συχνά δεν είναι τίποτα άλλο από αντανάκλαση της διάχυτης εξάρτησης από τον κρατικό μηχανισμό που είναι υπεύθυνο να σε σώσει ακόμα και αν γίνει ή Αποκάλυψη. Μια αντίληψη που εν μέρει υποκρύπτει την πυρηνική πεποίθηση ότι ο άνθρωπος μπορεί να ελέγξει τα πάντα. Πρόκειται για την πιο απροκάλυπτη αποθέωση του πιο αλαζονικού ανθρωποκεντρισμού. Ταυτόχρονα είναι και μια τραγική ειρωνεία όταν το “που είναι το κράτος” έρχεται να ακουστεί σε ένα περιβάλλον που επικρατεί η χυδαία εξατομίκευση, η πλήρης αδιαφορία για αξίες που πάνε πέρα από την επίδειξη νεοπλουτισμού, η απαξίωση των συλλογικών κεκτημένων καθώς και η κάθετη ή οριζόντια διαφθορά και διαπλοκή με πρόσωπα και υπηρεσίες του κράτους.
Μακάρι να γίνει αυτή η νέα καταστροφή πέρα από αφορμή πένθους και επίδειξης εθελοντισμού και κοινωνικής αλληλεγγύης (που πρέπει να ειπωθεί ότι είναι ανέλπιστα συγκινητική) και αφορμή προβληματισμού. Βαθύ προβληματισμού γύρω από την ποιότητα και την ιεράρχηση των κοινωνικών αξιών. Γιατί από τις προηγούμενες μεγάλες καταστροφές το μόνο που έμεινε ήταν δυστυχώς περισσότερα αυθαίρετα.



Παρασκευή 29 Ιουλίου 2016

Ο μεταμοντερνισμός παραφρόνησε;

Εσωτερικό χώρου στο Πάντιγκτον, Λουσιέν Φρόυντ, 1951

    Ο ένας νοικιάζει μια νταλίκα και σκοτώνει όποιον βρεθεί στον δρόμο του. Ο άλλος κυκλοφορεί με τρακόσια φυσίγγια και κλείνει ραντεβού μέσω ιστοσελίδας κοινωνικής δικτύωσης για να σκοτώσει. Ενα μαχαίρι φτάνει για να κόψει ο τρίτος την καρωτίδα ιερέα στην εκκλησία της Νορμανδίας. Διάγνωση: ο ένας είναι παράφρων και μουσουλμάνος, ο δεύτερος ήταν σιίτης μουσουλμάνος, δεν έχει σχέση με το Ισλαμικό Κράτος, ο τρίτος φώναζε το όνομα του ISIS καθώς ορμούσε μες στον ναό. Καθημερινότητα της δυτικής Ευρώπης, καθημερινότητα και του αραβικού κόσμου ακόμη. Εκεί τα θύματα της τρομοκρατίας δεν μας ενδιαφέρει να μετρηθούν.

   Οι δυτικές χώρες δεν μπορεί να εκπλήσσονται ακόμη. Θα ήταν κάτι κι αυτό. Ζητούνται ευθύνες απ’ την αστυνομία στη Νίκαια, ο υπουργός Εσωτερικών της Γαλλίας απολογείται, ο πρόεδρος Ολάντ τον καλύπτει. Στη Γερμανία συνεδριάζει το συμβούλιο ασφαλείας της χώρας. Μήπως πρέπει να δοθούν περισσότερα μέσα στην αστυνομία; Μήπως το παρακάναμε με την «ελεύθερη» μετακίνηση; Ιδέα δεν έχουν εάν ρωτήσετε αυτούς που ψήφισαν Brexit και στήθηκαν ώρες στην ουρά για να περάσουν το Κανάλι. Ευτυχώς εμείς εδώ δεν έχουμε τέτοια προβλήματα. Η Ελλάδα, ως περίπου ευρωπαϊκή χώρα, μεθοριακός σταθμός του Δυτικού Πολιτισμού, προς το παρόν ασχολείται με την οικονομική κρίση, τα μνημόνια και την ιλαρή νομιμοποίηση τους.

   Οι θιασώτες του φιλελευθερισμού συνεχίζουν να υποστηρίζουν καινοφανείς θεωρίες περί συγκρούσεως των πολιτισμών. Η θεωρία πάνω απ’ όλα. Όταν έχεις φτάσει να μηρυκάζεις θεωρητικά σχήματα, όταν έχεις φάει τη ζωή σου σε διαλέξεις και στις επιφυλλίδες για να αοριστολογείς, όταν η πνευματική ζωή στην Ευρώπη, αλλά και στις ΗΠΑ, τις τελευταίες δεκαετίες αρδεύεται από τον σχετικισμό, πώς να δεχθείς ότι η πραγματικότητα έχει την αναίδεια να σε διαψεύδει; Η τεχνοεπιστήμη και η ελεύθερη αγορά είναι η θρησκευτική πίστη των ελίτ της Δύσης. Και τα συμπαρομαρτούντα, τα κοινωνιολογικά και οικονομικά κίνητρα. Όταν η καθημερινότητα έχει πλήρως εξισωθεί, οι άνθρωποι συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο κι ας τους χωρίζουν οι κοινωνικές, πολιτισμικές και οικονομικές συνθήκες.

   Και η Δύση; Μα για τους γνωστικούς, τους σοβαρούς διανοούμενους του κόσμου τούτου, ο Δυτικός πολιτισμός έχει τις «αξίες» του, όπως και όλα τα κράτη -δικαίου- τού. Και γιατί μακελεύουν μόνο οι τζιχαντιστές στο όνομα του δικού τους Θεού, κι ας είναι παιδιά δεύτερης και τρίτης γενιάς μεταναστών που μεγάλωσαν στις χώρες της Ευρώπης, μισθοφόροι ή και ψυχασθενείς; Το κάνει αισθητικά κι όλη η κοινωνία του θεάματος από το εμπόριο βιντεογκέιμ και κινηματογραφικών, χολυγουντιανών σκουπιδιών μέχρι την εμπορευματική αναπαραγωγή, ακατάπαυστα στην τηλεόραση και το διαδίκτυο εν είδει ειδήσεων, πραγματικών εικόνων που δείχνουν ωμά και απροκάλυπτα κάθε λογής φρικαλεότητα - αδύνατο να τις συλλάβει ανθρώπινος νους. Μόνο που και τους δυό, δεν τους διαχωρίζει κανένα ποιοτικό υπόβαθρο. Και απαντά ο μειλίχιος διανοητής: Κάποια στιγμή η ισλαμική τρομοκρατία θα μας καθαρίσει. Και δεν είναι έτσι όλη η Δύση. Διαφωνώ απολύτως: ο φονταμενταλισμός -μεταμοντέρνος γαρ- παράγει τρομοκρατία στο όνομα ενός παράλογου Θεού όπως παράγει η Δύση την τρομοκρατία του ανορθολογισμού στο όνομα της δική τής θεότητας που λέγεται οικονομία. Και στόχος τους είναι η ζωή.

  Υπάρχει μια δόση κυνικού μηδενισμού σε όλες τις μορφές τεχνοκρατίας. Ακόμη και οι βλαμμένοι δικοί μας που μιλάνε στο όνομα της ανάπτυξης και των επενδύσεων την έχουν. Στην περίπτωση του τυφλού ανταγωνισμού το κίνητρο στις κοινωνίες, τουλάχιστον το ομολογημένο, είναι αφηρημένα η επιτυχία. Η παραφροσύνη είναι ο καταλύτης.

  Πολιτισμική ισοπέδωση; Η Δύση δεν θέλει να παραδεχθεί ότι δεν της κηρύχθηκε κάποιος πόλεμος αλλά της επιτίθεται το δικό τής είδωλο του αυτόματου υποκειμένου παρενδυτικό θρησκευτικά, γι' αυτό και βυθίζεται όλο και περισσότερο στην κινούμενη άμμο του τρόμου. Και ο πανικός φέρνει τον λαϊκισμό στην εξουσία, τη δυτική εκδοχή του παράφρονος Θεού της Τζιχάντ.


Υγ: Για να μην ξεχνάμε τις καταστασιακές καταβολές το κείμενο είναι μεταστροφή (détournement), [εναντι άποψης μειλίχιου και σοβαρού διανοούμενου, του δυτικού πολιτισμού.

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2016

Εναντιωματικός ρεαλισμός


Κυριακή, Έντουαρντ Χόπερ, 1926


 Αναρτώ ετεροχρονισμένα σε μετάφραση που έκανα σ' ένα άρθρο του Ρόμπερτ Κούρτζ που δημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο του 2002, στην εφημερίδα Neues Deutschland. Σύνδεσμος του πρωτότυπου κειμένου:



    Οι κοινωνικές διενέξεις πάντοτε αποτελούν και μια μάχη για τις έννοιες, για την «εξουσία ορισμού» του τρόπου με τον οποίο τα προβλήματα γίνονται εν γένει αντιληπτά. Θα μπορούσε κανείς να πει και ότι τα προβλήματα ορίζονται φυσικά κατά κάποιον τρόπο, σύμφωνα προς την λογική του κυρίαρχου συστήματος. Και τότε ένας αντίστοιχος χρωματισμός προϋποθέτει τις έννοιες, ακριβώς όπως το κάνει το πρότυπο του Χαμαιλέοντα. Επ' αυτού δεν υπάρχει καμιά συνειδητή συμφωνία και καμιά λογοκρισία, αλλά λειτουργεί πολύ πιο εκλεπτυσμένα η εννοιοδότηση και η διαδικασία του ορισμού (Prozeß der Definition). Ένας σίγουρος, ας πούμε, τρόπος ομιλίας, ξεκινά να ρητορεύει προς τα έξω και ξαφνικά, όλοι μιλούν κατά τα φαινόμενα, με βαθιά πεποίθηση την ίδια γλώσσα. Ιδίως από κοινωνική και οικονομική άποψη έχει καθιερωθεί στην επιστημονική έρευνα, στα μέσα ενημέρωσης και στην πολιτική τάξη μια γενικευμένη διευθέτηση της ομιλίας, από μια «γλώσσα συναίνεσης», η οποία επενεργεί ολοένα και πιο άκαμπτα, ακριβώς επειδή δεν έχει συνταγογραφηθεί κατευθείαν από κάποια διοίκηση.

    Αυτή η κατάσταση πραγμάτων απορρέει του γεγονότος, ότι η επιστήμη, τα μμε και η πολιτική δεν μπορούν να ενεργήσουν εξίσου μουγγά και αυτόματα σαν το αόρατο χέρι της αγοράς. Συγκροτούν την «υποκειμενική» πλευρά σε σχέση με τους «αντικειμενικούς» νόμους του συστήματος. Επομένως, η συμμόρφωση με τις καπιταλιστικές προσταγές δεν δίνεται από μόνη τής, αλλά πρέπει να γίνεται αρχικά, πάντα μέσα σε μια παρεκβατική διαδικασία. Μια ουσιαστική λειτουργία αυτής της ομιλίας συνίσταται στο γεγονός ότι οι συμμετέχοντες, στοιχίζονται από κοινού, περιφραγμένοι στις απαιτήσεις του γενικού καπιταλιστικού κλίματος στις οποίες προσαρμόζονται και όλες οι κοινωνικές και πολιτισμικές σχέσεις. Αυτό ακριβώς αξιώνει τούτο το γλωσσικό καθεστώς. Και κατ' αυτή την άποψη, η επιστήμη, τα μίντια και η πολιτική τάξη σχηματίζουν ένα είδος καρτέλ που προσέχει έτσι ώστε κανένα βήμα να μην παρεκκλίνει της γραμμής. Στήνεται τότε, ένα γενικό πλαίσιο όπου η εκάστοτε αγοραία τη φύσει πελατεία τούς, βομβαρδίζεται από απεραντολογίες και ταυτόχρονα της σφίγγουν τα λουριά.

    Η σημασιολογία του ιδεολογικού ελέγχου κυριαρχείται, από εκείνους που έχουν την θεμελιώδη δύναμη να ορίσουν την «πραγματικότητα» και κατά συνέπεια την «ρεαλιστική» πολιτική (Realpolitik). Το κυρίαρχο σημασιολογικό καρτέλ κηρύσσει σήμερα, σαν αρχές της πραγματικότητας, τις απαιτήσεις της καπιταλιστικής διαχείρισης της κρίσης και αναλόγως επαναπροσδιορίζει την έννοια της μεταρρύθμισης. Το άλλοτε κοινωνικό και χειραφετητικό πάθος για τις μεταρρυθμίσεις, όπως προέκυψε στην διαδρομή της ιστορικής εξέλιξης με την μορφή της συλλογικής ρύθμισης μισθών, του «κράτους πρόνοιας» και των δημόσιων υπηρεσιών, πρέπει τώρα να εξαργυρωθεί, ακριβώς αντίστροφα για μια αντίθετη μεταρρύθμιση (Gegenreform). Οι εκστρατείες για τις ιδιωτικοποιήσεις και τους κοινωνικούς περιορισμούς τρέχουν κάτω από το σύνθημα: «Μαζί μας, προμηνύεται μια Νέα Εποχή».

    Όλοι ανησυχούν αν οι «μεταρρυθμιστές», θα επικρατήσουν έναντι του «αιωνίου παρελθόντος». Κι όλοι καλούνται ν’ αποδεχτούν τους μεταρρυθμιστικούς «συμβιβασμούς στην διάρθρωση της κοινωνίας». Για παράδειγμα: να περικοπούν οι δαπάνες 5 ή 10 τοις εκατό; Πρέπει να κλείσουμε ένα νοσοκομείο ή τον παιδικό σταθμό; Θα έπρεπε να σταματήσει η παροχή των επιδομάτων για τους καρκινοπαθείς ή για τα άτομα με αναπηρίες; Να δοθεί αύξηση 1 τοις εκατό στις παροχές; Μα η επιβάρυνση, θα είναι τριπλάσια στις άλλες υπηρεσίες· ο βαθμός επιδείνωσης που παλεύει για τις μεταρρυθμιστικές γενναιοδωρίες ονομάζεται πια, «καλυτερεύσεις για τον λαό». Ο πολιτικός ανταγωνισμός αφορά μόνο όποιους μπορούν διαρκώς να πουλούν με επιδεξιότητα τις σκληρότερες περικοπές. Και ο πολιτικός χώρος της Αριστεράς απειλείται, ότι χωρίς «πειστικές μεταρρυθμίσεις» κινδυνεύει να μείνει «έκπτωτος στην μηδαμινότητα». Η «εκλογική βούληση» αφήνεται να δει μέσα από την σημασιολογία του ελέγχου, την αφθονία τόσου «ρεαλισμού» και τέτοιας «πολιτικής ωριμότητας» που η ίδια, διψά για χαμηλούς μισθούς, πολιτικές λιτότητας και ιδιωτικοποιήσεις.

    Όμως τούτο το κυρίαρχο γλωσσικό καθεστώς είναι τόσο ξεφτισμένο, όπως οι εδώ και χρόνια πληκτικές αναγγελίες της επικείμενης ανάκαμψης. Εάν συνεχιστεί αυτό, ο κάποτε τιμητικός τίτλος (Ehrenname) του «μεταρρυθμιστή» κινδυνεύει να γίνει τελικά, μία χυδαία βρισιά με την οποία ο «μέσος άνθρωπος» θα κατονομάζει τους κακούς τού γείτονες ή κάποιο αγριεμένο σκυλί. Η πλύση εγκεφάλου δεν λειτουργεί πάντα. Η κυριαρχία της εξουσίας ορισμού της πραγματικότητας μπορεί να σπάσει ασφαλώς από έναν κοινωνικά εναντιωματικό ρεαλισμό (Gegenrealismus). Έτσι μια μεγάλη, συνολική εκστρατεία, ενάντια στο σχέδιο των μισθών της φτήνιας θα ήταν μια πολιτισμική μάχη (Kulturkampf), κάτι πολύ περισσότερο από μια αμιγή κοινωνική πολιτική μέσα στα όρια της πολιτικής αριθμητικής· μια επίθεση για ένα στοιχειώδες πολιτισμικό επίπεδο. Μια εναντιωματική-ρεαλπολιτίκ που θα διαμφισβητεί απηνώς τις περιπλοκές, τις χυδαιότητες και όλα τα παρακλάδια της καταπιεστικής εργασίας και την καταστολή της κοινωνικής πρόνοιας, έχει την δυνατότητα να είναι μαζικά αποτελεσματική.

    Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο για μια σοβαρή μάχη διατήρησης των δημοσίων υπηρεσιών ως θεμελιώδες συστατικό μέρος του βιοτικού επιπέδου. «Ο λαός» έχει μπουχτίσει από τους σιδηροδρόμους με τις μετοχές, τα ταχυδρομεία με τις μετοχές και την απειλή της ύδρευσης υπό μετοχικό καθεστώς στον ίδιο βαθμό που συμβαίνει με το σύστημα υγείας δύο ταχυτήτων και την φτηνή κι ανεκπαίδευτη εκπαίδευση. Απ' αυτή την άποψη, η «Αντεπίθεση πυρών» (Πιέρ Μπουρντιέ) δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να οικοδομήσει το «αιώνιο χθες» των γραφειοκρατικών παραδόσεων. Είναι εύλογο άλλωστε το σχέδιο μιας δημόσιας υπηρεσίας με την μορφή της αυτοδιαχειριζόμενης σύμπραξης χωρίς επικερδές κίνητρο που θα ανταπέδιδε πίσω (στις κοινωνίες) τους υλικούς μηχανισμούς και τις υποδομές. Ένας τέτοιος προσανατολισμός συνδεδεμένος με την αξία της δημόσιας χρήσης δεν θα ήταν μεν πέρα από την μορφή της αξίας, μα ενδεχομένως θα ήταν μία αντιληπτή στιγμή χειραφετητικού μετασχηματισμού.

    Αν ο καπιταλισμός δεν μπορεί καν να διατηρήσει το πολιτισμικό επίπεδο, πρέπει και να μην γίνεται αποδεκτός «με υποκλίσεις» από κανέναν. Τουναντίον, ο λογαριασμός είν' ανοιχτός, εφόσον ο καπιταλισμός από την πλευρά τού δεν «εγκρίνει» πλέον, όλο και περισσότερο, την ανθρώπινη ύπαρξη. Η ανάγκη για οργανωμένους σχηματισμούς αντιπροσώπευσης των κοινωνικά εκπατρισμένων δεν θα τελειώσει ήπια -όπως έγινε κάποτε με τους πρόσφυγες του 2ου παγκοσμίου πολέμου που απορροφήθηκαν από το «οικονομικό θαύμα»- αλλά απεναντίας, αυξάνει σφοδρά· και όχι μόνο στην Ανατολική Γερμανία. Η αριθμητική του κυρίαρχου σημασιολογικού και πολιτικού καρτέλ δεν μπορεί να τους παρέχει φωνή, αλλά μόνο να οδηγήσει τις ψήφους τούς στον μύλο της εθνικιστικής-ρατσιστικής αγανάκτησης. Ας πούμε την αλήθεια: Πρέπει να διακυρήξουμε την προσωπική μας ευθύνη κι .όχι την πίστη μας στο Κράτος. Μια προσωπική ευθύνη, κατά την μη γραφειοκρατική έννοια ενός αντιθετικού κινήματος, κοινωνικά αυτόνομου και όχι με την σημασία της άκρως αυταρχικής, μα «χαρωπά ευπρόσδεκτης» πίστης στην αγορά.

Πέμπτη 24 Ιουλίου 2014

Και πάλι Άουσβιτς;


Γιόσλ Μπέργκνερ:  Πατέρας και Παιδί, 1943



Ενάντια στην φιλελεύθερη εργαλειοποίηση του Ολοκαυτώματος.

του Franz Schandl*
Το κείμενο δημοσιεύτηκε τον Φεβρουάριο του 2005 στην εφημερίδα Junge Velt. Σύνδεσμος πρωτότυπου με τίτλο, Immer wieder Auschwitz? : http://www.streifzuege.org/2005/immer-wieder-auschwitz


  Ζούμε σε καιρούς διττού ευτελισμού. Ο ένας είναι ήδη γνωστός, τον άλλο θα τον εξετάσουμε σ΄αυτό το σημείωμα. Δεν είναι μόνο εξοργιστική η σχετικοποίηση του Άουσβιτς με τις άλλες θηριωδίες αλλά είναι εξίσου ανυπόφορο, το Άουσβιτς σαν γεγονός να σχετικοποιεί και όλα τα υπόλοιπα. Καμία σύρραξη δεν γίνεται αντιληπτή πια σαν μία ιδιαίτερη αγριότητα (όπου τα διακριτά χαρακτηριστικά της πρέπει να αναλυθούν), αλλά προβάλλεται με κάποιον τρόπο επάνω στο Ολοκαύτωμα κι ως εκ τούτου καθίσταται μικροδιάστατη. Το ίδιο το Άουσβιτς δεν ερμηνεύεται από την σκοπιά της ιστορικής εξέλιξης αλλά αντιστρόφως συνδέεται άμεσα με το οποιοδήποτε επίκαιρο περιστατικό.
   Πέραν των ολοφάνερα ευρισκόμενων σε παράκρουση φασιστών κάποιος δεν μπορεί πλέον να διακρίνει τους πραγματικούς φασίστες. Πέραν των απολύτως φαντασιόπληκτων αντισημιτών κάποιος δεν μπορεί να αναγνωρίσει πια τους αληθινούς. Το Άουσβιτς πρέπει να αποτραπεί σε κάθε περίπτωση, οπουδήποτε, οποτεδήποτε και με οποιοδήποτε τρόπο, εάν δεν προκύψει κανένα άλλο επιχείρημα. Η αναφορά στους Ναζί είναι παρούσα σχεδόν παντού και γίνεται ένα δημοφιλές και πολυχρηστικό όπλο που παρεμβάλλεται και εφαρμόζεται ανά πάσα στιγμή. Η φρικαλεότητα του παρελθόντος δεν χρησιμεύει ως προειδοποίηση αλλά εξυπηρετεί σαν δικαιολογία την σημερινή ωμότητα. Το Άουσβιτς γίνεται ένα άλλοθι.
   Το Ολοκαύτωμα λειτουργεί με αυτήν την εντυπωσιακή λογική σαν πρόσχημα για διάφορα εγκλήματα, βομβιστικές επιθέσεις, εισβολές, επιδρομές και βασανισμούς. Μετά το 1945 οι ιδεολόγοι του Ψυχρού Πολέμου, κάνοντας κατάχρηση, εξάντλησαν την μέθοδο σύγκρισης των εξωφρενικών ναζιστικών εγκλημάτων (που υποστηρίχθηκαν από την καταστροφική θεωρία του ολοκληρωτισμού). Και σήμερα όπως φαίνεται, η μέθοδος τείνει να επιβληθεί σε όλο τον κόσμο. Στο Άουσβιτς έχει βρεθεί συγκεκριμένα η αιτία που γυρεύουν τα κέντρα εξουσίας για την διεξαγωγή πολέμων: «Principiis obsta»,** το ρητό αυτό έγινε μία φιλελεύθερη φάρσα! Η τραγική ιστορική ειρωνεία συνίσταται στο γεγονός ότι μέχρι τώρα οι παράλογες συνέπειες της αστικής εξουσίας παρουσιάζονται ως δικαίωση του εαυτού της. Αυτή η σκοπιά των πραγμάτων ισοδυναμεί με την πλήρη επικύρωση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής ανεξαρτήτως των στόχων της.
   Έτσι το μεγαλύτερο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας έως τώρα χρησιμεύει σε πολλούς για να επιτρέψει νέα εγκλήματα ή ακόμη και να δώσει την πρόφαση για την απαίτηση τους. Το Άουσβιτς γίνεται η δικαιολογία για τις διάφορες τερατωδίες και μαζί το κίνητρο για να αποφευχθούν, υποτίθεται, τα χειρότερα. Τέτοιας φύσης είναι και ο ισχυρισμός της προφυλακτικής καταπολέμησης του. Σήμερα στο Ιράκ, αύριο στο Ιράν και μεθαύριο στην Ρωσία, την Κίνα ή την Βενεζουέλα. Ποιος γνωρίζει, πόσα άλλα υποψηφία θηράματα προσφέρονται. Η επίσημη Γερμανία έκανε επίδειξη στην πρώην Γιουγκοσλαβία του τρόπου λειτουργίας αυτού του ισχυρισμού. Με τη βοήθεια μίας καινούργιας παραλληλίας κατέστησε εφικτή την ανηλεή επιβολή των δικών της συμφερόντων. Ω, τι κατόρθωμα! Το Άουσβιτς έχει γίνει μία πετυχημένη εξαγωγική πολιτική επάνω στην οποία η Δύση εν γένει και η Γερμανία εν προκειμένω, μπορούν να προσδοκούν οφέλη. 
   Οι πάντες τελεσφορούν κατηγορώντας τους άλλους πως είναι ναζί. Μάλιστα κάποιοι προβληματίζονται άνευρα, εάν δεν θα πρέπει να ριχτούν ατομικές βόμβες επάνω στα κεφάλια άλλων ανθρώπων. Η εκτεταμένη προπαγάνδα της πολιτισμικής βιομηχανίας είναι τμήμα εκείνης της αποστολής που έχει αναλάβει η οικονομία της αγοράς για την υπόληψη της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Αναμφισβήτητα, οι ιδεολογικές βόμβες διασποράς των δυτικών αξιών έχουν αποτέλεσμα. Στο όνομα του Διαφωτισμού εδραιώνουν μία φίλο-ιμπεριαλιστική συναίνεση που φτάνει έως το εσωτερικό της Αριστεράς. Το μυστηριώδες παιχνίδι του εκπολιτισμού συσκοτίζει εντελώς την διαδρομή της σημερινής δημοκρατικής βαρβαρότητας που παρουσιάζεται με προσωπείο ελεύθερης αγοράς. Γι αυτό ήταν και εκείνη που ρύθμισε τον Κόσμο κατά τέτοιο τρόπο που να εμφανίζει τον εαυτό της αδιάκοπα....



Αμετροεπής παραλληλισμός από κακόγουστο γελοιογράφο.
Υποσημειώσεις:
* Ο Φράντζ Σάνντλ είναι ιστορικός/συγγραφέας.
** Σ.τ.μ. "Πολέμα κάθε αρχίνισμα" προτρέπει το ρητό του Οβιδίου υπονοώντας την πρόκληση αντίστασης εν τη γενέσει των φαινομένων.