Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

Το θεσμικό μονοπώλιο της βίας στην δίκη του Τάσου Θεοφίλου


   Ο Νικολό Μακιαβέλι στον περίφημο Ηγεμόνα αναφέρει στην σημασία της ικανότητας εκείνου που ασκεί την εξουσία πως όταν το πόπολο αρχίζει να χάνει την εμπιστοσύνη του σε αυτόν που άρχει – ας βάλουμε λοιπόν στην θέση αυτή το Κράτος για να δώσουμε μία τωρινή διάσταση ερμηνευτικά – τότε εκείνος θα πρέπει να την διατηρήσει με την βία. Διότι όταν ο λαός θ’ αρχίσει να μην τον πιστεύει πια τότε ο άρχοντας θα κινδυνέψει να πέσει και να τσακιστεί στους θεσμούς που ο ίδιος θεσμοθέτησε. Βέβαια ό,τι έχει ουσιαστική σημασία στην πραγματεία του Μακιαβέλι είναι το συμπέρασμα πως αυτός που ασκεί την εξουσία κατά παράδοση, οφείλει και να διατηρήσει με προσοχή εκείνους τους κοινωνικοπολιτικούς θεσμούς με τους οποίους ο λαός είναι εξοικειωμένος ώστε η εξουσία του να είναι διαρκής. Το αδαμάντινο μας κράτος λοιπόν οφείλει να διατηρεί παντοδύναμους εκείνους τους θεσμούς που αποτελούν την καταστατική του προϋπόθεση και που χωρίς αυτούς μας είναι αδιανόητο ως τέτοιο. Κι αυτοί δεν είναι άλλοι εκτός από όσους συγκροτούν το θεσμικό του μονοπώλιο της βίας και επικαλύπτονται στην διαβαθμισμένη εξουσία των τριών χεριών του, νομοθετικού, εκτελεστικού και δικαστικού.
   Ποιος βέβαια να το φανταζότανε ότι το δικαστικό του χέρι για να εδραιώνει συνεχώς την θέση του Κράτους στην αυγή του 21ου αιώνα θα πρέπει να δικαιώνει τις προτροπές του αναγεννησιακού στοχαστή. Εν τούτοις μία τέτοια εξέλιξη δεν πρέπει να θεωρείται αναχρονιστική αλλά σύμφωνη με το πνεύμα της κρίσης που διέπει την παραπαίουσα κοινωνία της εργασίας. Εδώ και καιρό διαφαίνεται μία διάχυση της κατασταλτικής λαγνείας των δημοκρατικών θεσμών και στις εξοχότερες των ευρωπαϊκών οικογενειών όπως η Γαλλία*, η Βρετανία ή η Ισπανία. Αυτή η διάχυση εφορμά ως θεαματικό αίτημα για περισσότερη τάξη και ασφάλεια από την στιγμή που η ίδια η κοινωνία της εργασίας χαροπαλεύει και το Κράτος, πιεζόμενο πια, πρέπει να αποκαταστήσει τον ετοιμόρροπο θεσμικό του ρόλο. Έτσι και στην Ελλάδα όταν όλες οι άλλες αρμοδιότητες του έχουν αρχίσει να συρρικνώνονται και να περνούν μέσα από το μάτι της βελόνας για να διαμορφώσουν στο τέλος ένα μινιμαλιστικό Λεβιάθαν, επειδή αυτό είναι το αποτέλεσμα της επιταγής των παρανοϊκών νόμων που αξιοποιούν την ανταλλακτική αξία του κεφαλαίου, ο μόνος πόλος που θα σταθεί για να δικαιολογήσει την μορφή του αστικού Κράτους είναι εκείνος που είναι συνυφασμένος από την απαρχή του και προσιδιάζει σε κάθε λογής νεκροταφείο. Η τάξη και η ασφάλεια!
   Χάριν λοιπόν αυτής της αδιαπραγμάτευτης συνθήκης που υποτίθεται ότι συντηρεί την κοινωνική ειρήνη η δικαστική εξουσία είναι διατεθειμένη να κάνει τα δικά της δικονομικά άλματα. Και μπορεί ακόμη και να φτάσει μέχρι το σημείο να πρωτοπορήσει επανερμηνεύοντας τον νομικό της πολιτισμό που βαστάει από την εποχή του Διαφωτισμού. Εφεξής σε ορισμένες περιπτώσεις όταν το δικαστήριο κρίνει κατά το δοκούν, τότε ο κατηγορούμενος θα λογίζεται κατά τεκμήριο ένοχος και δεν θα πρέπει το δικαστήριο να αποδεικνύει την ενοχή του αλλά εκείνος την αθωότητα του.
   Έτσι ακριβώς εξελίχθηκε και η δίκη Θεοφίλου. Ήδη για το πόρισμα της ενοχής του είχαν αποφανθεί τα μαζικά μέσα εξηλιθίωσης του κοινού από την στιγμή που η αντιτρομοκρατική υπηρεσία που τον συνέλαβε για την αιματηρή ληστεία στην Πάρο το καλοκαίρι του 2012, τον προσήγαγε με όλες τις χολιγουντιανές τιμές που αρμόζουν σε κάποιο ταραξία της δημόσιας τάξης και εχθρό της κοινωνικής ασφάλειας ως τρομοκράτη. Στην εξέλιξη της δίκης δεν προέκυψε καμία ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την ενοχή του Τάσου Θεοφίλου. Το μοναδικό πειστήριο που τον ενοχοποιούσε (ένα ψάθινο καπέλο) εμφανίζεται στην δικογραφία μετά την φωτογράφιση όλων των πειστηρίων στον τόπο του εγκλήματος. Δηλαδή σαν να λέμε περίπου: εκ των υστέρων της διαδικασίας συγκέντρωσης των όποιων στοιχείων. Αυτό λοιπόν το καπέλο κατά την διάρκεια της δίκης κατέστη δικονομικά διάτρητο διότι αποσαφηνίστηκε, καθότι κινητό αντικείμενο, πιο πολύ ως ένδειξη παρά ως απόδειξη της όποιας εγκληματικής πράξης.
   Παρ’ όλα αυτά ο Θεοφίλου καταδικάστηκε πρωτόδικα με ποινή ίση με την ακρωτηρίαση 25 χρόνων από την ζωή του ώστε να εξευμενίστει με αυτόν τον τρόπο η περιρρέουσα κατασταλτική προκατάληψη των δικαστών που τον δίκασαν με κριτήριο το μοντέλο καταστολής, που επισείει η τάξη και η ασφάλεια και τείνει πλέον να γίνει ο κανόνας, κι όχι στηριζόμενοι στην αλήθεια των πραγματικών γεγονότων. Το δικαστήριο έτσι θέλησε να δικαιώσει κυνικά και μία άλλη ρήση του Μακιαβέλι που αντιτείνει ότι «όποιος συμπεριφέρεται με καλοσύνη σε μια κοινωνία με τόσους, που είναι κάθε άλλο παρά καλοί, είναι φυσικό να καταστραφεί».
   Αξίζει βεβαίως να αναφερθούμε και στην σημειολογία της μη αναγνώρισης ως ελαφρυντικού από τους δικαστές του πρότερου έντιμου βίου στον κατηγορούμενο. Ενώ απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες που αφορούσαν τα περί τρομοκρατίας ωστόσο δεν του αναγνώρισαν ως ελαφρυντικό το συγγραφικό του έργο ως μέρος μίας έντιμης ζωής επειδή σύμφωνα με την εισαγγελέα είχε ασταθή κοινωνικό βίο γιατί δεν εξασκούσε κάποιο σταθερό επάγγελμα και προετοίμαζε εν τοιαύτη περιπτώσει την ληστεία τράπεζας. Αλήθεια κάποιος που εκφράζει τις λογοτεχνικές του ανησυχίες φτάνοντας στο σημείο να γράφει διηγήματα έστω κι αν παιδεύει ακατάπαυστα το πνεύμα του για να το πετύχει, εάν δεν είναι με αξιακά ανταλλάξιμους όρους αναγνωρισμένος από το κάθε λογής ανερμάτιστο σινάφι αυτής της εργατικής κοινωνίας, παύει να εκλαμβάνεται ως έντιμος; Φυσικά και δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός πως πριν από δύο περίπου εβδομάδες κάποιος τσαρλατάνος που μαϊμουδίζει τον λιμπεράλ πολιτικό (και που η ζωή του μπορεί να απογραφεί τηλεγραφικά σε αυτά τα αστεία βιογραφικά σημειώματα, με τον βαρύγδουπο τίτλο Curriculum Vitae, μέσα σε λιγοστές αράδες) χαρακτήρισε τον Μαρξ τεμπελχανά! Και είναι ενδεικτικό του πως κάποιοι ταγοί της κοινωνίας της εργασίας δηλαδή οι πολιτικοί και δικαστικοί της λειτουργοί αντιλαμβάνονται την έντιμη εικόνα για τα μέλη της: Μακάριους ως φιλόπονους, αφηρημένα εργατικούς και συνάμα φτωχούς τω πνεύματι. Φτυστούς, σαν τη μάπα τους!

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΟΝ ΑΘΩΟ ΤΑΣΟ ΘΕΟΦΙΛΟΥ!
 
Υποσημειώσεις:
* Βλέπε στις παραπομπές το κεφάλαιο «Violence, mais pour quoi faire?» από το δοκίμιο του Ανσελμ Γιάππε «Credit A Mort»
** Η εικόνα του ποστ αποτελεί εικονογράφηση για το πασίγνωστο μυθιστόρημα του Φραντζ Κάφκα: Η Δίκη

Παραπομπές:
α) Ο Ηγεμόνας  ~ Νικολό Μακιαβέλι,  Εκδόσεις: Περίπλους 2003 ~ 1513
β) Violence, mais pour quoi faire?  ~ Anselm Jappe Editions Lignes ~ 2009
γ) Μαρξ 2000  ~ Ρόμπερτ Κουρτζ ~ 1999