Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προβληματισμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προβληματισμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Απριλίου 2024

Η παθολογία των γυναικοκτονιών


 

 

Ορισμένες θλιβερές κοινοτοπίες για την αδικοχαμένη Κυριακή

 Η πραγματικότητα στέκει αδιάψευστος μάρτυρας της βαναυσότητας του κράτους που είναι αδύνατο να εξανθρωπιστεί. Μόνο ο αυτοσεβασμός και ο ρεαλισμός που ενέχει μία ενεργή κριτική συνείδηση οφείλει να το αναγνωρίζει όταν έρχεται αντιμέτωπος με αυτού του είδους την αναλγησία. Στην αφηρημένη διαχείριση των ανθρώπινων ζωών η λήθη μιας διαδικασίας υπερισχύει πάντοτε κυνικά ―συνέβη φυσικά και στη πανδημία― απέναντι στην αλήθεια της επείγουσας ανθρώπινης ανάγκης. Σε μια τέτοια διαδικασία που λαμβάνει μέσα στην ιστορία συνεχώς διαφορετικές εγκληματικές μορφές γιατί αποτελεί ολοκληρωτικά έναν κοινωνικό αυταρχισμό αντιστοιχεί η εκβιομηχάνιση της ύπαρξης, η αποκτήνωση της μετατροπής της ανθρώπινης ζωής σε αντικείμενο που αποστερεί τον άνθρωπο από τα ιδιαίτερα γνωρίσματά του. (Μέσα στον 20ο αιώνα η νεωτερική κοινωνία ταλαντευόταν από το εθνικοσοσιαλισμό του τρίτου Ράιχ και τους ερυθρούς Χμερ στη Καμπότζη, μέχρι την πολιτιστική επανάσταση της Κίνας ή τις παιδουπόλεις της Φρειδερίκης ώστε να λάβει την τωρινή μορφή μίας αυταρχικής-δημοκρατικής διαχείρισης των πληθυσμών που έχουν καταστεί πλεονάζοντες από την κρίση που μαστίζει τον φιλελευθερισμό της αγοράς και το αόρατό του χέρι προσπαθώντας μάταια να την υπερβούν.)

   Η νοοτροπία του υπαλλήλου η οποία εξ ορισμού απεκδύεται την κριτική ικανότητα διότι δρα παθητικά ενατενίζοντας δεν μετασχηματίζεται μέσα στην υφιστάμενη αλλοτρίωση επειδή είναι εγγενής της εξατομίκευσης των ανθρώπων που έχασαν πλέον και την παραμικρή δυνατότητα της ελευθερίας στη χρήση των ζωών τους. Όταν τα πάντα εξαντλούνται στον αποδιοπομπαίο τράγο της ατομικής ευθύνης, αλλά ποτέ δεν θίγονται οι συγκεκριμένες συνθήκες της γενικευμένης υποβάθμισης της ζωής και κατ’ επέκταση οι ακρωτηριασμένες κοινωνικές σχέσεις, ξεπέφτουμε με ευκολία στην αθλιότητα της θεωρητικής παρλαπίπας για την αναβάθμιση των μηχανισμών του κράτους και στον πρακτικό εκφυλισμό της κοινωνίας, με τον απειλητικό κίνδυνο των κατασταλτικών οργάνων του τα οποία παροτρύνονται, από τον λαϊκισμό και την απερισκεψία του, να χρησιμοποιούν σφαίρες.

    Η συνολική αδυναμία της κριτικής επανεξέτασης των κοινωνικών δεινών και της καταστρεπτικής δομής τους στρέφει την παράλογη προβολή της ατομικής ευθύνης επάνω στο ίδιο το θύμα. Ο μισογυνισμός έρχεται να δηλώσει απροκάλυπτα την παρουσία του έπειτα από κάθε γυναικοκτονία. Αντί να καταδικαστεί καθολικά μέσα στην ίδια την κοινωνία ώστε να απομονωθεί η έμφυλη βία, ενδυναμώνεται μια ροπή προς τη σεξουαλική βία με την θεαματική δαιμονοποίηση των θυμάτων και της συμπεριφοράς τους. Όχι μόνο έχει εκλείψει νοσηρά η έννοια του αυτοσεβασμού, εξαλείφοντας την δυνατότητα μιας στοιχειώδους συνείδησης, αλλά παγιώνεται ο εποικισμός ενός συλλογικού θυμικού από κατώτερα και βάρβαρα ένστικτα. Και τότε έπονται ενδημικά και άλλες τέτοιεςφρικώδεις δολοφονίες.

Τρίτη 1 Μαρτίου 2022

Anti-imp α λα Πούτιν

Η γυναίκα που κλαίει, Πάμπλο Πικάσσο 1937, ελαιογραφία

 

Anti-imp α λα Πούτιν

Πώς τα αυταρχικά καθεστώτα σκηνοθετούν τους εαυτούς τους σαν αγωνιστές αντίστασης ενάντια στη Δύση
 του Ερνστ Λόχοφ

Σύνδεσμος πρωτότυπου κειμένου: https://jungle.world/artikel/2022/07/antiimp-la-putin

 Ημερομηνία δημοσίευσης 17/2/2021

«Ο κύριος εχθρός βρίσκεται μέσα στην ίδια του τη χώρα» έγραψε ο Καρλ Λίμπκνεχτ κατά τη διάρκεια του Α’ παγκόσμιου πολέμου, μία φράση η οποία έμεινε βαθιά χαραγμένη στην συλλογική μνήμη της Αριστεράς. Η παρόρμηση της μητροπολιτικής Αριστεράς να αρνηθεί την κινητοποίηση ενάντια στον εξωτερικό εχθρό δεν έρχεται τυχαία. Η καπιταλιστική παγκόσμια κοινωνία αποτελεί εν τέλει, μία επιβεβαιωμένα ιμπεριαλιστική τάξη, στην οποία η εξουσία και η επιρροή κατανέμονται εξαιρετικά άνισα σε όλες τις περιοχές του κόσμου. Κατά συνέπεια, τα κράτη του καπιταλιστικού κέντρου ορίζουν τον ρυθμό με τον οποίο πρέπει να χορεύει η περιφέρεια της παγκόσμιας αγοράς και καθορίζουν επίσης κατά κανόνα τα ηγεμονικά πρότυπα ερμηνείας.

      Ακόμη και ο πόλεμος υπό την ηγεσία των ΗΠΑ εναντίον του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν ακολούθησε το 2003 στο Ιράκ τούτο το γνώριμο σενάριο. Εν τούτοις, σηματοδοτεί συγχρόνως ένα ιστορικό ορόσημο. Οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους κατάφεραν, να συντρίψουν στρατιωτικά την ετοιμόρροπη αναπτυξιακή δικτατορία του Ιράκ σε χρόνο μηδέν· παρ’ όλα αυτά η πολιτική αναδιοργάνωση κατέληξε σε φιάσκο. Η ιδεολογική αίσθηση του καθήκοντος με την οποία η Δύση τη δεκαετία του ’90 σύρθηκε στους «πολέμους για τα ανθρώπινα δικαιώματά» της, ως αυτοαποκαλούμενος παγκόσμιος αστυφύλακας, έχει έκτοτε εξαφανιστεί εντελώς.

      Όχι ότι η Δύση δεν είναι πλέον σε θέση να επιβάλλει παγκοσμίως την υπεροχή των οικονόμικών της συμφερόντων. Σοφά σε τούτο το έδαφος, οι εκάστοτε Πούτιν, Λουκασένκο και Ερντογάν αυτού του κόσμου ούτε καν αμφισβητούν τις ΗΠΑ και τα κράτη της ΕΕ. Άλλωστε, αμέσως μετά τον θρίαμβό τους την περασμένη χρονιά οι νικητές Ταλιμπάν μεταμορφώθηκαν σε ικέτες ζητώντας από τη Γερμανική κυβέρνηση, μεταξύ άλλων, ανθρωπιστική βοήθεια· ωστόσο η συμπεριφορά τους στη σφαίρα της πολιτικής ταυτότητας γίνεται τόσο πιο πολεμοχαρής. Κάθε είδους απολυταρχικοί παίρνουν την πόζα του αντιιμπεριαλιστή αγωνιστή και θορυβωδώς δεν ανέχονται οποιοδήποτε δυτικό πατρονάρισμα ενώ την ίδια στιγμή δοκιμάζουν ν’ αποκτήσουν δοσοληψίες με τη Δύση.

      Αν το μοναδικό τίμημα για τούτη την αλλόκοτη μορφή συνεργασίας και αντιπαράθεσης, ήταν να χάσει το κύρος της η Δύση τότε το όλο ζήτημα θα μπορούσε ασφαλώς να θεωρηθεί μια ασήμαντη μπαγαποντιά για την Αριστερά που προσανατολίζεται προς την χειραφέτηση. Δυστυχώς, τα πραγματικά θύματα της αντιπαράθεσης βρίσκονται εντελώς αλλού. Οι αυταρχικοί εξουσιαστές παίζουν από σπόντα [διπλό παιχνίδι]. Επιδιώκουν τη σύγκρουση με τη Δύση ώστε να εξασφαλίσουν τον έλεγχο επάνω στους δικούς τους λαούς. Αντιπαρατιθέμενοι στην Δύση, τα καθεστώτα των «κλεφτών και απατεώνων» ―όπως ο Αλεξέι Νοβάλνι και άλλοι αντιπολιτευτικοί αποκαλούν το ρωσικό κυβερνών κόμμα Ενωμένη Ρωσία― θέλουν να ανακτήσουν τη νομιμότητα που απολάμβαναν στην Ρωσία και αλλού, και την έχουν χάσει προ πολλού, σε μία κοινωνία εξαντλημένη από την διαφθορά και την κοινωνική αθλιότητα.

      Πρόθεσή τους είναι να τοποθετήσουν τις σχέσεις τους επάνω στην ακόλουθη επιχειρηματική βάση: οι ΗΠΑ και η ΕΕ πρέπει ν’ αποκηρύξουν τις φλυαρίες για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την δημοκρατία και ν’ αφήσουν στα αυταρχικά καθεστώτα την εξουσία τους και την ελευθερία τους στην κυριαρχία και την κατοχή των δικών τους πληθυσμών. Τότε η ειρηνική εξισορρόπηση των συμφερόντων δεν αποτελεί πλέον πρόβλημα.

      Η υπόθεση εν προκειμένω γίνεται πιο περίπλοκη στην περίπτωση της τέως υπερδύναμης Ρωσίας, δεδομένου ότι δεν αρκεί στο καθεστώς του Πούτιν να διατηρεί την απόλυτη εξουσία στη χώρα του. Για να πείσει με το ζόρι των ρωσικό λαό, ότι είναι μάταιη η ανυπακοή, ακολουθεί ένα είδος στρατηγικής της μηδενικής δημοκρατίας στο έδαφος της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Κάτω από τον φόβο της ανατρεπτικής μετάδοσης, η Ρωσία του Πούτιν έχει μετατραπεί σ’ ένα οχυρό προληπτικής αντεπανάστασης. Είτε πρόκειται για την Κιργιζία, τη Λευκορωσία ή, το Καζακστάν πιο πρόσφατα, μόλις μια κλεπτοκρατία κλονιστεί στην πρώην σοβιετική σφαίρα επιρροής, η σωτηρία είναι κοντά της στην μορφή της ρωσικής πολιτικής υποστήριξης ή ακόμη και του Ρωσικού στρατού. Τα κράτη της Βαλτικής είναι απίθανο να επανέλθουν και επίσης η Ουκρανία διέφυγε της ρωσικής μέγγενης με την «πορτοκαλί επανάσταση». Είναι πλέον πολύ πιο σημαντικό, τουλάχιστον ν’ αποσταθεροποιηθεί. Χωρίς την αποδέσμευση της δεν θα είχε ποτέ προσαρτηθεί η Κριμαία και δεν θα υπήρχε σήμερα καμιά ανάπτυξη των ρωσικών στρατευμάτων.

         Κάποια κομμάτια του αστικού τύπου γράφουν για τον νεοσοβιετικό ιμπεριαλισμό εν όψει της σύρραξης στην Ουκρανία. Τούτη η τοποθέτηση που κολλιέται σαν ετικέτα, συσκοτίζει περισσότερο από ό, τι επεξηγεί, διότι δεν καθιστά αν μη τι άλλο σαφές το παράδοξο που χαρακτηρίζει την σχέση της Ρωσίας με τα γειτονικά της Κράτη. Η έντονη επιθετικότητα της πολιτικής των Ρώσων εξουσιαστών εκπηγάζει από την αδυναμία του καθεστώτος και αποτελεί εκδήλωση της αποδιοργάνωσης της ρωσικής κοινωνίας. Πέραν αυτού, η χρήση της έννοιας του ιμπεριαλισμού υποδηλώνει ότι η ρώσικη ηγεσία επιδιώκει ν’ αποκτήσει τον άμεσο έλεγχο σε άλλες χώρες και στους πόρους τους ώστε να ενισχύσει τις δικές της οικονομικές δυνατότητες. Στην πραγματικότητα, η υποστήριξη του Λευκορωσικού καθεστώτος που έχει πληγεί από τις Δυτικές κυρώσεις και η προσάρτηση της Κριμαίας είναι μία επιχορήγηση δίχως προοπτική απόσβεσης. Εάν παραδόξως η Ρωσική ηγεσία δοκιμάσει πραγματικά να προσαρτήσει την Ουκρανία, αυτό θα ήταν ολέθριο για την κατοχική δύναμη ακόμη και χωρίς τις Δυτικές κυρώσεις.

      Επίσης, κάποια κομμάτια της Αριστέρας μιλούν με προθυμία για τον ιμπεριαλισμό. Όμως μ’ αυτό δεν υπονοούν την Ρωσία αλλά ως επί το πλείστον την Δύση. Λέγεται ότι η επέκταση της ΕΕ και του ΝΑΤΟ στα Ανατολικά είναι η έκβαση ενός μεθοδευμένου σχεδίου αρπαγής γης. Τούτη η ερμηνεία προβάλει στις αρχές του 21ου αιώνα τους κανόνες με τους οποίους λειτουργούσε η παγκόσμια πολιτική στα τέλη του 19ου αιώνα. Φυσικά και υπάρχουν κύκλοι στα Κράτη του ΝΑΤΟ και της ΕΕ που υποστηρίζουν την διεύρυνση στην Ανατολή, φυσικά και υπάρχουν μεμονωμένες πρωτεύουσες που επωφελήθηκαν από αυτή. Ωστόσο,  οι δυνάμεις που την παρακινούν δεν βρίσκονταν σε καμία περίπτωση στις μητροπολιτικές χώρες της Δύσης αλλά στα Κράτη της περιφέρειας.

      Στις χώρες της Βαλτικής και στην Ουκρανία η κατώτερη εταιρική σχέση με τις ΗΠΑ και τις χώρες του πυρήνα της ΕΕ ήταν κι εξακολουθεί να είναι, μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, η μοναδική προοπτική. Τις ωθεί στους αντίστοιχους θεσμούς. Στα Δυτικά μητροπολιτικά κράτη δεν υπερίσχυσε καθόλου ο ομόφωνος ενθουσιασμός. Προ παντός στην ΕΕ τα παλιά μέλη θεώρησαν τα νεότερα ότι είναι ένα εν δυνάμει βάρος. Η δημοκρατική αίσθηση του καθήκοντος και η υποψία ότι οι νέες προσθήκες μπορούσαν να επιβαρύνουν υπερβολικά το ταμείο και να θέσουν σε κίνδυνο την ικανότητα λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξισορρόπησαν η μία την άλλη.

      Όσον αφορά το ΝΑΤΟ, είχε χάσει τον λόγο της ύπαρξής του με το τέλος της αντιπαράθεσης του διπολικού μπλοκ. Ως εκ τούτου, θα έπρεπε είτε να είχε διαλυθεί στις αρχές της δεκαετίας του ’90, είτε να προσφέρει στην Ρωσία την ενταξή της. Όσο συνεχίζει να υπάρχει ως γνήσια Δυτική στρατιωτική συμμαχία, ήταν εύλογο για τις χώρες που αναζητούν δεσμούς με την Δύση να εξωθηθούν στο ΝΑΤΟ. Αν κάποιος θέλει να μιλήσει για τον ιμπεριαλισμό μέσα σ’ αυτόν τον συσχετισμό τότε θα πρέπει να δώσει έμφαση στην παράδοξη μορφή του. Προέρχεται λιγότερο από την παρόρμηση των παλιότερων μελών για κατάκτηση και επέκταση και πολύ περισσότερο από την επιθυμία των «νεοφερμένων» να ενταχθούν στην λέσχη των εκλεκτών. Ακόμη και οι ίδιες οι ΗΠΑ έχουν πλέον θαμμένο το όνειρό τους για έναν μονοπολικό κόσμο. θέλουν να επικεντρωθούν στον κύριο αντίπαλο τους και αυτός δεν εδρεύει στη Μόσχα αλλά στο Πεκίνο.

      Η ρωσική προπαγάνδα επεξηγεί τον Δυτικό προσανατολισμό των Κρατών του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού ως έκβαση μιας συστηματικής «πολιτικής της περικύκλωσης». Κατ’ αυτό τον τρόπο μπορεί να επικαλείται την εθνική ταυτότητα και να αποσπά την προσοχή από τον τρόμο που προκαλεί ένας καπιταλισμός (α λα Πούτιν) της μεγάλης ρωσικής μαφίας σε πλατιά στρώματα του πληθυσμού στα διάδοχα Κράτη της Σοβιετικής Ένωσης. Όντως η επιθετική τακτική της Ρωσικής κυβέρνησης κατά τεκμήριο καταλογίζει στην Δύση πως κάνει το αντίθετο από εκείνο, για το οποίο [το Κρεμλίνο] την κατηγορεί. Μόνο και μόνο, επειδή το καθεστώς του Πούτιν ξέρει ακριβώς πόσο περιορισμένο είναι το συμφέρον της Δύσης για την ανατόλική του περιφέρεια, επιδιώκει την αντιπαράθεση. Θα τού βγει ο υπολογισμός; Όπως και να έχει, δύσκολα θ’ αποτύχει εξαιτίας της γερμανικής πολιτικής. Σ’ αυτήν εδώ την χώρα υπάρχει μία ευρεία και άτυπη υπερκομματική συμμαχία που βρίσκει κατανόηση στον Πούτιν.

      Είναι αχρείαστη μια ριζοσπαστική Αριστερά η οποία προθυμοποιείται να στηθεί στην ουρά και να μπει σε τούτο τον μεγάλο συνασπισμό που αντιδρά [ενάντια] στην Δυτική πολεμική υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι δυνάμεις της χειραφέτησης στέκονται μπροστά σε μια εντελώς διαφορετική πρόκληση. Η οικουμενικότητα των Δυτικών αξιών, η οποία ανέκαθεν διέψευδε τον εαυτό της, έχει πεταχτεί στον κάλαθο των αχρήστων. Είτε η Δύση θέλει να συμβιβαστεί με τον Πούτιν, είτε να συμμετέχει μαζί του στο παιχνίδι των συγκρούσεων του, και τα δύο στρατόπεδα τα ενώνει ένας ρεαλπολιτίκ προσανατολισμός.

      Ο αποχαιρετισμός στην φιλελεύθερη-δημοκρατική αίσθηση του καθήκοντος δεν καθιστά καθόλου τον κόσμο έναν καλύτερο τόπο, αλλά έναν ακόμη πιο τρομαχτικό. Μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού ο φιλελεύθερος μύθος έλεγε ότι η δημοκρατία και η οικονομία της αγοράς θ’ άνοιγαν τον δρόμο για τα μέλη της παγκόσμιας κοινωνίας προς την ελευθερία και την ευημερία. Αυτή η ψευδαίσθηση έχει η ίδια ντροπιαστεί αξιολύπητα. Μα τούτο δεν πρέπει να σημαίνει ότι το δικαίωμα του καθενός στην αυτοδιάθεση και στην συμμετοχή του μέσα στον κοινωνικό πλούτο καταπέφτει στον σωρό των σκουπιδιών της ιστορίας.

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2020

Το δέντρο, το δάσος και ένας ιός ανάμεσά τους

Η δύστοπία είναι παρούσα


Του Κώστα Σβόλη

   Θα μπορούσε να είναι σειρά επιστημονικής φαντασίας Netflix, αλλά τυχαίνει να είναι μια παγκόσμια πραγματικότητα με πολλαπλές συνέπειες, που θα βάλει τη σφραγίδα της στον κόσμο που ζούμε.
  Παράλληλα με την επέκταση του ιού επεκτείνεται και γενικεύεται η σύγχυση και ο αποπροσανατολισμός των κοινωνιών. Παραπαίουμε ανάμεσα στη φοβική ψύχωση και στη συνωμοσιολογία. Κοιτάμε το δέντρο και χάνουμε το δάσος, και μαζί με το δάσος χάνουμε και τη δυνατότητα να βρούμε τρόπους και περάσματα προς μια κοινωνική συνθήκη που θα ξεπεράσει τη νοσογόνο φύση του Καπιταλισμού.
   Ο κορονοϊός δεν είναι μια κατασκευή στο πλαίσιο ενός εμπορικού πολέμου ή της επιβολής μιας παγκόσμιας κυριαρχίας όπως φαντάζονται διάφοροι συνωμοσιολόγοι παντός καιρού και ευρέος ιδεολογικού φάσματος. Ο κορονοϊός, όπως και οι υπόλοιπες πανδημίες που έχουν εμφανιστεί τις τελευταίες δεκαετίες, είναι αποτέλεσμα ενός συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής, κατανάλωσης και ζωής στα πλαίσια του Παγκόσμιου Καπιταλισμού. Τεράστιες μεγαλουπόλεις πολλών εκατομμυρίων στις οποίες οι άνθρωποι συνωστίζονται ο ένας πάνω στον άλλο στην κατοικία, στη δουλειά, στη μετακίνηση, στην κατανάλωση κλπ. Ουδείς αγνοεί την κυρίαρχη συνθήκη της υπέρμετρης χρήσης φαρμάκων, αντιβιοτικών, χημικών ουσιών, που μεταλλάσσει τους ιούς σε ακόμα ανθεκτικότερους και κάνει ακόμα πλουσιότερο το βιοτεχνολογικό λόμπυ. Η διατροφή μας βασίζεται όλο και περισσότερο σε έναν βιομηχανικό τρόπο παραγωγής ασύλληπτου όγκου σκουπιδιών, είναι απτή πραγματικότητα η μόλυνση και η εξάντληση του περιβάλλοντος από τη ληστρική επιδρομή των ορδών που εκκινούν από την ακόρεστη δίψα για παραγωγή-κατανάλωση-κέρδος. Ο τομέας του τουρισμού, υδροκεφαλισμένος ως βαριά βιομηχανία, έχει απίστευτες συνέπειες τόσο στο περιβάλλον όσο και στην καθημερινότητα των τοπικών κοινωνιών, στην κουλτούρα τους και φυσικά στις εργασιακές συνθήκες- όλα όψεις της βάρβαρης καπιταλιστικής επέκτασης. Παρακολουθούμε την άνευ όρων απαξίωση της δημόσιας υγείας και τη μετατροπή της σε εμπόρευμα. Σ’ αυτές τις παραμέτρους, στη νοσογόνο φύση του ίδιου του καπιταλισμού, πρέπει να αναζητήσουμε τις αιτίες κάθε είδους πανδημίας (πρότερης, τωρινής και μελλοντικής) και όχι σε ειδεχθή σενάρια που απεργάζονται «σκοτεινά κέντρα» σε κάποιες μυστικές υπηρεσίες ή κονκλάβια.
   Η πανδημία είναι υπαρκτή μαζί με τους κινδύνους που εγκυμονεί για τις κοινωνίες και ιδιαίτερα για τις ευπαθείς ομάδες. Η αναγκαιότητα για τη δημιουργία τρόπων κοινωνικής αυτοάμυνας μέσα από την ενσυναίσθηση, τη σύνεση, την αλληλεγγύη είναι προφανής. Τα σωστά μέτρα για να ξεπεραστεί αυτό που ζούμε είναι στα χέρια των ίδιων των κοινωνιών με τις μορφές αυτοοργάνωσης και αυτενέργειας που οφείλουν να ανακαλύψουν, όχι στην υπεράνω οποιασδήποτε αμφισβήτησης και εν λευκώ ευχέρεια ενός Κράτους-Πανοπτικού, ενός κράτους του φόβου και ελέγχου. Ας βρούμε τους τρόπους να προστατέψουμε τους εαυτούς μας και τους δίπλα μας. Ας νοιαστούμε για αυτούς που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη και ας αναπτύξουμε δίκτυα οργάνωσης της καθημερινής μας άμυνας απέναντι στη νόσο. Πέρα όμως από τις όποιες άμεσες ενέργειες μας ήρθε η ώρα να ξανασκεφτούμε σε ποιον κόσμο θέλουμε να ζούμε και να τον αλλάξουμε αλλάζοντας οι ίδιοι τον τρόπο αντίληψης και τις πρακτικές μας, όχι βέβαια ως ένα ατομικό life style αλλά ως συλλογικοποιημένες δράσεις για την ανάκτηση της ίδιας μας της ζωής.
   Ο καπιταλισμός κινείται πάντα εντός των αντιφάσεών του, τρέφεται από την καταστροφή του, έως ότου καταρρεύσει παρασύροντας και εμάς μαζί του στη δυστοπία ενός αβίωτου κόσμου. Το οικονομικό κόστος της πανδημίας είναι τεράστιο και θα γίνει ακόμα μεγαλύτερο το επόμενο διάστημα – ειδικά για χώρες που βασίζονται στον τουρισμό όπως ή Ελλάδα. Ήρθε λοιπόν η ώρα να ανοίξουμε και πάλι τη συζήτηση μέσα στην κοινωνία, για ένα άλλο κοινωνικό παράδειγμα που δεν θα κουβαλάει τις νοσογόνους παραμέτρους του καπιταλισμού.
   Ο καπιταλισμός χάνει από την καταστροφή των οικονομικών του δραστηριοτήτων, αλλά πάντα (κι αυτό αποδεικνύει η ίδια η ιστορική του διαδρομή) προσβλέπει στα κέρδη της μελλοντικής ανοικοδόμησης – και η ανοικοδόμηση θα πατήσει στα χνάρια που πάταγε ως τώρα και θα είναι το ίδιο καταστροφική και νοσογόνα με αυτήν που ζούμε σήμερα. Κάθε κρίση είναι και μια ευκαιρία. Κάθε ευκαιρία ανοίγει τον δρόμο σε μια νέα κρίση…
   Όσο νεοφιλελεύθερη, δηλαδή ακραία καπιταλιστική, είναι η οικονομία του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, τόσο στηρίζεται σε ένα αυταρχικό κράτος κεντρικού ελέγχου και επιτήρησης που αντιμετωπίζει τις κοινωνίες ως εσωτερικό εχθρό. Το μόνο που έχει να αντιτάξει απέναντι στην πανδημία είναι μια κοινωνία-φυλακή με μηχανισμούς επιτήρησης και εσωτερικευμένου φόβου, πριμοδοτεί την παραίτηση από οποιαδήποτε κοινωνική αυτενέργεια και προωθεί την εμπέδωση του δόγματος ότι τα μόνα νομιμοποιημένα δρώντα υποκείμενα είναι το Κράτος και οι Επιχειρήσεις.
  Κατά την άποψη του γράφοντα αυτό δεν απορρέει από ένα συνειδητό σχέδιο, αλλά από την ίδια τη δομική σύσταση του κράτους ως εξουσιαστικού μηχανισμού, από την ίδια την αντίληψη που έχει ο καπιταλισμός –και άρα οι φυσικοί φορείς της ιδεολογίας του– για το πώς οργανώνεται και λειτουργεί η ανθρώπινη κοινωνία. Ας μην προσπαθούμε λοιπόν να βρούμε κρυμμένα σχέδια και επιτελεία συνωμοσιών και ας χτυπήσουμε κατευθείαν στην καρδιά του κτήνους, στη φύση του Καπιταλισμού, θέτοντας το πρακτικό ζήτημα της ανατροπής του.
 Ο Όργουελ και ο Ζαμιάτιν θα χαμογελούσαν πικρά, βλέποντας την εποχή μας.
  Να αμυνθούμε συλλογικά τόσο απέναντι στη νόσο όσο και απέναντι στον φόβο, να ξαναβρούμε τα μονοπάτια που μας φέρνουν κοντά και μας οδηγούν πέρα από την καπιταλιστική δυστοπία του παρόντος και του μέλλοντος.

Υγ. Ψύχραιμη και εύλογη προσέγγιση του Κώστα για τη πανδημία. Το μόνο που τού ξεφεύγει κατά τη δική μου γνώμη είναι η ατελείωτη λούπα της διαδοχής μεταξύ  ευκαιρίας  και κρίσης.  Ο καπιταλισμός πεθαίνει αργά και σταθερά. Δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει στο μέλλον καμία επανεκκίνηση. Η μετανεωτερικότητα είναι η τελική κρίση του συστήματος - η κοινωνική κατάρρευσή του (όπως υπανίσσεται και η εικόνα που συνοδεύει το ποστ). Με ό,τι συνεπάγεται για τις δυνάμεις της συλλογικής ζωής που θέλουν να το ανατρέψουν.