Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2018

Μετά την καταστροφή τι;


Αναδημοσίευση από το συντροφικό ιστολόγιο: The Blast

Ακόμα μια φορά αντικρίζουμε την καταστροφή. Τον πύρινο όλεθρο που κατάπιε ολόκληρες περιοχές. Δεκάδες θύματα, εκατοντάδες τραυματίες αμέτρητα νεκρά ζώα, κρανίου τόπος… Και σαν απολογισμός μια κυνική διαπίστωση για ακόμα μια φορά. Χιλιάδες εξοχικά (ή και μόνιμες κατοικίες) κτίστηκαν σε παραθαλάσσιες δασώδεις εκτάσεις των περιχώρων Aττικής με την κλασική νεοελληνική πονηριά μονοπώλησης των παραλιών. Γιατί αν μόνο εσύ έχεις είσοδο στην παραλία σου είσαι “παίχτης”, μάγκας, μετράς στο χρηματιστήριο των νέων κοινωνικών αξιών. Ολόκληρες ακτές είναι αποκομμένες από τους δρόμους και με πρόσβαση μόνο από σπίτια, βίλες και πολυτελή συγκροτήματα κατοικιών. Λιγότερο ή περισσότερο, μικροαστικές, μεσοαστικές και μεγαλοαστικές κατοικίες μονοπωλούν παραλίες γιατί αυτή είναι η επιτομή της νεοελληνικής μαγκιάς του χτίζω εξοχικό πάνω στο κύμα. Πριβέ παραλίες, πριβέ προβλητούλες, πριβέ εξεδρούλες πανω στα βράχια. Γιατί έτσι. Γιατί το αντίθετο ειναι κήρυγμα μιζέριας, γκρίνιας και κακομοιριάς εκείνων που ζηλεύουν. Όμως σε περίπτωση φωτιάς ο καθένας μπορεί να αποκοπεί. Οποιοσδήποτε χωρις πρόσβαση, χωρίς συγκεκριμένο κλειδί σε συγκεκριμένες πορτες και μάντρες που οδηγούν στη θάλασσα. Πόρτες και μάντρες κτισμάτων που οικοδομήθηκαν κι αυτά στην πλειοψηφία τους πάνω σε εκτάσεις καμμένων. Σε συνοικισμούς εκτός σχεδίου. Που οι δρόμοι ίσα ίσα ήταν για την επικοινωνία των σπιτιών μεταξύ τους, άντε και με τον περιφερειακό στην καλύτερη.
Ένας ατελείωτος εγκληματικός φαύλος κύκλος που σήμερα σοκάρει λόγω της εκατόμβης των νεκρών.
Δεν είναι μόνο ο άνεμος λοιπόν ή τα καιρικά φαινόμενα. Είναι κυρίως η επικράτηση κοινωνικών αξιών στο κοινωνικό πεδίο. Της διάχυτης υποτίμησης του φυσικού πλούτου, της απαξίωσης της άγριας ζωής και της αντίληψης ότι αυτή υφίσταται για τέρψη των εχόντων “οικόπεδων με θέα”. Μακάρι να ήταν μόνο οι πλούσιοι. Μακάρι να ήταν μόνο τα μεγαλοεπενδυτικά σχέδια διάνοιξης δρόμων, εξόρυξης ορυκτών, εγκατάστασης ανεμογεννητριών ή οικοδόμησης ξενοδοχείων και καζίνο. Τότε θα ήταν πιο εύκολο. Θα ήταν πιο καθαρές οι ευθύνες, πιο “ταξικό” το έγκλημα. Δυστυχώς είναι πιο σύνθετο. Πιο περίπλοκο. Και πιο άβολο. Πιο άβολο γιατί η σύγκρουση με τις κυρίαρχες κοινωνικές αξίες σε νεκρό χρόνο σημαίνει ανάληψη του πολιτικού ρίσκου να γίνεις κοινωνικά αντιπαθής.
Η αναπαραγωγή της φράσης επίσης “δεν υπαρχει κράτος” που ακούγεται συχνά δεν είναι τίποτα άλλο από αντανάκλαση της διάχυτης εξάρτησης από τον κρατικό μηχανισμό που είναι υπεύθυνο να σε σώσει ακόμα και αν γίνει ή Αποκάλυψη. Μια αντίληψη που εν μέρει υποκρύπτει την πυρηνική πεποίθηση ότι ο άνθρωπος μπορεί να ελέγξει τα πάντα. Πρόκειται για την πιο απροκάλυπτη αποθέωση του πιο αλαζονικού ανθρωποκεντρισμού. Ταυτόχρονα είναι και μια τραγική ειρωνεία όταν το “που είναι το κράτος” έρχεται να ακουστεί σε ένα περιβάλλον που επικρατεί η χυδαία εξατομίκευση, η πλήρης αδιαφορία για αξίες που πάνε πέρα από την επίδειξη νεοπλουτισμού, η απαξίωση των συλλογικών κεκτημένων καθώς και η κάθετη ή οριζόντια διαφθορά και διαπλοκή με πρόσωπα και υπηρεσίες του κράτους.
Μακάρι να γίνει αυτή η νέα καταστροφή πέρα από αφορμή πένθους και επίδειξης εθελοντισμού και κοινωνικής αλληλεγγύης (που πρέπει να ειπωθεί ότι είναι ανέλπιστα συγκινητική) και αφορμή προβληματισμού. Βαθύ προβληματισμού γύρω από την ποιότητα και την ιεράρχηση των κοινωνικών αξιών. Γιατί από τις προηγούμενες μεγάλες καταστροφές το μόνο που έμεινε ήταν δυστυχώς περισσότερα αυθαίρετα.



Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

«Κι ο μήνας Μάης δεν έχει ξανάρθει ποτέ, από το '68 εως το τέλος αυτού του κόσμου του θεάματος, δίχως να μας θυμήθουν!»*


 Η ομορφιά είναι στους δρόμους!
(Διαδηλώτρια σε φορείο στο Παρίσι, 17 Μάιου 1968)

  Αναγνώστη, προσοχή! Ακολουθεί κατάχρηση μηδαμινών στερεοτύπων. 
  Η γενιά της αμφισβήτησης, η σπορά της «σεξουαλικής επανάστασης»... Η χρονιά που άλλαξε τον κόσμο... Ο Μάης του '68 έμεινε στην Ιστορία... Το φοιτητικό κίνημα της δεκαετίας του ’60 άλλαζε νοοτροπίες και κατεδάφισε τις αφόρητα καταπιεστικές και υποκριτικές συμπεριφορές... 

  Η κοινωνία του θεάματος ήταν πάντοτε βαριά εθισμένη στη στατική παρέλαση ξύλινων ευφημισμών. Ακόμη κι αν η εαρινή εξέγερση κρίθηκε προς στιγμή με την βαρυτική έλξη καταστασιακών δυνάμεων και με τη συνδρομή ασφαλώς ελευθεριακών σοσιαλιστών–Socialisme ou barbarie και των αναρχικών στην συνδιαμόρφωση της κοινής ανατρεπτικής κίνησηςπου κατακρήμνισαν το έδαφος κάτω από τα πόδια της αφασικά διαφωτισμένης κοινωνίας, αυτή δεν φείδεται με ακραία φιλαρέσκεια να τροφοδοτεί την επιφανειακή αποθέωση του καθολικού πάθους που την αμφισβήτησε εξ ολοκλήρου. Κάθε Μάης σέρνει κι ένα μνημόσυνο. Ακαδημαϊκοί της απολογητικής σχόλης και μεθοδολογιστές κοινωνιολόγοι ευλογούν τα πραγματιστικά τους γένια· εκθειάζουν τη δυνατότητα της δυτικής κοινωνίας να απαντά εποικοδομητικά στις προκλήσεις της, ενσωματώνοντάς τες σαν ανάγκες. Καλοζωισταί διανοούμενοι και εναλλακτικοί καλλιτέχνες που την έχουν «υποψιαστεί» ομνύουν με δέος ανιδεότητας την Επανάσταση της καθημερινής ζωής ωσάν απαρχή του μεταμοντέρνου καλλιτεχνήματος ενός «ελεύθερου δημιουργικού υποκειμένου». Παλιακοί αγωνισταί και όψιμοι επαναστάτες αποψύχουν το μόσχο τον σιτευτό του επαναστατικού νόστου. Όλοι τους πρότυπα στο παγωμένο παρόν αυτού του ανεστραμμένου κόσμου. Μακάριοι θεατές, φρουρούμενοι από τον θείο ύπνο τους, εξαργύρωσαν εισιτήριο στην πρώτη σειρά του θεωρείου. 
   Αλλά μετά τον Μάη που πάγωσε σαν καρτ ποστάλ, τι άλλο; Σαμπως αυτή η «λύτρωση» του ατόμου με την πλήρωση της ευελιξίας του αγοραίου υποκειμένου, οδήγησε πουθενά; Ή μήπως έβαλε, εν προκειμένω, μέσα από την πίσω πόρτα του ενναλακτισμού, τις διατρητικές δυνάμεις της αμετάκλητης διάλυσής του. Η «εκφραστική δημιουργικότητα», η «ρευστή ταυτότητα», η «αυτονομία», η «αυτοδημιούργητη ανάπτυξη» είναι τελικά όροι που παίζουν δίπορτο. Χρησιμοποιήθηκαν μέσα στην κριτική προσέγγιση της θεωρίας της μοντέρνας τέχνης αλλά ιδιάζουν, συγχρόνως —σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά—, την κοινωνική μηχανική της «ευέλικτης» αντίληψης για την αφηρημένη εργασία (Μαρξ) υποδηλώνοντας με τον χειρότερο τρόπο την πανωλεθρία αυτού που ονόμασαν νεωτερικό υποκείμενο. Σήμερα τα λείψανα της Τέχνης στέκουν βουβά στη βαναυσότητα της παρακμίακής της προσαρμογής. 'Ο,τι ορίζεται από το 1968 κι έπειτα ως «το νέο πνεύμα του καπιταλισμού» (Boltanski & Chiapello), το οικτρό συνονθύλευμα μιας καλλιτεχνίζουσας πολιτικής ορθότητας με το οποίο στολίζεται η αφηρημένη υλιστική χρησιμοθηρία, διασύρει και τις τελευταίες αυταπάτες για την αυτονομία της Τέχνης. Η Τέχνη όχι μόνο καταφάσκει δουλικά την ανυπόφορη αλλοτρίωση στην ήττα της να πραγματωθεί μέσα στην κοινωνική ζωή σαν περιοδεύων παλιάτσος, αλλά προσφέρει και τα ασυνάρτητα κουρέλια της για να ραφτούν τα ρούχα ενός αγοραία εξορθολογισμένου πρακτικιστή. Τόσο πετυχημένη ήταν η αναβάθμιση που της επιφύλαξε η κοινωνία του θεάματος τώρα που η νεωτερικότητα καταρρέει.
  Αλλά η γελοιότητα μιας κατάφασης δεν δύναται να καλλωπίσει την αθλιότητα μιας κοινωνίας. Το γένικό της ψεύδος αποκαλύπτεται με την πραγμάτική του μορφή. Με την ουτοπία μιας εκμηδένισης η οποία ποτέ της δεν συντέλεσε σε κάποια πρόοδο της ανθρώπινης Ιστορίας. Η πρόοδος της αστικής χίμαιρας επιβεβαίωσε την παρανοϊκή συνουσία χρήματος (του γενικού ισοδύναμου) και καλλιτεχνικής έκφρασης. Η κατάφαση στον εμπορεύσιμο χαρακτήρα της κουλτούρας ισοπεδώνει ουσιαστικά οποιαδήποτε ποιοτική κρίση. Μονάχα όταν βρίσκει απέναντί της την συνολική άρνηση που θέλει να επανακτήσει τον καθαρό έλεγχο επάνω στη ζωή, εκείνη την άρνηση που δεν ήθελε να εκσυγχρονίσει ή να διαχειριστεί την διαλυτική παρακμή της αλλοτρίωσης και της μιζέριας το '68, ενδέχεται ξανά η ποιητική δυνατότητα. Εκείνη που προτάσσει την έμπρακτη αξίωση της εξαφάνισης Κράτους και χρήματος μέσα από τις ζωές των ανθρώπων. Ή έστω την πτώση τούς σε θέση παρία. Έτσι έγινε τότε, κι έτσι θα γίνει και πάλι! Το ασυγκράτητο πάθος, η κατάφαση της ζωής δεν εφησυχάζει ποτέ σαν μια ασημαντότητα. Η αυτοσυνείδηση που ξυπνά την επιθυμία δεν μπορεί να μείνει στατική στο έλεος του τίποτα. Ειδάλλως θα καταστραφεί κι αυτή μαζί του!

* Ο τίτλος είναι παράφραση της φράσης του Ντεμπόρ.
** Αν έχουμε υπόψιν ότι «η συγκεκριμένη ζωή των πάντων έχει εκπέσει σε θεωρητικό σύμπαν» (Γκυ Ντεμπόρ), θα καταλάβουμε ποιοι κατέβηκαν τότε στους δρόμους και γιατί η Αριστερά είναι κλινικά νεκρή.

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2018

All the king's men



Αναδημοσίευση από τον συντροφικό ιστότοπο Black Out: https://blackout.yfanet.net/keimena/1
 Ένα από τα ωραιότερα κείμενα της Καταστασιακής Διεθνούς για την γλώσσα, το «All the King's Men» δημοσιεύθηκε στο όγδοο τεύχος της ομώνυμης επιθεώρησης τον Ιανουάριο του 1963 και δεν συμπεριλήφθηκε σε καμία ανθολογία των κειμένων τής στα Ελληνικά. Οι Καταστασιακοί επιμένουν σ' ένα από τα τελευταία οχυρά επαναστατικής δυνατότητας για ελεύθερη δράση το οποίο εξακολουθεί να παραμένει ανεκμετάλλευτο στην εποχή μας - σκλαβωμένο στις ορμές του αυτόματου υποκειμένου (Μαρξ) και στην ψευδαίσθηση του θεάματος (Ντεμπόρ). Η εν λόγω κριτική έχει επηρεάσει αναμφίβολα την οπτική που εκθέτω στο κείμενο, «Τι μένει να κάνουν οι ποιητές;» και θα δημοσιευτεί στο προσεχές 5ο τεύχος του περιοδικού Σκαντζόχοιρος, σημειώματα κριτικής παρέα με δύο ακόμη δοκίμια που αφορούν την ποίηση, των Σωτήρη Λυκουργιώτη και Χρήστου Νεδελκόπουλου.

All The King's Men

 Το ζήτημα της γλώσσας βρίσκεται στην καρδιά όλων των αγώνων μεταξύ των δυνάμεων που μάχονται να καταργήσουν την παρούσα αλλοτρίωση κι αυτών που προσπαθούν να την διατηρήσουν· είναι αδιαχώριστο από το συνολικό πεδίο αυτών των αγώνων. Ζούμε μέσα στη γλώσσα όπως μέσα στον μολυσμένο αέρα. Αντίθετα με ό,τι νομίζουν οι ευφυολόγοι, οι λέξεις δεν παίζουν. Κι ούτε κάνουν έρωτα, όπως νόμιζε ο Μπρετόν, παρά μόνο στα όνειρα. Οι λέξεις εργάζονται – για λογαριασμό της κυρίαρχης οργάνωσης της ζωής. Και παρ’ όλα αυτά δεν έχουν πλήρως αυτοματοποιηθεί· δυστυχώς για τους θεωρητικούς της πληροφορίας, οι λέξεις δεν είναι καθ’ εαυτές “πληροφοριακές”· ενσαρκώνουν δυνάμεις που μπορούν να αναστατώσουν τους πλέον προσεκτικούς υπολογισμούς. Οι λέξεις συνυπάρχουν με την εξουσία, κι έχουν μια σχέση ανάλογη μ’ αυτήν που έχουν οι προλετάριοι (είτε με τη σύγχρονη είτε με την κλασική έννοια του όρου) με την εξουσία. Τις βάζουν να δουλεύουν σχεδόν συνεχώς, τις εκμεταλλεύονται όλη την ώρα προσπαθώντας να ξεζουμίσουν απ’ αυτές οποιοδήποτε νόημα ή ανοησία, κι όμως παραμένουν ακόμη κατά μία έννοια ουσιαστικά ξένες κι άγνωστες.
Η εξουσία παρουσιάζει μόνο το διαστρεβλωμένο, επίσημο νόημα των λέξεων· τις εξαναγκάζει, τρόπος του λέγειν, να χτυπάνε κάρτα, ορίζει τη θέση τους στην παραγωγική διαδικασία (όπου ορισμένες εμφανώς δουλεύουν υπερωρίες) και τις πληρώνει μεροκάματο. Σε σχέση με τη χρήση των λέξεων, ο Χάμπτυ Ντάμπτυ του Λιούις Κάρολ παρατηρεί σωστά ότι «Το ζήτημα είναι ποιος θα ’ναι ο κύριός τους – και τίποτ’ άλλο». Και δηλώνει, ως κοινωνικά υπεύθυνος εργοδότης, ότι πληρώνει υπερωριακά αυτές που απασχολεί υπερβολικά. Χρειάζεται επίσης να κατανοήσουμε την ανυπακοή των λέξεων, τη λιποταξία τους, την ξεκάθαρη αντίστασή τους – φαινόμενα που εκδηλώνονται σ’ όλη τη μοντέρνα γραφή (από τον Μπωντλαίρ μέχρι τους ντανταϊστές και τον Τζόις) ως συμπτώματα της γενικότερης επαναστατικής κρίσης της κοινωνίας.
Υπό τον έλεγχο της εξουσίας, η γλώσσα κατονομάζει πάντοτε κάτι διαφορετικό από την αυθεντική εμπειρία. Και ακριβώς γι’ αυτό το λόγο η συνολική της αμφισβήτηση είναι εφικτή. Η οργάνωση της γλώσσας έχει περιπέσει σε τέτοια σύγχυση ώστε η επιβαλλόμενη από την εξουσία επικοινωνία αποκαλύπτεται ως εξαπάτηση και κοροϊδία. Μία, σε εμβρυακό ακόμη επίπεδο, εξουσία της κυβερνητικής πασχίζει μάταια να υποτάξει τη γλώσσα στον έλεγχο των μηχανών που ελέγχει, κατά τρόπον ώστε η πληροφορία να καταστεί η μόνη δυνατή επικοινωνία. Όμως ακόμη και σ’ αυτό το πεδίο εκδηλώνονται αντιστάσεις· η ηλεκτρονική μουσική μπορεί να θεωρηθεί ως προσπάθεια (προφανώς περιορισμένη και συγκεχυμένη) να αντιστραφεί η σχέση κυριαρχίας, μεταστρέφοντας τις μηχανές προς όφελος της γλώσσας. Όμως η πραγματική αντιπαράθεση είναι πολύ πιο γενική και πολύ πιο ριζοσπαστική. Καταγγέλλει κάθε μονόπλευρη “επικοινωνία”, είτε αυτή έχει την παλιά μορφή της τέχνης είτε τη σύγχρονη μορφή της ιδεολογίας της πληροφορικής. Αναγγέλλει μια επικοινωνία που υπονομεύει κάθε διαχωρισμένη εξουσία. Εκεί όπου υπάρχει επικοινωνία δεν υπάρχει κράτος.
Η εξουσία ζει χάρη σε κλεμμένα αγαθά. Δεν δημιουργεί τίποτε, επαναφομοιώνει. Αν δημιουργούσε το νόημα των λέξεων, δεν θα υπήρχε ποίηση – μόνο χρήσιμες “πληροφορίες”. Οι αντίπαλοί της δεν θα μπορούσαν να εκφραστούν με τη γλώσσα· οι αρνήσεις θα βρίσκονταν εκτός γλώσσας, θα ήταν καθαρά λεττριστικές. Τι άλλο είναι η ποίηση παρά η επαναστατική στιγμή της γλώσσας, αδιαχώριστη από τις επαναστατικές στιγμές της ιστορίας και από την ιστορία της προσωπικής ζωής;
Ο ασφυκτικός έλεγχος της εξουσίας επί της γλώσσας είναι παρόμοιος με τον ασφυκτικό έλεγχο που ασκεί στην ολότητα. Μόνο μια γλώσσα που έχει στερηθεί κάθε άμεση αναφορά στην ολότητα μπορεί να χρησιμεύσει ως βάση της πληροφορίας. Η πληροφορία είναι η ποίηση της εξουσίας, η αντι-ποίηση του νόμου και της τάξης, η διαμεσολαβημένη πλαστοποίηση του υπάρχοντος. Αντιθέτως, η ποίηση πρέπει να νοηθεί ως αδιαμεσολάβητη επικοινωνία εντός της πραγματικότητας και ως πραγματική μετατροπή αυτής της πραγματικότητας. Δεν είναι παρά η απελευθερωμένη γλώσσα, η γλώσσα που ανακτά τον πλούτο της, η γλώσσα που σπάει τις άκαμπτες σημασιοδοτήσεις της και συγχρόνως ενστερνίζεται λέξεις, μουσικές, κραυγές, χειρονομίες, ζωγραφική, μαθηματικά, γεγονότα, πράξεις. Και μ’ αυτόν τον τρόπο η ποίηση στηρίζεται στον πλούτο των δυνατοτήτων να ζήσει κανείς και ν’ αλλάξει τη ζωή του σε μια δεδομένη κοινωνικοοικονομική δομή. Δεν χρειάζεται να πούμε ότι αυτή η σχέση της ποίησης με την υλική της βάση δεν είναι σχέση μονόπλευρης υποτέλειας αλλά αλληλεπίδρασης.
Η επανανακάλυψη της ποίησης μπορεί να γίνει αδιαχώριστη από την επανεφεύρεση της επανάστασης, όπως έχει φανεί σε συγκεκριμένες φάσεις της μεξικάνικης, της κουβανέζικης και της κονγκολέζικης επανάστασης. Εκτός όμως των επαναστατικών περιόδων, οπότε οι μάζες γίνονται ποιητές εν δράσει, οι μικροί κύκλοι της ποιητικής περιπέτειας μπορούν να θεωρηθούν τα μόνα μέρη όπου ζει ακόμα η επαναστατική ολότητα – μη συνειδητή αλλά τόσο κοντινή δυνατότητα, σαν τη σκιά ενός απόντος προσώπου. Αυτό που ονομάζουμε ποιητική περιπέτεια είναι κάτι δύσκολο, επικίνδυνο και ουδέποτε εγγυημένο (είναι, στην πραγματικότητα, το σύνολο των συμπεριφορών που είναι σχεδόν αδύνατες σε μια δεδομένη εποχή). Μπορούμε να είμαστε σίγουροι μόνο για το τι δεν είναι πλέον η ποιητική περιπέτεια: η ψευδής, επίσημα ανεκτή ποίηση. Έτσι, ενώ ο σουρεαλισμός στο αποκορύφωμα της επίθεσής του ενάντια στην καταπιεστική τάξη της κουλτούρας και της καθημερινής ζωής μπορούσε σωστά να ορίσει το οπλοστάσιό του ως «ποίηση χωρίς ποιήματα εάν είναι αναγκαίο», το ζήτημα σήμερα για την Καταστασιακή Διεθνή είναι μια ποίηση αναγκαστικά χωρίς ποιήματα. Όσα λέμε για την ποίηση δεν έχουν καμιά σχέση με τους διανοητικά καθυστερημένους αντιδραστικούς οποιασδήποτε νεοστιχοπλοκής, ακόμα κι αν αυτή ακολουθεί τον λιγότερο απαρχαιωμένο μορφικό μοντερνισμό. Να πραγματώσουμε την ποίηση δεν σημαίνει παρά συγχρόνως κι αδιαχώριστα να δημιουργήσουμε τόσο γεγονότα όσο και τη γλώσσα τους.
Οι γλώσσες οποιασδήποτε κοινωνικής υποομάδας –είτε πρόκειται γι’ αυτές των άτυπων ομαδοποιήσεων της νεολαίας είτε για τις γλώσσες που αναπτύσσουν τα σημερινά πρωτοποριακά ρεύματα για εσωτερική τους χρήση καθώς αναζητούν την ταυτότητά τους είτε για εκείνες που σε προηγούμενες εποχές μεταφέρθηκαν μέσω της υπάρχουσας ποιητικής παραγωγής, όπως το trobar clus και το dolce stil nuovo– όλες αυτές στοχεύουν και επιτυγχάνουν μια ορισμένη άμεση, διαφανή επικοινωνία, αμοιβαία αναγνώριση, συμφωνία. Όμως αυτές οι απόπειρες υπήρξαν το έργο μικρών, ποικιλοτρόπως απομονωμένων ομάδων. Οι γιορτές και τα γεγονότα που δημιούργησαν παρέμεναν υποχρεωτικά οριοθετημένα. Ένα από τα προβλήματα της επανάστασης είναι πώς θα ομοσπονδιοποιηθούν αυτού του είδους τα σοβιέτ, αυτά τα επικοινωνιακά συμβούλια, έτσι ώστε να διαχυθεί παντού μια άμεση επικοινωνία που δεν θα χρειάζεται πλέον να καταφεύγει στα δίκτυα επικοινωνίας του εχθρού (δηλαδή στη γλώσσα της εξουσίας) και θα ’ναι ικανή να μεταμορφώσει τον κόσμο σύμφωνα με τις επιθυμίες της.
Το ζήτημα δεν είναι να βάλουμε την ποίηση στην υπηρεσία της επανάστασης, αλλά μάλλον να βάλουμε την επανάσταση στην υπηρεσία της ποίησης. Μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο η επανάσταση δεν προδίδει το ίδιο της το εγχείρημα. Δεν θα επαναλάβουμε το λάθος των σουρεαλιστών, οι οποίοι τέθηκαν στην υπηρεσία της επανάστασης τη στιγμή ακριβώς που αυτή είχε πάψει να υπάρχει. Συνδεδεμένος με την ανάμνηση μιας μερικής επανάστασης που συνετρίβη ταχύτατα, ο σουρεαλισμός ταχύτατα μετεβλήθη σε έναν ρεφορμισμό του θεάματος, σε μια κριτική συγκεκριμένων μορφών του κυρίαρχου θεάματος η οποία εκπορευόταν από την δεσπόζουσα οργάνωση του θεάματος. Οι σουρεαλιστές φαίνεται ότι παρέβλεψαν το γεγονός ότι κάθε εσωτερική βελτίωση ή εκσυγχρονισμός του θεάματος μεταφράζεται από την εξουσία στη δική της κωδικοποιημένη γλώσσα, της οποίας το κλειδί κατέχει αποκλειστικά.
Όλες οι επαναστάσεις γεννήθηκαν μέσα στην ποίηση, δημιουργήθηκαν πρώτ’ απ’ όλα χάρη στη δύναμη της ποίησης. Είναι ένα φαινόμενο που εξακολουθεί να διαφεύγει από τους θεωρητικούς της επανάστασης –και πράγματι δεν μπορεί να γίνει κατανοητό αν κανείς εξακολουθεί να μένει προσκολλημένος στην παλιά αντίληψη για την επανάσταση ή για την ποίηση–, το οποίο όμως γενικώς έχει γίνει αντιληπτό από τους αντεπαναστάτες. Η ποίηση όποτε εμφανίζεται τους φοβίζει· κάνουν ό,τι μπορούν για να απαλλαγούν απ’ αυτήν, χρησιμοποιώντας κάθε είδους εξορκισμό, από την καταδίκη στην πυρά μέχρι τις καθαρές στιλιστικές μελέτες. Η κάθε στιγμή αληθινής ποίησης, η οποία έχει «όλο το χρόνο του κόσμου πίσω της», ζητάει σταθερά να αναπροσανατολίσει όλο τον κόσμο κι ολόκληρο το μέλλον προς τον δικό της σκοπό. Κι όσο διαρκεί, απαιτεί την εξάλειψη των συμβιβασμών. Επαναφέρει στο προσκήνιο όλες τις εκκρεμότητες του παρελθόντος. Ο Φουριέ και ο Πάντσο Βίγια, ο Λωτρεαμόν και οι dinamiteros των Αστούριας –που οι επίγονοί τους εφευρίσκουν σήμερα νέες μορφές απεργιών–, οι ναύτες της Κρονστάνδης και του Κιέλου, κι όλοι αυτοί σ’ ολόκληρο τον κόσμο, μαζί μας ή χωρίς εμάς, που προετοιμάζονται για την μακρά επανάσταση, είναι οι αγγελιοφόροι της νέας ποίησης.
Η ποίηση γίνεται ολοένα και πιο ξεκάθαρα ο κενός χώρος, η αντιύλη της καταναλωτικής κοινωνίας, αφού δεν είναι καταναλώσιμη (σύμφωνα με τα σύγχρονα κριτήρια του καταναλώσιμου αντικειμένου: ένα αντικείμενο που έχει ισότιμη αξία για καθέναν από τη μάζα των απομονωμένων παθητικών καταναλωτών). Η ποίηση δεν είναι τίποτα όταν τσιτάρεται, μπορεί μόνο να μεταστρέφεται, να επανενεργοποιείται. Διαφορετικά, η μελέτη της ποίησης του παρελθόντος καταντάει ακαδημαϊκή άσκηση. Η ιστορία της ποίησης γίνεται απλώς τρόπος διαφυγής από την ποίηση της ιστορίας – αν ως ιστορία δεν αντιλαμβανόμαστε τη θεαματική ιστορία των κυρίαρχων, αλλά την ιστορία της καθημερινής ζωής και τις δυνατότητες απελευθέρωσής της, την ιστορία κάθε προσωπικής ζωής και την πραγματοποίησή της.
Δεν πρέπει να αφήσουμε αμφιβολίες για το ρόλο των “συντηρητών” της παλιάς ποίησης, αυτών που συντελούν στη διάδοσή της, τη στιγμή που το κράτος, γι’ αρκετά διαφορετικούς λόγους, εξαλείφει τον αναλφαβητισμό. Αυτοί οι άνθρωποι αποτελούν απλώς ένα ιδιαίτερο είδος διοργανωτών εκθέσεων σε μουσεία. Ένας μεγάλος αριθμός ποιητικών έργων διατηρείται με φυσικό τρόπο σ’ ολόκληρο τον κόσμο, αλλά δεν υπάρχουν πουθενά οι τόποι, οι στιγμές ή οι άνθρωποι που θα τα αναζωογονήσουν, θα τα επικοινωνήσουν, θα τα χρησιμοποιήσουν. Και δεν θα μπορούσαν ποτέ να υπάρξουν παρά μόνο με τον τρόπο της μεταστροφής, αφού η κατανόηση της ποίησης του παρελθόντος έχει αλλάξει, εξαιτίας τόσο της απώλειας όσο και της απόκτησης γνώσεων· κι ακόμη, επειδή κάθε φορά που παλαιότερη ποίηση μπορεί να επανανακαλύπτεται με δραστικό τρόπο, αποκτά σε μεγάλο βαθμό νέο νόημα, αφού τοποθετείται στο πλαίσιο διαφορετικών γεγονότων. Πάνω απ’ όλα όμως, μια κατάσταση όπου η ποίηση μπορεί να υπάρξει δεν πρέπει να επαναλάβει τις αποτυχίες του παρελθόντος (τα ανεστραμμένα ερείπια της ιστορίας της ποίησης που παρουσιάζονται ως λαμπρά ποιητικά μνημεία). Μια τέτοια κατάσταση τείνει προς την επικοινωνία –και την πιθανή επικράτηση– της δικιάς της ποίησης.
Τη στιγμή που η ποιητική αρχαιολογία αποκαθιστά συλλογές παλαιότερης ποίησης, και μάλιστα με απαγγελίες ειδικών σε δίσκους βινυλίου για το νεοαναλφάβητο κοινό που δημιουργεί το σύγχρονο θέαμα, όσοι ασχολούνται με την πληροφορία προσπαθούν να απαλλαγούν απ’ όλα τα “πλεονάσματα” ελευθερίας, έτσι ώστε απλώς να μεταδίδουν διαταγές. Οι θεωρητικοί της αυτοματοποίησης στοχεύουν σαφώς στην παραγωγή μιας αυτόματης θεωρητικής σκέψης, περιορίζοντας και εξαλείφοντας τις ποικιλίες τόσο στη ζωή όσο και στη γλώσσα. Όμως αυτές εξακολουθούν να τους κάθονται στο λαιμό! Οι μεταφραστικές μηχανές, για παράδειγμα, που αρχίζουν να εξασφαλίζουν την πλανητική τυποποίηση της πληροφορίας συγχρόνως με την πληροφοριακή αναθεώρηση του πολιτισμού που προηγήθηκε, πέφτουν θύματα του ίδιου τους του προγραμματισμού, από τον οποίο αναπόφευκτα διαφεύγουν τα νέα νοήματα που μπορεί να αποκτήσει μία λέξη καθώς και οι προηγούμενες διαλεκτικά αντιφατικές της σημασίες. Έτσι η ζωή της γλώσσας –η οποία συνδέεται με τις εξελίξεις στη θεωρητική κατανόηση («Οι ιδέες βελτιώνονται· το νόημα των λέξεων συμμετέχει σ’ αυτή τη βελτίωση»)– εξορίζεται από το μηχανιστικό πεδίο του επίσημου λόγου. Αλλά αυτό σημαίνει επίσης ότι η ελεύθερη σκέψη μπορεί να οργανώνεται κρυφά, απρόσιτη από τις τεχνικές της πληροφοριακής αστυνομίας. Η αναζήτηση ευκρινών σημάτων και στιγμιαίας δυαδικής ταξινόμησης συνδέεται τόσο ξεκάθαρα με την υπάρχουσα εξουσία που απαιτεί μια αντίστοιχη κριτική. Ακόμη και με τις πλέον παραληρηματικές διατυπώσεις τους, οι θεωρητικοί της πληροφορίας δεν είναι παρά αδέξιοι προάγγελοι του μέλλοντος που έχουν επιλέξει, του ίδιου αυτού θαυμαστού καινούριου κόσμου για τον οποίο εργάζονται οι κυρίαρχες δυνάμεις της παρούσας κοινωνίας – την ενίσχυση του κράτους της κυβερνητικής. Είναι οι υποτελείς των αρχόντων του τεχνοκρατικού φεουδαλισμού που συγκροτείται σήμερα. Δεν υπάρχει αθωότητα στα καραγκιοζιλίκια τους· είναι οι γελωτοποιοί του βασιλιά.
Η επιλογή μεταξύ της ιδεολογίας της πληροφορίας από τη μια και της ποίησης από την άλλη δεν έχει πλέον να κάνει με την ποίηση του παρελθόντος, όπως ακριβώς και οι διάφορες παραλλαγές που προέκυψαν από το κλασικό επαναστατικό κίνημα δεν μπορούν πλέον, οπουδήποτε στον κόσμο, να θεωρηθούν μέρος μιας πραγματικά εναλλακτικής λύσης στην επικρατούσα οργάνωση της ζωής. Η καταδίκη τους μας ωθεί να αναγγείλουμε την ολική εξαφάνιση της ποίησης με τις παλιές μορφές παραγωγής και κατανάλωσής της, και συγχρόνως την επιστροφή της με μορφές δραστικές κι αιφνίδιες. Η εποχή μας δεν χρειάζεται πια να εξαντλεί την έμπνευσή της σε ποιητικούς ρυθμούς· πρέπει να τους θέτει σ’ εφαρμογή. 


Υγ. Παραθέτω κι ένα ακόμη ανέκδοτο κείμενο της Καταστασιακής Διεθνούς από το πρώτο της τεύχος: Η πικρή νίκη του Σουρεαλισμού

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2018

Moishe Postone, 1942 - 2018

Ο Moishe Postone (κέντρο) μετά τον θάνατο του Μαρκούζε το 1979

Δημοσιεύω μεταφρασμένο ετεροχρονισμένα το αποχαιρετιστήριο σημείωμα του Norbert Trenkle για τον Moishe Postone που έφυγε από την ζωή τον περασμένο Μάρτιο. Επ' ευκαιρία λοιπόν και ενάντια στις προβλέψιμες και βαρετές νεκρολογίες για την επικαιρότητα των πενηντάχρονων του Μάη, το ιστολόγιο εστιάζει συνειδητά σε ό,τι παραμένει ζωντανή κίνηση ανατροπής της κοινωνίας της αλλοτρίωσης. 
Σύνδεσμος πρωτότυπου κειμένου: http://www.krisis.org/2018/moishe-postone-1942-2018/



Ό
ταν εμείς, ένας μικρός κύκλος συγγραφέων που είχε αφιερωθεί στην ανανέωση της ριζοσπαστικής κοινωνικής κριτικής, πέσαμε πάνω στη λογική του Αντισημιτισμού στο τότε άγνωστο δοκίμιο του Μωυσή Ποστόουν, προς τα τέλη της δεκαετίας του ’80, αυτή μας χτύπησε σαν κεραυνός. Η Κριτική της Αξίας (Wertkritik) βρισκόταν ακόμη στο ξεκίνημα της και πάσχιζε να τραβήξει τον δρόμο της ενάντια στους θεματοφύλακες του παραδοσιακού Μαρξισμού με τους οποίους τότε εμπλεκόμασταν σε πολεμικές διαμάχες και ξαφνικά υπήρχε κάποιος που σκεφτόταν με τόσο όμοιο τρόπο. Για εμάς φυσικά, η ανάλυση του Αντισημιτισμού ως μίας μορφής φετιχιστικού αντικαπιταλισμού, ήταν μια εντελώς καινουργια και ρηξικέλευθη αντίληψη. Μα δεν ήταν μόνο αυτό. Η υποκείμενη ερμηνεία της Μαρξικής θεωρίας, η επικέντρωση της κριτικής στην εργασία και την αξία ως κοινωνική σχέση, χτυπούσε ακριβώς στον πυρήνα εκείνων των θεωρητικών εξελίξεων που είχαμε επιτύχει, ώστε να βγούμε από το αδιέξοδο του τέλματος που η κοινωνική κριτική είχε περιέλθει. Αυτή η στιγμή της ευχάριστης έκπληξης επειδή κάποιος άλλος είχε ακολουθήσει ένα παρόμοιο μονοπάτι στην επανερμηνεία της Μαρξικής θεωρίας, διαμόρφωσε την σχέση μου με τον Μωυσή Ποστόουν, παρόλο που έπρεπε να περάσουν μερικά χρόνια, ώσπου να τον γνωρίσω προσωπικά και να τού εκφράσω την εκτίμησή μου.
   Εξίσου καθοριστική ήταν και η μετέπειτα ενασχόληση μου στην μετάφραση του θεμελιώδους βιβλίου του, Χρόνος, εργασία και κοινωνική κυριαρχία, στα γερμανικά, ένα εγχείρημα που χωρίς την εντατική αναμέτρηση με τις σημασίες των εννοιών και τον ειρμό των σκέψεων που αναπτύσσονται εκεί, δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί. Ακόμη και σήμερα ανατροφοδοτούμαι από τούτη την αναμέτρηση. Με έχει βοηθήσει, όπως πολύ λίγες άλλες, να οξύνω την δική μου ορολογία και τον τρόπο σκέψης μου, ακόμη κι όταν δεν συμφωνούσα με τον Μωυσή Ποστόουν (Moishe Postone). Ήταν βεβαίως απογοητευτικό για εμάς, ότι η δημοσίευση του βιβλίου του Ποστόουν συνεισέφερε ελάχιστα ώστε να εγείρει μια περιεκτική και εμβριθής κατανόηση της θεωρήτικής του προσέγγισης στην Γερμανική Αριστερά. Εδώ η αποδοχή του εγίνε επί της ουσίας ως συγγραφέα μίας καινούργιας, κριτικής οπτικής του φετιχισμού επάνω στον Αντισημιτισμό. Και μάλιστα παρ’ ότι αυτό είναι απολύτως ορθό, η αποδοχή του παρέμεινε τελείως διαχωρισμένη από την κρίτική του θεωρία για τον καπιταλισμό. Ότι αυτή η μορφή κοινωνικοποίησης, βασίζεται πάνω στην μεσολάβηση από την εργασία και υπόκειται σε μία στοχοπροσηλωμένη, ιστορικά συγκεκριμένη δυναμική, της οποίας το σημείο φυγής είναι η κατάργηση (Aufhebung) αυτής της μορφής διαμεσολάβησης, αυτή λοιπόν η επίγνωση παρέμεινε για την Γερμανική Αριστερά, και ιδιαιτέρως μάλιστα για την ακαδημαϊκή της παραφυάδα, ένα βιβλίο επτασφρράγιστο (ein Buch mit sieben Siegeln). Ήταν ευδιάκριτο από τις σκόρπιες επικρίσεις του βιβλίου του Μωυσή Ποστόουν οι οποίες, σχεδόν καθολικά, σηματοδοτούσαν έλλειψη  κατανόησης και άμυνα.
   Σε άλλες χώρες, όπως για παράδειγμα στην Βραζιλία ή την Γαλλία, η συνθήκη ήταν διαφορετική, ίσως, επειδή υπήρχε ήδη ένα προγενέστερο συναφές πλαίσιο συζήτησης της κριτικής της αξίας, το οποίο είχε δημιουργηθεί από την δημοσίευση των κειμένων της επιθεώρησης Krisis. Κι αυτό άνοιξε μερικές πόρτες. Εν τούτοις, η παράξενη ελάσσων υποδοχή στον γερμανόφωνο δημόσιο διάλογο παραμένει εξοργιστική. Η διάδοση και η επιβεβαίωση της σπουδαιότητας που έχει η θεωρητική προσέγγιση του Μωυσή Ποστόουν παραμένει ένα καθήκον προς εκτέλεση. Δεν παίζει κανένα ρόλο επί τούτω, ότι υπήρχαν αναμεσά μας άλλωστε, θεωρητικές διαφορές σε κάποιες απόψεις ─ προ πάντων η θεωρητική ερμηνεία μας για την κρίση της στοχοθετημένης καπιταλιστικής δυναμικής δεν θα μπορούσε ποτέ να πιάσει φιλίες. Οι δρόμοι μάς, αυτοί της επιθεώρησης Κρίση (Krisis) και του Μωυσή Ποστόουν, δεν ήταν ποτέ οι ίδιοι, άλλα σε πολλές απόψεις πήγαιναν παράλληλα και έχουν κατ’ επανάληψη διασταυρωθεί. Και διαπροσωπικά επίσης. Με τον Μωυσή Ποστόουν έχουμε χάσει έναν συνοδοιπόρο. Ο θάνατός του γεμίζει εμένα κι εμάς στην συλλογικότητα Krisis με θλίψη.

Norbert Trenkle (Gruppe Krisis)

Νυρεμβέργη, 24 Μαρτίου, 2018