Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2012

Η εμπορευματική αισθητική ισοπεδώνει κάθε έννοια διαλεκτικής της ανθρώπινης γεωγραφίας.

Με αφορμή την αναδρομική έκθεση του αρχιτέκτονα Κυριάκου Κρόκου (που ολοκληρώνεται την προσεχή Κυριακή στις 29 Ιουλίου) και με κίνητρο ένα μικρό κείμενο δοκιμιακού χαρακτήρα του Άνσελμ Γιάππε στο οποίο ο συντάκτης του κριτικάρει την εμπορευματική αξία και την αισθητική που αυτή παράγει σε σχέση με την αρχιτεκτονική των νεότευκτων μουσείων αναδημοσιεύω ενσωματωμένο προς το τέλος αυτού του ποστ, ένα παλαιότερο κείμενο ανάλογης κριτικής με εκείνης του Γιάππε

Μεταμοντέρνα Τούρτα Θράσους

     Κατά το πρόσφατο παρελθόν και με αφορμή τα εγκαίνια του Νέου Μουσείου Ακροπόλεως έχω εκφράσει απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς για αυτό το αλαζονικό οικοδόμημα του Ελβετού Μπερνάρ Τσουμί, ο οποίος κατά την ανέγερση του είχε απαιτήσει επηρμένα την κατεδάφιση των δύο περιβόητων πολυκατοικιών της Διον. Αρεοπαγίτου (η μία ακραιφνής νεοκλασική και η άλλη νεοκλασικού ρυθμού με ενταγμένα στοιχεία του μεσοπολεμικού μοντερνισμού του αρτ ντεκό ρεύματος *) για να υπάρχει απρόσκοπτη θέα από το τερατούργημα του προς τον βράχο του μνημείου αντί να τις εντάξει όπως όφειλε μέσα στην υπερφίαλη μελέτη του. Κι' όμως η στάση του Τσουμί δεν θα έπρεπε  ουσιαστικά να μας προκαλεί την όποια έκπληξη. Ο άνθρωπος ενήργησε μέσα στα πλαίσια του τυπικού εμπορευματικού συμπεριφορισμού. Αυτός ο τρόπος συμπεριφοράς συνηθίζει να καταστρέφει και να ισοπεδώνει κάθε αναχρονιστικό στοιχείο που εμποδίζει την εμπορευματική καινοτομία ακόμα κι' αν αυτό το στοιχείο εμπίπτει ή έχει σαφή αναφορά στην σημασία της ιστορικής μνήμης και στην ζωτική επίδραση που μπορεί αυτή να έχει στην ψυχογεωγραφία του τόπου** ούτως ώστε το εμπόρευμα να μπορεί εν δυνάμει να αναδομεί το περιβάλλον του συνολικά ως προς τις δικές του νόρμες και τις προκαθορισμένες συντεταγμένες που αυταρχικά επιβάλλει.
        Ο Ντεμπόρ εξάλλου το θέτει ρητά και κατηγορηματικά στο κεφάλαιο που αφορά την Χωροταξία στην Κοινωνία του Θεάματος. Και το νέο μουσείο της Ακρόπολης δεν κάνει τίποτα άλλο από το να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του Ντεμπόρ στα εδάφια 169 & 171.*** Πρακτικά το κτίσμα δεν οικειοποιείται τον περιβάλλοντα χώρο του με αθώες και δεξιοτεχνικές χειρονομίες αλλά ανασυνθέτει αυτό το σύνολο του χώρου ως δικό του διάκοσμο. Εν προκειμένω το σημαίνον είναι το ίδιο το κτήριο και η άθλια αισθητική του ενώ όλα τα υπόλοιπα (τα εκθέματα, οι αρχαιολογικοί χώροι, τα γειτνιάζοντα κτήρια με ιστορική σημασία, οι διαδρομές πρόσβασης) έρχονται σε δευτερεύουσα και ασήμαντη μοίρα.
Είναι ολοφάνερη ακόμα και στην μακέτα η αδυναμία συνύπαρξης
  Αναμφισβήτητα αποκομίζεις αυτήν την αίσθηση όταν παρατηρείς ιδίοις όμμασι και βιώνεις το εν λόγω τερατούργημα. Το μουσείο αρνείται να εντάξει τον αρχαίο ερειπιώνα που αναδύεται από τα έγκατα των θεμελίων του όπως επίσης αρνείται περιφρονητικά να συνδιαλεχθεί ως κτιριακός όγκος με το νεοκλασικό κτήριο Βάυλερ που βρίσκεται στα αριστερά της κύριας εισόδου του. Δεν αδυνατεί απλώς να αφομοιώσει το τοπίο που το περιβάλλει αλλά σε προφανή αντίθεση αυτής της αδυναμίας κυριαρχεί επάνω του απολυταρχικά και με αυτοαναφορικό τσαμπουκά. Μετατρέπει τον  περιβάλλοντα χώρο του σε εύπεπτο διάκοσμο αφαιρώντας την ιδιαίτερη σημασία του τοπίου και αναιρεί κάθε σπουδαιότητα που έχουν όλα τα προαναφερόμενα τοπόσημα (Κτήριο Βάυλερ, αρχαίος ερειπιώνας, πολυκατοικίες Αρεοπαγίτου). Λειτουργεί σε πρακτικό επίπεδο ακριβώς όπως λειτουργεί κάθε εμπόρευμα όταν θέλει να σέβεται την ύπαρξη του ως τέτοιο και πλασάρεται εγωκεντρικά με την φετιχιστικά επίμονη αναφορά στον εαυτό του. 
      Εν ολίγοις το Νέο Μουσείο Ακρόπολης κάνει ό, τι κάνουν όλα τα μεταμοντέρνα τερατουργήματα όπως είναι η τενεκεδένια πολιτεία του Γκούγκενχάιμ στο Μπιλμπάο ή ο αλλοπρόσαλλος απειλητικός καθρέφτης της κεντρικής βιβλιοθήκης στο Σιάτλ. Βιάζει την στοιχειώδη συναίσθηση της προσωπικής αισθητικής κάθε ατόμου και αποδομεί κάθε ίχνος φαντασίας στον εκάστοτε επισκέπτη. Με άλλα λόγια ο επισκέπτης λειτουργεί αποκλειστικά ως ένας αυτιστικός θεατής του βιωμένου χώρου του ενόσω υφίσταται τον απόλυτο διαχωρισμό επάνω σε δύο διακριτές ποιότητες του ψυχισμού του όπως είναι η αισθητική και η φαντασία, τις οποίες το "εμπορευματικό κάλλος" διαρκώς του τις ευνουχίζει αποκόπτωντας αυτές τις ποιότητες από την ιδιοσυγκρασία του διαμέσου των ανιαρών βιωμάτων και των αποχαυνωτικών στιγμών που του προσφέρει κατά κόρον η θεαματική τώρα πολεοδομία. Βεβαίως όλα αυτά είναι ασήμαντα για τον εκάστοτε καταπιεσμένο καταναλωτή (ανεξαρτήτως ταξικής προέλευσης) που ως άλλος σύγχρονος ιθαγενής όταν το εμπόρευμα του προσφέρει χάντρες και καθρεφτάκια ανάλογα με τα μπιχλιμπίδια του Νέου Μουσείου Ακρόπολης, εκείνος από δουλικότητα τρέχει έμπλεος μέσα στην άγνοια της χαράς του να τα αποδεχθεί και να υποταχθεί όπως ακριβώς έπραξε και ο τότε υπουργός πολιτισμού στα εγκαίνια αυτού του τερατουργήματος και τωρινός αρχοντοχωριάτης πρωθυπουργός.
     Θα μπορούσαμε επίσης να υποθέσουμε πως τα τα μόνα κτίσματα που θα έπρεπε να γκρεμιστούν γύρω από το νέο μουσείο Ακροπόλεως, δεν είναι οι δύο διατηρητέες πολυκατοικίες της Διονυσίου Αρεοπαγίτου αλλά ολόκληρη η οικοδομική λαίλαπα των εργολάβων που περικυκλώνει το καινούργιο αρχιτεκτόνημα σε ακτίνα μισού μιλίου. Μόνο έτσι θα ανέπνεε ο αστικός χώρος και θα μπορούσε ίσως να αποδοθεί με ευκρίνεια η δίκαιη κλίμακα ενός νέου Μουσείου. Ανάμεσα σε όλη αυτή την αμείλικτη κακογουστιά που πνίγει το μάτι, το κτίσμα του νέου μουσείου αδυνατεί να δώσει το ακριβές του στίγμα και συνάμα φαντάζει στο βλέμμα μας ως απειλητικός τσιμεντογυάλινος Κύκλωπας που ήρθε για να εγκατασταθεί μέσα στην οικοδομική βαβούρα αυθαίρετα και ετσιθελικά. Όπως αναδύεται μέσα από τον αντιαισθητικό ορυμαγδό, νομίζεις πλέον ότι μας παριστάνει τον νέο νταή της τσαμπουκαλίδικης νοοτροπίας του πτωχαλαζονικού μεταπολιτευτικού κράτους.
     Και αυτό το κτίσμα δεν μπόρεσε να ξεφύγει από έναν αδυσώπητο κανόνα. Ειδικά σε μία χώρα όπως η δική μας όπου η αρχιτεκτονική παραμερίζεται αδιαμαρτύρητα από τα οικονομικά συμφέροντα και τις εργολαβικές παρεμβάσεις κανένα κτήριο πλην ελαχίστων εξαιρέσεων δεν μπορεί να συνταιριάξει με το υπόλοιπο αστικό περιβάλλον μέσα στην αχανή οικοδομική έρημο της Αθήνας. Τα παραδείγματα είναι πάμπολλα και εκτεταμένα. Στην περίπτωση του μουσείου το νέο αρχιτεκτόνημα των Τσουμί και Φωτιάδη όπως προαναφέρθηκε αδυνατεί να αφομοιώσει το αίσθημα του τοπίου αλλά και του αρχαίου ερειπιώνα από κάτω του.
Πρόσοψη Νέου Μουσείου στην αρχιτεκτονική μελέτη που υποβλήθηκε το 1990
  Ως εκ τούτου η σύγκριση του με την μελέτη σε παλαιότερο δημόσιο διαγωνισμό του Κυριάκου Κρόκου είναι αναπόφευκτη και αναγκαία. Στο πόνημα του Κρόκου για το νέο μουσείο όπου δεσπόζουν τα εσωτερικά αίθρια και το μοναστηριακό κλίμα αναδύεται μια αύρα κλασικότητας που παραπέμπει άμεσα στην λατρεία του αρχιτέκτονα για τον νεοκλασικισμό. Σε όλα του τα έργα η χρήση του τσιμέντου ως πρωταρχικού δομικού υλικού εμπίπτει με σεβασμό σε αυτό που η φύση υπαγορεύει και μαζί της το ίδιο το ελληνικό φως απαιτεί στη σχέση τους με τους κτιριακούς όγκους και τις ύλες τους. Ο Κρόκος φανερώνει στην αρχιτεκτονική του τα αισθήματα ενός σεμνού λυρισμού και μιας δωρικότητας ώστε να τα ανακαλέσει πίσω στην λησμονημένη μας μνήμη, διαφυλάττοντας ουσιαστικά την αρχιτεκτονική κληρονομιά.
    Στον αντίποδα το νέο μουσείο είναι ένα πομπώδες μεταμοντέρνο αρχιτεκτόνημα μνημειακού τύπου που κουβαλάει στην πλάτη του εξ ορισμού μια αήττητη αντίφαση και καμία κληρονομιά. Στην πραγματικότητα το κτίριο ως αυτόνομο οικοδόμημα δεν ανακαλεί τίποτα στην μνήμη κι ας έχει σαφείς προθέσεις ηθελημένης αναφοράς στο μνημείο που δεσπόζει από πάνω του. Το μόνο που ανακαλεί είναι τα δομικά υλικά των κτιριακών γραφείων στην Βωβούπολη της Λεωφόρου Κηφισίας ήτοι ανοικονόμητο μπετόν αρμέ με ατέρμονα υαλοπετάσματα. Κούφια αίσθηση και εκκωφαντικό κενό. Ακριβώς ό,τι συντάσσει η αρχιτεκτονική του Θεάματος. Κανένα ίχνος συγκίνησης, καμία οικειότητα στο βλέμμα. Μόνο ρηχός και εύπεπτος εντυπωσιασμός, μία μεταμοντέρνα τούρτα θράσους.
Βυζαντινό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Ελληνικός Εξπρεσιονισμός
   Η σύγκριση των δύο σχεδίων ρέπει συντριπτικά προς την πλευρά του Κυριάκου Κρόκου παρ' όλο που το δικό του σχέδιο παρέμεινε στο στάδιο της μελέτης γιατί η αρχιτεκτονική του επέλεξε συνειδητά να αναζωπυρώνει την ευαισθησία της μνήμης. Να προκαλεί στοχασμούς και συγκινήσεις, μικρές συνειδησιακές περιπέτειες που λείπουν τόσο έντονα από την κακοποιημένα λειψή ζωή μας. Συγκινήσεις που καθίστανται ασύμβατες μέσα στην κυρίαρχη εμπορευματική ζωή και που αυτού του είδους η δημιουργία μπορεί να επαναφέρει. Και αν και η αρχιτεκτονική του Κρόκου δεν ήταν καταστασιακή γιατί εκκινούσε από κίνητρα άσχετα με αυτά των καταστασιακών (και πως θα μπορούσε άλλωστε να είναι αφού δεν εφαρμόστηκε εκτός των πλαισίων της εμπορευματικής κοινωνίας ούτε αποσκοπούσε στην ανατροπή της) εν τούτοις πετυχαίνει τον στόχο της διέγερσης των αισθήσεων και της συνείδησης επειδή επέλεγε με πλήρη συναίσθηση να συνδιαλεχθεί με την ιστορία και την φύση του τόπου που την ανέθρεψε. Και ίσως γι' αυτό η αρχιτεκτονική του να είναι ευεπίφορη στην πρόκληση συνειδησιακής και ψυχικής ατμόσφαιρας η οποία θα μπορούσε υπό αυστηρές προϋποθέσεις να οδηγήσει σε αυτό που έθεταν ως αίτημα οι καταστασιακοί δηλαδή την δημιουργία καταστάσεων μέσα από την ενιαία πολεοδομία και κατ' αυτόν τον τρόπο και την απόρριψη του θεατή ως ρόλου που η εμπορευματική κοινωνία απολυταρχικά μας επιβάλλει.


* Art Deco είναι το αρχιτεκτονικό ρεύμα που συνηθίζουμε να βλέπουμε σε κτίρια που απεικονίζονται στα κόμικ υπερηρώων της μεσοπολεμικής εποχής τύπου Μπάτμαν.
** Και συγκεκριμένα στην διέγερση των συναισθημάτων που προκαλούν τα δύο κτίσματα της Διονυσίου Αρεοπαγίτου

*** 169: Η κοινωνία που διαπλάθει ολόκληρο το περιβάλλον της, συγκρότησε την ειδική τεχνική της ώστε να επεξεργασθεί τη συγκεκριμένη βάση αυτού του συνόλου των έργων: το ίδιο της το έδαφος. Η πολεοδομία είναι η οικειοποίηση του φυσικού και ανθρώπινου περιβάλλοντος από τον καπιταλισμό, που εξελισσόμενος λογικά σε απόλυτη κυριαρχία, δύναται και οφείλει να ανασυνθέσει το σύνολο του χώρου ως δικό του διάκοσμο.
171: Εάν όλες οι τεχνικές δυνάμεις της καπιταλιστικής οικονομίας πρέπει να νοούνται ως δρώσες δυνάμεις διαχωρισμών, στην περίπτωση της πολεοδομίας έχουμε να κάνουμε με τον εξοπλισμό της γενικής τους βάσης, με την προπαρασκευή του εδάφους που είναι πρόσφορο για την ανάπτυξη τους, δια της ίδιας τεχνικής του διαχωρισμού.
Εσωτερική άποψη από το Βυζαντινό Μουσείο

 Παραπομπές:
α) Κοινωνία του Θεάματος ~ Γκυ Ντεμπόρ. Εκδόσεις: Διεθνής Βιβλιοθήκη, 2000
β) Το Κεφάλαιο, 1ος τόμος ~ Κάρλ Μαρξ. Εκδόσεις: Σύγχρονη Εποχή, 2002
γ) Η "αύρα" των παλιών μουσείων εναντίον της "εμπειρίας" των καινούριων ~ Άνσελμ Γιάππε. Ιστοσελίδα Exit 22/5/2011
δ) Κυριάκος Κρόκος ~ Μονογραφία. Εκδόσεις Μουσείο Μπεάκη, 2012 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου