Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2012

Για την επικαιρότητα των καταστασιακών αιτημάτων

Giuseppe Pinot-Gallizio, Piero Simondo, Elena Verrone, Michèle Bernstein, Guy Debord, Asger Jorn, Walter Olmo

          Η πολυαγαπημένη και ιδεατή τέχνη των Ρομαντικών, αυτήν που εκτιμούσαν περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ακόμα κι΄ από την ποίηση ήταν η μουσική. Προφανώς γιατί εμπεριέχει την εγγενή δυνατότητα που έχει και το κρασί ήτοι να ευφραίνει την καρδιά. Η μουσική είναι μια διαρκής υπόμνηση της γιορτής θα συμπλήρωνα ταπεινά κι’ εγώ από την μεριά μου. Και η γιορτή ήταν πάγιο αίτημα των Καταστασιακών ως θεμελιακή προϋπόθεση για την υπέρβαση της άθλιας εμπορευματικής κοινωνίας. Είναι ολοφάνερο σε ολόκληρο το επαναστατικό πρόγραμμα(1) που εκπόνησαν με βάση τις εμπειρίες (που προέρχονταν από τους συνεχείς πειραματισμούς της περιπλάνησης, της ψυχογεωγραφίας, της κατασκευής των καταστάσεων) και τις θέσεις τους ενάντια στον κυρίαρχο τρόπο της αυτιστικής κοινωνικής αναπαραγωγής και στο οποίο αποκάλυπταν την ανελέητη υποβάθμιση που έχει υποστεί η καθημερινή ζωή με τον αμείλικτο αυτό-περιορισμό της στο τεχνηέντως επινοημένο από την λανθάνουσα εργασιακή ηθική κυνήγι της επιβίωσης που έχει μοναδικό ιερό και όσιο την ασταμάτητη παραγωγή εμπορευματικής αξίας. Αυτού του είδους το «κυνήγι» σαφώς υποτιμούσε βάναυσα τις έννοιες του παιχνιδιού και της περιέργειας (με την εξερευνητική της διάσταση) οι οποίες είναι σύμφυτες στην ανθρώπινη φύση. Για τους καταστασιακούς από την στιγμή που η τεχνολογία μας λύνει τα χέρια κάνοντας την εργασία αποτελεσματικότερη και πιο εύκολη η καθημερινή ζωή θα έπρέπε να έχει αποκτήσει εορταστικό προσανατολισμό και όχι να κατευθύνεται μονοσήμαντα στην ακατάπαυστη εκμετάλλευση της εργασιακής δύναμης για εμπορευματική παραγωγή. Οτιδήποτε στέκεται αντίθετο στην διευκόλυνση αυτής της απαλλαγής απλώς επιτείνει την υπαρξιακή και κοινωνική αλλοτρίωση.(2)
         Ούτε λόγος να γίνεται βέβαια για ατόφια έκφραση της γιορτής μέσα στα δεσμά της εμπορευματικής κοινωνίας στις απαράδεκτες συνθήκες του 21ου αιώνα. Η χείριστη των περιπτώσεων αναδεικνύει την θλιβερή διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων, όντας απογυμνωμένη από τον αληθινό σκοπό του αθλητισμού, όπου όλα εξελίσσονται με το αζημίωτο βέβαια, βάσει εμπορικών συμφωνιών μέσα σε δρακόντεια μέτρα ασφαλείας και με το ασήκωτο ψυχολογικό βάρος μιας πολεμόχαρης ατμόσφαιρας για την προστασία αθλητών και θεατών. Όπως επίσης, (μιας και ανοίξαμε το άρθρο με την μουσική) κανείς που έχει ενσυνείδητα αντιληφθεί την ιδέα της γιορτής δεν μπορεί να υποθέσει για παράδειγμα ότι το ανερμάτιστο κοινό της οποιαδήποτε Λέιντυ Γκάγκα γιορτάζει αδιαμεσολάβητα στις «ταπεινές» συναυλίες της και δεν πιθηκίζει έναντι αντιτίμου τα κυρίαρχα εμπορευματικά και κοινωνικά στερεότυπα που του έχουν ιδεολογικά επιβληθεί.
    Κι όμως στην αδιασάλευτη ισοπέδωση κάθε δημιουργικής ουσίας που προκαλεί η παραγωγή αγοραίας αξίας γεννήθηκε ένα αντίρροπο ρεύμα. Αυτό της ανεξάρτητης καλλιτεχνικής δραστηριότητας που μπορεί να μην στέκεται ικανό από μόνο του ώστε να ανατρέψει την εμπορευματική κοινωνία, ωστόσο τουλάχιστον οριοθετεί αυτή την δραστηριότητα στο να αναπτύσσεται με πρωταρχικό γνώμονα την δημιουργία αντί της αξίας και ίσως να γεννάει νέα επιχειρήματα σε θεωρητική βάση ενάντια στην φετιχιστική εμπορευματική ηθική. Το παράδειγμα αμφότερων των ανεξάρτητων δισκογραφικών εταιρειών και των κινηματογραφικών παραγωγών όπου ορισμένοι άνθρωποι ορμώμενοι και μόνο από το πάθος που τους διακατέχει για την μουσική και τον κινηματογράφο γυρίζουν την πλάτη τους στις οικονομικές επιταγές του όποιου κέρδους και της όποιας κατανάλωσης είναι χαρακτηριστικό. Όμως αυτό συμβαίνει σε μια ελάχιστα αυτόνομη έκταση μέσα στον κατ' εξοχήν χώρο του θεάματος όπως είναι η μουσική και η κινηματογραφική βιομηχανία επιβεβαιώνοντας μεν σε ένα μικρό ποσοστό το αίτημα Λετριστών και Καταστασιακών για την ανάγκη για αδιαμεσολάβητη κι’ ως εκ τούτου αληθινή δημιουργία (όχι μόνο καλλιτεχνική) η οποία δεν μπορεί να διαχωριστεί από την ανθρώπινη ύπαρξη. Ωστόσο δε τα δύο αυτά επαναστατικά ρεύματα έθεταν ως στόχο την ανατροπή της εμπορευματικής κοινωνίας για να καταστεί δυνατή η πραγμάτωση της τέχνης και να λάβει η ανθρώπινη δημιουργία το υπαρξιακό της περιεχόμενο αυτό που είναι διαχωρισμένο δηλαδή μέσα στο καπιταλιστικό καζάνι.
          Η ανεξάρτητη δραστηριότητα όμως όταν δεν προσαρτάται από τις οικονομικές δυνάμεις (3) δεν παύει να είναι μία μικρή περιθωριοποιημένη εξαίρεση του κανόνα, μία ιδιοτροπία στη καλλιτεχνική δράση αποκομμένη ως επί το πλείστον από τους κόλπους της υπόλοιπης κοινωνίας που δεν στέκεται ικανή για να αλλάξει την ανιαρή πραγματικότητα και που στην όποια ανεξαρτησία της η εμπορευματική κοινωνία μάλιστα θεσμοθετεί και νέα εμπόδια.(4) Και η πραγματικότητα συνίσταται στο γεγονός της κυρίαρχης εμπορευματοποιημένης μεταμοντέρνας αισθητικής του μέσου όρου που μπορεί να προήλθε από τις πρωτοπορίες του 20ου αιώνα όμως πάγωσε, όπως και αυτές άλλωστε, στον καπιταλιστικό χωροχρόνο.(5) Μιας αισθητικής ασύμβατης με την αδιαμεσολάβητη καλλιτεχνική δραστηριότητα και διαμεσολαβημένης από την έννοια και την μορφή της χρηματικής αξίας. Εάν η δραστηριότητα των ανθρώπινων τεχνών παρεμβάλλεται από τον παραπάνω διάολο, τότε και το αποτέλεσμα της όπως ιστορικά επιβεβαιώνεται τις περισσότερες φορές, θα είναι για τα μπάζα. Άρα και η οποιαδήποτε πρωτοπορία θα πραγματωθεί με την υπέρβαση του υπάρχοντος καπιταλιστικού θηρίου. Όπως εξάλλου και ο Άνσελμ Γιάππε το θέτει: «η καπιταλιστική κοινωνία δεν είναι η μόνη δυνατή κοινωνία». 



(1) Για το επαναστατικο τους πρόγραμμα δες και τα 12 τεύχη της International Situationist 1957-1972
(2) Την αλλοτρίωση με την έννοια που την εισάγει ο Μαρξ στα "Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα" του 1844. Όμως εδώ θα πρέπει να αναφερθεί κι’ ότι η αλλοτρίωση αποκτά νέα κοινωνική διάσταση στον 21ο αιώνα από την στιγμή που η «αφηρημένη εργασία» αυτοκαταργείται και παράγει ανεξέλεγκτα αμέτρητους ανθρώπους ενός κοινωνικά κατώτερου θεού. Δηλαδή νεοάστεγους, λαθρομετανάστες και γενικώς κοινωνικά αποκλεισμένους από τα μέσα επιβίωσης.
(3) Το παράδειγμα της ΜΙΡΑΜΑΞ ως ανεξάρτητο κινηματογραφικό στούντιο που εξαγοράσθηκε από κινηματογραφικό οικονομικό κολοσσό είναι ενδεικτικό.
(4) Η ACTA έχει σκοπό να εξαφανίσει την ελεύθερη διακίνηση μέσω του διαδικτύου των καλλιτεχνικών έργων (μουσική, κινηματογράφος, λογοτεχνία κ.λπ.) με πρόφαση την προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων
(5) Βλέπε το 3ο κεφάλαιο στο «Το Τέλος Της Τέχνης στον Αντόρνο και τον Ντεμπόρ» του Ανσελμ Γιάππε. Εκδόσεις: Ξενοδοχείο των Ξένων, 2007
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου