Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σχόλια προλόγου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σχόλια προλόγου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Νοεμβρίου 2017

Η κοινωνία του θεάματος πενήντα χρόνια μετά



Εισαγωγικό σημείωμα του Ρόμπερτ Κουρτζ στην βραζιλιάνικη έκδοση το 1999, της μονογραφίας του Γκυ Ντεμπόρ από τον Άνσελμ Γιάππε. Με τη σημερινή ευκαιρία της συμπλήρωσης 50 χρόνων ακριβώς από την έκδοση της Κοινωνίας του Θεάματος, δημοσιεύω την μετάφραση που έκανα στο σημείωμα που ακολουθεί. Χωρίς να παραβλέπω την ουσιαστική προσέγγιση του Κουρτζ θα υπενθυμίσω ότι η Καταστασιακή θεωρία έχει απαράγραπτες επιρροές από τον κλασικό αναρχισμό, ακόμη κι αν οι καταστασιακοί κατέκριναν τους αναρχικούς της έποχής τους. Μία από τις πλέον ανατρεπτικές θεωρίες των τελευταίων πενήντα χρόνων συνένωσε εμπρηστικά την μαρξική κριτική του καπιταλιστικού φετιχισμού με την καταδίκη του Κράτους και κάθε σύγχρονης μορφής εξουσίας.

Σύνδεσμος πρωτότυπου κειμένου:  http://www.obeco-online.org/rkurz98.htm



Η κοινωνία του θεάματος τριάντα χρόνια μετά


   Ο Γκυ Ντεμπόρ και οι άλλοι Γάλλοι καταστασιακοί είναι στη μόδα. Είναι ό,τι χειρότερο θα μπορούσε να τους συμβεί. Διότι η μόδα είναι το αντίθετο της κριτικής. Η ριζοσπαστική κριτική δεν μπορεί να καταστεί του συρμού χωρίς να χάσει το πνεύμα τής. Ό,τι βρίσκεται στον αφρό του κύματος είναι ο τρόπος με τον οποίο οι ιδέες μεταμορφώνονται σ’ απορρίμματα της παραλίας. Στη μόδα της μεταμοντέρνας ανάγνωσης, η κήρυξη του Καταστασιακού πολέμου έναντι της κυρίαρχης τάξης φαίνεται ν’ αποτελεί μια κριτική για τα μέσα επικοινωνίας, τόσο για το ύφος των ίδιων των μήντια, στην καλύτερη περίπτωση με την γραφίδα ενός Νήλ Πόστμαν, όσο και σαν κουλτουραλιστική μανούβρα για «δημιουργικούς» αριστεριστές που αρέσκονται να σερφάρουν, κατά πως φαίνεται ριζοσπαστικά, στα κύματα μιας βιομηχανίας της ευαισθητοποίησης. Όμως ο Γκυ Ντεμπόρ δεν αξίζει να συγχέεται με τον Μποντριγιάρ και να ξεπέφτει στη μορφή μιας πολιτιστικής ποπ αφίσας.

   Σε τούτη την περίπτωση, η μελέτη του Άνσελμ Γιάππε για τον Ντεμπόρ έρχεται στο κατάλληλο χρόνο. Γιατί το πόνημά του δεν έχει τίποτα το κοινό με την ανάγνωση εκείνης της κριτικής της Κοινωνίας του Θεάματος, της οποίας οι υποστηρικτές, για μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν ήθελαν καν να μάθουν αν ο Ντεμπόρ, και μόνο εκείνος, ήταν ο πραγματικός θεμελίωτής της. Εάν ο καταστασιακός πρόδρομος χρειάστηκε αρχικά να μείνει φιμωμένος από τους πλαστογράφους τού για να σβηστούν τα ίχνη τού, σήμερα φαίνεται πως εργαλειοποιείται σαν ένα ποπ είδωλο ή σαν εισαγωγή μέσα σε μία «ομιλία» αποστραγγισμένη και κομφορμιστική, ευπροσάρμοστη στην αγορά την οποία εκείνος βαθιά απεχθανόταν. Από την αρχή ο Γιάππε απορρίπτει τούτη την προσβολή, αποκαθιστώντας χωρίς συμβιβασμούς τη μνήμη του πραγματικού Ντεμπόρ, τον οποίο ο κόσμος ακόμη και σήμερα δεν θέλει να ξέρει. Το βιβλίο του Γιάππε εστιάζει ακριβώς σ’ εκείνο τον στέρεο Μαρξισμό που καθιστά το έργο του Ντεμπόρ μια ριζοσπαστική κοινωνική κριτική, και ακριβώς γι’  αυτό, συστηματικά απωθείται από τις τρέχουσες πολιτιστικές επανερμηνείες.

   Αληθεύει ότι ένας τέτοιος μαρξισμός δεν συμβαδίζει με την νομιμοποιούμενη ιδεολογία του «αργοπορημένου εκσυγχρονισμού» που βυθίστηκε μαζί με τα καθεστώτα του κρατικού καπιταλισμού. Ενάντια στο ρεύμα του μαρξιστικού κόμματος, ο Ντεμπόρ είχε επικεντρωθεί, πριν από τρείς δεκαετίες, και μάλιστα τότε εντελώς απομονωμένος, στο κεντρικό θέμα της Μαρξιστικής θεωρίας, με το οποίο ο Μαρξισμός του εργατικού κινήματος ποτέ δεν γνώριζε τι έπρεπε να κάνει: την ριζοσπαστική κριτική του φετιχισμού του εμπορεύματος, όπως εμφανίζεται στον τρόπο παραγωγής της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Με τούτο το καθοδηγητικό μοντέλο (leitmotiv), ο Ντεμπόρ μπορούσε ήδη να περιγράψει την Σοβιετική Ένωση, πολλά χρόνια πριν την παρακμή της, ως μια παράγωγη και υποδεέστερη μορφή του σύγχρονου συστήματος παραγωγής εμπορευμάτων, η οποία εν τέλει έπρεπε να επανέλθει στην κύρια καπιταλιστική τάση.

   Η αξία στο βιβλίο του Γιάππε έγκειται στ’ ότι καθιστά σαφέστερη την καθοριστική σημασία της ριζοσπαστικής κριτικής για την σύγχρονη οικονομία στην σκέψη του Ντεμπόρ. Μια κριτική της οποίας η μνεία παραμένει σε ελεύθερη πτώση, εις πείσμα όλων των επικλήσεων που γίνονται προς τους Καταστασιακούς από το τρέχον πνεύμα της εποχής. Ποιος ειδήμονας των αφοπλισμένων «ρητορειών» της οικονομικής κριτικής θέλει να θυμάται σήμερα ότι η καταστασιακή παρέμβαση το 1968 κορυφώθηκε στην αξίωση της εξαφάνισης των χρημάτων και του κράτους; Ήταν αυτή η ριζοσπαστική κριτική της ανταλλακτικής αξίας, η οποία ακολούθησε τον άγνωστο και δυσνόητο Μαρξ, και έγινε η κριτική της «κοινωνίας του θεάματος». Ο υποβιβασμός της πραγματικότητας στον αυτοσκοπό της αξιοποίησης της καπιταλιστικής αξίας (da valorização capitalista do valor) –η αντιστροφή που συντρέχει στο εσωτερικό της μεταξύ abstractum (αφηρημένου) και concretum (συγκεκριμένου), μεταξύ μέσου και σκοπού– μεταμορφώνει τις κοινωνικές δυνατότητες σε μία δύναμη ξένη και εχθρική που αντιτίθεται στα άτομα. Οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων φαίνονται να είναι σχέσεις μεταξύ νεκρών πραγμάτων. Ο Ντεμπόρ αναπτύσσει τούτη την ιδέα για να δείξει πως η φετιχιστική σχέση του κεφαλαίου έφθασε σ’ έναν ακόμη μεγαλύτερο βαθμό αφαίρεσης στην μεταπολεμική περίοδο, καθώς τα πράγματα που παράγονται σε μορφή εμπορευμάτων επικαλύπτονται από εικόνες που παράγονται κάτω απ’ την ίδια επίσης μορφή: είναι αυτές οι εικόνες που διαμεσολαβούν, έκτοτε, τις κοινωνικές σχέσεις σαν μια φαινομενικά ανταποδοτική πραγματικότητα η οποία προπορεύεται με τόσο απομονωμένο τρόπο ως αλλότρια δύναμη, των ανθρώπων αλλά και των κοινωνικών δυνάμεων που εισέρχονται μέσα σε αυτήν. Δεν πρόκειται για μια «θεωρία των μήντια», αλλά για μια κριτική ασυμβίβαστη με τον καπιταλισμό στην εποχή των μήντια – το θέαμα δεν είναι τίποτα άλλο από την «παράφρονη οικονομία»

   Από τούτη την ανάλυση ο Ντεμπόρ μπορούσε, όπως ο Γιάππε επιδεικνύει, να αναπτύξει ακόμα δύο θέματα τα οποία είναι εγγενή στην κριτική του φετιχισμού, που μόνο σήμερα, τριάντα χρόνια μετά, του προσδίδουν μία εξέχουσα επικαιρότητα: την κριτική της εργασίας και την κριτική της πολιτικής. Για πρώτη φορά, φύεται η ιδέα πως η αφηρημένη «εργασία» δεν αναπαριστά καμιά υπεριστορική κατηγορία, αλλά είναι μια συγκεκριμένη μορφή δράσης του αυτοσκοπού στο καπιταλιστικό σύστημα – ακόμη κι όταν ο Ντεμπόρ διατυπώνει αυτή την διαπίστωση μ’ ένα τρόπο επηρεασμένο από τον υπαρξισμό. Και στο βαθμό που η πολιτική ενσωματώνεται εν γένει μέσα στο θέαμα, δηλαδή στον καπιταλιστικό τρόπο αποπραγμάτωσης της ζωής, αποδοκιμάζει τη «δημοκρατία των μήντια» στο τέλος του εικοστού αιώνα που πηγαίνει χέρι με χέρι μαζί με την χωρίς περιεχόμενο προσομοίωσή της, με το κοινωνικό απαρτχάιντ και τους αιματηρούς πολέμους της νέας παγκόσμιας τάξης.

   Ο Guy Debord προοιώνισε από διάφορες πλευρές μια κατηγορική κριτική του εμπορευματικού συστήματος παραγωγής, όπως αυτό είναι στις μέρες μάς, με άλλες περισσότερο θεωρητικές και καίριες σημασίες, η οποία αναπτύσσεται συστηματικά από μια, ακόμη υπό διαμόρφωση, σχολή της ριζοσπαστικής κριτικής της αξίας και ενάντια στο Πνεύμα της Εποχής. Προκύπτει πως η αντικειμενική κρίση των κυρίαρχων κοινωνικών κατηγοριών έχει ωριμάσει τόσο πολύ ώστε μια νέα απόπειρα εναντίον του εμπορευματικού φετιχισμού, της αφηρημένης εργασίας και της θεαματικής πολιτικής θα μπορούσε να βρίσκεται σε ημερήσια διάταξη. Υπ’ αυτήν την έννοια, έχει μεγάλη σημασία να προσπαθήσουμε ν’ αρθρώσουμε την κριτική του Debord για την «Κοινωνία του Θεάματος» και τη ριζοσπαστική θεωρία της κρίσης από μια νέα κριτική της αξίας.

   Κανένας πιο ενδεδειγμένος από τον Anselm Jappe, Γερμανό με γαλλικές ρίζες που ζει στη Ρώμη, και είναι σήμερα μέρος των λίγων διανοούμενων που επιδιώκουν μια διεθνική ανταλλαγή για μια χειραφετική κοινωνική κριτική ενισχυμένη από τούτη την καθοριστική διάσταση. Κι ούτε χωρίς επιτυχία. Η κατηγορηματική ρήξη με την εμπορευματική μορφή και τα κοινωνικά της υποπροϊόντα δεν φαίνεται πλέον ως απελπιστικά ακατανόητη και αδύνατη, όπως ήταν πριν από μερικά χρόνια. Η Ενδυνάμωση των καλύτερων ιδεών αυτού του δικτύου για έναν «διαφορετικό λόγο» μπορεί ασφαλώς να καταστεί μία από τις καλές υπηρεσίες της βραζιλιάνικης μετάφρασης σε τούτο το βιβλίο, το οποίο έχει ήδη δημοσιευθεί στην Ιταλία και τη Γαλλία, αλλά δυστυχώς όχι ακόμα στη Γερμανία.

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2016

Σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης


Ο Κρόνος Καταβροχθίζει τα Παιδιά του, Φρανθίσκο Γκόγια, 1819-1823

Με αφορμή την επικείμενη έκδοση της ποιητικής συλλογής, Ιερουργία της Άνοιξης, του Σωτήρη Λυκουργιώτη από τις ελευθεριακές εκδόσεις Κουρσάλ και έναντι προλόγου, σκάρωσα κι εγώ ένα μικρό ποίημα. Όχι βεβαίως, τόσο λιτό και στακάτο σαν τα ποιήματα του φίλου μου!

('Ενα χρειώδες ποίημα!)


Τώρα που τα δειλινά κιτρίνισαν μέσα στο εργαστήριο της κοινωνίας·
τώρα που ο χρόνος της πραγματικότητας καταβροχθίζει τα πάντα στο διάβα του,

εμείς
να κάνουμε ξανά την κριτική όπλο.
Να αναγάγουμε την μνήμη του ψυχρού επιτεύγματος, 
σπάνιο τόπο για την ευαισθησία.
Να ξεγυμνώσουμε στους φιλολόγους που διδάσκουν συγκριτικά,
την αμετροέπεια τους!
Να καταστήσουμε τις δουλειές, πάθη αλογάριαστα.
(Κι έτσι να κάνουμε πράξη το όραμα του Φουριέ!)
Να ορίσουμε τις χειρονομίες με το ανεπίστρεπτο του χρόνου.
Να ενορχηστρώσουμε την ανάγκη της αισθητικής.
Να κλυδωνίσουμε τους εφήμερους αστέρες.

Θα δώσουμε σάρκα και οστά στις ανθρώπινες επιθυμίες μας!

Τότε θα γίνουν και πάλι οι ιδέες επικίνδυνες·
και θα ριζώσουν την μανία της επίθεσης
στις ομορφιές τούτου του θαυμαστού, καινούργιου κόσμου.


Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013

Ένα ποστ για τον Robert Kurz

Σήμερα συμπληρώνεται ακριβώς ένας χρόνος από την ημέρα θανάτου του Ρόμπερτ Κουρτζ. Χωρίς καμία διάθεση εξύψωσης του σε κάποιου είδους ιδεολογικό τοτέμ το ιστολόγιο θα τιμήσει τη μνήμη του δημοσιεύοντας την μετάφραση ενός δικού του κειμένου με μεγάλο ενδιαφέρον τις προσεχείς ημέρες μιας και δεν κατάφερα να τη τελειώσω για σήμερα όπως αρχικά υπολόγιζα. Γενικά θα πρέπει κάποιος να σημειώσει πως τα κείμενα κοινωνικής ανάλυσης του Κουρτζ παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον γιατί σχεδόν στο σύνολο τους αποτελούν υπόδειγμα εμπράγματης, κριτικής σκέψης που βοηθούν να κατανοήσει κανείς με τωρινά δεδομένα τι μπορεί να είναι αυτό που του συμβαίνει. Δηλαδή ποιες έμφυτες δυνάμεις αποσύνθεσης έχει αναπτύξει ο Καπιταλισμός και πως αυτές δρουν ανεξέλεγκτα και πίσω από τις συνειδήσεις μας.
Στο κείμενο λοιπόν του Κουρτζ με τίτλο Μαρξ 2000 (που όπως προείπα η δημοσίευση του θα αναρτηθεί σύντομα) μπορεί εύλογα να συναχθεί πως οι οικονομικοί τεχνοκράτες και οι επιστημονικοί σύμβουλοι δεν τεκμηριώνουν αντικειμενικές θέσεις κριτικής σκέψης που αφορούν την οργάνωση της κοινωνίας και τις δομές της. Στην πραγματικότητα εκφράζουν μόνο τις διάφορες ανούσιες παραλλαγές ερμηνείας και διαχείρισης της οι οποίες υπόκεινται καθολικά στην θετικιστική θεώρηση της. Ουσιαστικά ό,τι μας πλασάρουν ως συμβουλή δεν είναι κάτι άλλο από μια ψεύτικη και αποπροσανατολιστική μορφή αφηρημένης συνείδησης.

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

Νεο Ρικαρδιανές πλάνες

Υπάρχουν κάποιες επικριτικές ακαδημαϊκές απόψεις επάνω στις κριτικές θέσεις του Άνσελμ Γιάππε που με την θετικιστική επιχειρηματολογία που αναπτύσσουν επειδή ακριβώς αναλύουν μία συγκεκριμένη κατηγορία της κοινωνικής ολότητας που ονομάζεται καπιταλισμός δεν αντιλαμβάνονται την στρεβλή πραγματικότητα που αυτή έχει εγκαθιδρύσει. Η δεκασέλιδη κριτική μελέτη του Robert Kurz με τίτλο Μαρξ 2000 αποδομεί πλήρως τους τυφλούς ακαδημαϊκούς ισχυρισμούς και τις θεωρίες τους. Προς το παρόν δίνω μια μικρή πρόγευση από ένα χωρίο της εν λόγω εργασίας μέχρι να τελειώσω ολόκληρη τη μετάφραση της:


Η Μαρξική ανάλυση της διαπεραστικής καπιταλιστικής δομής μαζί με τον εμπεριεχόμενο φετιχισμό αποκαλύπτει τον αρνητικό χαρακτήρα της εργασίας – ουσίας και της αξίας – μορφής της η οποία έχει αγνοηθεί επαίσχυντα από το Μαρξιστικό – εργατικό κίνημα ενώ απορρίφθηκε από τις επίσημες οικονομικές επιστήμες με τον χαρακτηρισμό της «φιλοσοφικής ανοησίας». Στην γραμμή άμυνας της απέναντι στην Μαρξική θεωρία η ακαδημαϊκή επιστήμη αναθεμάτισε ακόμα και τη θεωρία των κλασσικών αστών οικονομολόγων, οι οποίοι θεωρούσαν ότι το δαπανηθέν ποσό εργασίας είναι το περιεχόμενο της οικονομικής αξίας. Η κυρίαρχη συνείδηση διατήρησε μόνο την δεοντολογικά καταπιεστική σημασία και την καταναγκαστική ηθική της εργασίας με το θετικό πρόσημο του όρου κι έτσι προστάτευσε με την άγνοια της την ανακάλυψη της δική της ανορθολογικής ιδιοσυστασίας (καταστατικής δραστηριότητας) η οποία υπονοείται στον Μαρξικό όρο του φετιχισμού. Τα οικονομικά έγιναν η επιφανειακή θεωρία της οριακής χρησιμότητας ή η υποκειμενική θεωρία της αξίας. Η τελευταία, που θεωρείται σήμερα το θεμέλιο στην επικρατούσα τάση των σύγχρονων οικονομικών αναλύσεων, απλουστεύει τελείως τον όρο της αξίας στην εμφάνιση της Τιμής των προϊόντων. Η Τιμή δηλαδή περιστέλλεται στην καθαρά υποκειμενική χρησιμότητα των υπολογισμών που γίνονται από τους παίκτες της αγοράς (των οποίων η ύπαρξη και η θέσπιση προσλαμβάνεται απριόρι). Αυτή η νεοκλασική θεωρία όχι μόνο δεν έχει την πρόθεση αλλά δεν μπορεί στην πραγματικότητα να επεξηγήσει τίποτα, αντ' αυτού προσομοιάζει τους λογιστικούς υπολογισμούς των υποκειμένων της αγοράς με την απεικόνιση της συστημικής μαθηματικοποίησης τους. Στις κοινωνικές επιστήμες, τα Μαθηματικά εμφανίζονται πάντοτε στο προσκήνιο όταν οι προϋποθέσεις της κριτικής έχουν εμφανώς χαθεί και τότε πρέπει να καταστήσουν την περιγραφή των κοινωνικών συνθηκών, η οποία στερείται μιας επαρκούς θεωρητικής εξήγησης, και πάλι διαχειρίσιμη.

  Και επειδή μας τα 'χουν πρήξει με την τεχνοκρατική και τεχνοεπιστημονική πιπίλα για τις επενδύσεις οι οποίες θα φέρουν και νέες θέσεις αλλοτριωμένης εργασίας μπορούμε να δούμε ότι οι οικονομικοί τους δείκτες δεν στέκονται και πολύ πρόθυμοι ώστε να μας κάνουν το χατίρι να έχουμε όλοι μία δουλίτσα που θα σιχτιρίζουμε την ώρα και τη στιγμή που την βρήκαμε. Η δομική αυτοματοποίηση της παραγωγής καταργεί περισσότερες θέσεις εργασίας απ’ όσες μπορεί η ίδια η παραγωγική διαδικασία να απορροφήσει. Δια του λόγου το αληθές ας δούμε το γράφημα της προστιθέμενης αξίας σε ποσοστιαία μεταβολή της εθνικής βιομηχανικής παραγωγής στο σύνολο του ελληνικού ΑΕΠ από το 1967 μέχρι σήμερα που είναι συνεχόμενα πτωτικό όπως φαίνεται και στον παρακάτω σύνδεσμο: 
http://www.tradingeconomics.com/greece/industry-value-added-percent-of-gdp-wb-data.html (πατήστε στα δύο πρώτα βελάκια πάνω από το γράφημα τις αντίστοιχες χρονολογίες και στο τρίτο την επιλογή line)

  Ας δούμε τώρα και τις συνολικές ροές των άμεσων επενδύσεων στην ελληνική οικονομία από επενδυτές του εξωτερικού τα οκτώ τελευταία χρόνια από το 2003 έως το 2012 στο παρακάτω σύνδεσμο: http://www.investingreece.gov.gr/default.asp?pid=21&la=1 
   
  Βλέπουμε ότι ένα σεβαστό κομμάτι, περίπου το 30%, επενδύεται στον δευτερογενή τομέα. Εύλογα γεννιέται ένα ερώτημα: Αφού οι ροές κεφαλαίου με την μορφή επενδύσεων παρόλο το αρνητικό υφεσιακό κλίμα συνεχίζονται απρόσκοπτα τότε γιατί αυτόματα η ανεργία δεν μειώνεται αλλά αυξάνεται συνεχώς με γεωμετρική πρόοδο; Και γιατί η ανεργία πλέον καθίσταται δομική ανεξαίρετα, σε όλες τις ασθμαίνουσες οικονομίες της ευρωζώνης. Σε αυτά τα ερωτήματα μπορεί να δώσει μια πειστική απάντηση κανένας πεφωτισμένος τεχνοκράτης;

Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012

Νέο-Ρικαρδιανές πλάνες


Υπάρχουν κάποιες επικριτικές απόψεις επάνω στις θέσεις του Άνσελμ Γιάππε που με την θετικιστική επιχειρηματολογία που αναπτύσσουν επειδή ακριβώς αναλύουν μία συγκεκριμένη κατηγορία της κοινωνικής ολότητας που ονομάζεται καπιταλισμός δεν αντιλαμβάνονται την στρεβλή πραγματικότητα που αυτή έχει εγκαθιδρύσει. Προς το παρόν επιφυλάσσομαι να επανέλθω μ' ένα νέο κείμενο.* 

* προέχει όμως η χειρωνακτική εργασία ανακαίνισης του σπιτιού ενός φίλου. Τριψίματα-βαψίματα δηλαδή για όλη την εβδομάδα, ας όψεται η αφηρημένη του εργασία που δεν του επιτρέπει να διακινήσει τον μισθό του προς όφελος της εργατικής τάξης. Κοινώς δεν υπάρχει σάλιο για τους φίλους μπογιατζήδες.

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012

Η πολιτική ουσία του λαϊκισμού


  Έιντζελμπερτ Μετογιέρ. Μαύρη Αυγή, 2009


    Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα δοκίμιο του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου από το βιβλίο του: Η "Ρωμιοσύνη" στον Παράδεισο. Σημειώσεις για μία κριτική του νεοελληνικού αντιδιανοουμενισμού (Εκδόσεις Έρασμος, 1983). Το εν λόγω κείμενο στην ανάπτυξη της προβληματικής του λαϊκισμού ως διάχυτου κοινωνικού φαινομένου θίγει απερίφραστα κάποιες από τις αιτίες που καθιστούν αναγκαία την αντιεξουσιαστική προσέγγιση των διανοουμένων επάνω στα κοινωνικά τεκταινόμενα. Με άλλα λόγια ο διανοούμενος οφείλει ως θεματοφύλακας της κριτικής σκέψης να αποδομεί κάθε μορφή εξουσίας ιδιαιτέρως όταν αυτή εδράζεται επάνω στην επιτηδευμένη κολακεία του λαϊκού φρονήματος. Η ανάδειξη του λαϊκισμού ως κύριου εκφραστή της πολιτικής βούλησης συνεχίστηκε αδιάλειπτα όλα αυτά τα χρόνια της μεταπολίτευσης. Τώρα και εν τω μέσω της κρίσης, αυτή η τακτική αφού έσπειρε γενιές και γενιές ανεύθυνων υπεύθυνων, θερίζει τις αντίστοιχες θύελλες. Θεωρώ πως το συγκεκριμένο δοκίμιο είναι εξαιρετικά επίκαιρο και θα προσθέσω επίσης ότι θίγει, εικονοκλαστικά, την στρεβλή ιερότητα που περιβάλλει τα λογοτεχνικά τοτέμ των νεοελληνικού θεάματος.


Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΛΑΪΚΙΣΜΟΥ

Α΄
Διανοούμενος «είναι κάποιος που χρησιμοποιεί περισσότερες λέξεις απ’ όσες χρειάζονται, για να πει περισσότερα απ’ όσα ξέρει». Ο αφορισμός ανήκει στον στρατηγό Αϊζενχάουερ και αποδίδει με ακρίβεια όχι μόνο τα δικά του αισθήματα για τους «αυγοκέφαλους» της χώρας του, αλλά και την ενστικτώδη εχθρότητα της πολιτικής εξουσίας γενικά για μια κοινωνική ομάδα ηθικών αντιρρησιών. Τι είναι αυτό που κάνει τους ρεαλιστές πολιτικούς ν’ απεχθάνονται τους διανοούμενους ή πιο σωστά ένα ορισμένο είδος διανοουμένων; Πάνω σ’ αυτό το πρόβλημα η κοινότοπη θετικιστική καταγγελία του «απροσγείωτου ιδεαλισμού» και της «ανευθυνότητας» των διανοουμένων μας αποκαλύπτει πολύ περισσότερα για τους κατηγόρους παρά για τους κατηγορουμένους. Οι διανοούμενοι κατηγορούνται πως «βαδίζουν στα σύννεφα», όταν, και επειδή, αρνούνται να ασκήσουν ένα κοινωνικό λειτούργημα που τους αποδίδεται δεοντολογικά –όταν δεν είναι συνεργάσιμοι με την πολιτική πραγματικότητα.
Εκείνο που χαρακτηρίζει κάθε «λαϊκιστικό» αντιδιανοουμενισμό είναι μια διπλή αντίφαση: α) Ο «λαϊκισμός» είναι α ν τ ι λ α ϊ κ ό ς. β) Ο αντιδιανοουμενισμός, ακόμα και στις πιο «αριστερές» του εκδοχές ευνοεί (και ευνοείται από) διανοούμενους που έχουν ήδη μπει ή επιδιώκουν να μπουν στο παιχνίδι της εξουσίας, Αναλυτικότερα: Ο πολιτικός λαϊκισμός τείνει και ολοκληρώνεται στο φασισμό που είναι η αποθέωση της χυδαιότητας περιτυλιγμένης στο χρυσόχαρτο του Μύθου. Τα λεγόμενα «ποπουλίστικα» κινήματα έχουν έντονα τα εξής φασιστικά χαρακτηριστικά: 1) έναν εθνικισμό που στην «αριστερίζουσα» αστικοδημοκρατικής καταγωγής γλώσσα ονομάζεται «πατριωτισμός», 2) ένα πρακτικό αντικομμουνισμό και μια «σοσιαλιστική» ή και «μπολσεβίκικη» φρασεολογία, 3) μια ειδική σχέση μάζας και αρχηγού μέσα στην οποία απαλείφεται κάθε κριτικότητα, δηλ. κάθε παράγων διαταραχής του μαγνητικού ρευστού μεταξύ αρχηγού και μάζας. Έτσι η «κορυφή» έρχεται «άμεσα», χαρισματικά σ’ επαφή με τις μάζες. Το κωμικοτραγικό και σύντομο ειδύλλιο του ΠΑΣΟΚ με τον «σοσιαλισμό» και η γνωστή μοίρα των πιο προβληματισμένων (και προβληματικών για την κομματική ηγεσία) διανοούμενων του παρέχουν ένα τυπικό παράδειγμα για τις πραγματικές τάσεις και συνέπειες του αντιδιανοουμενισμού μέσα στον πολιτικό χώρο.
Στην πράξη ο αντιδιανοουμενισμός οδηγεί σε κάποια μορφή φασισμού: Περονικής, Νασερικής, Κανταφικής ή κάποιας άλλης μελλοντικής –για να μη μιλάμε αιωνίως για τους παρωχημένους φασισμούς αγνοώντας αυτόν που αναδύεται μπροστά στα μάτια μας. Εννοούμε βέβαια τον σύγχρονο αριστεροειδή φασισμό των ελληνοσοσιαλιστών και των εθνοκομμουνιστών που έχουν κοινό παρονομαστή την δογματική και δημαγωγική «λαϊκοεπαναστατική» γλώσσα. Πρόκειται γενικά για ένα πνεύμα στρατώνα, για τον ίδιο αντιδιανοουμενισμό που εκφράζεται σε μια μεγάλη γκάμα από το ενστικτώδες μίσος του μόνιμου καραβανά (του «παιδιού του λαού») για τον «διοπτροφόρο» νεοσύλλεκτο, μέχρι τον σταλινικό πρακτικισμό, που αντιπαραθέτει την «πειθαρχία» ενός κομματικά ευνουχισμένου εργάτη στην «μικροαστική» εξέγερση του διανοούμενου (ασχέτως αν ο ίδιος ο σταλινισμός αποτελεί την χυδαιότερη έκφραση ενός μικροαστισμού που φόρεσε εργατική φόρμα).
Αυτός ο αντιδιανοουμενισμός που διέπει κάθε «ποπουλίστικο» κίνημα στηρίζεται πάντα στη «σιωπηρή πλειοψηφία», στην πολιτική αδράνεια του λαού ή, ακόμα χειρότερα, στην επί ποδοσφαιρικού επιπέδου πολιτικοποίησή του. Η πολιτική ουσία αυτού του αντιδιανοουμενισμού δεν συνεπάγεται μόνο τον κραυγαλέο διασυρμό και τη δημόσια καταγγελία του «διανοούμενου» ανθρώπου αλλά όπως και κάθε παρόμοια τελετουργία, αναπαράγει, καλλιεργεί και κολακεύει τις ταπεινές και υποδουλωτικές ανάγκες των μαζών· πίσω απ’ αυτό τον δημαγωγικό λαϊκισμό κρύβεται μια βαθύτατη περιφρόνηση προς τις ίδιες τις μάζες, αφού ο ρόλος που τους επιφυλάσσει ο εξουσιαστικός λαϊκισμός (γιατί κάθε λαϊκισμός είναι ε ξ ο υ σ ι α σ τ ι κ ό ς), ο ρόλος που τους επιφυλάσσει το κράτος, η εκκλησία και το κόμμα δεν είναι ούτε να σ κ έ π τ ο ν τ α ι, ούτε ν’ α π ο φ α σ ί ζ ο υ ν ούτε να δ ρ ο υ ν αλλά να υπακούνε –να λένε τραγουδάκια, να χειροκρατάνε ρυθμικά και κάπου κάπου να ψηφίζουν.
Σ΄αυτό το χώρο του λαϊκού πανηγυριού συναντιούνται οι πολιτικές βεντέτες δεξιάς, κέντρου και αριστεράς και παίζουν το παιχνίδι τους χτυπώντας και ισοπεδώνοντας με το ρόπαλο της λαϊκιστικής συνθηματολογίας κάθε «ανωμαλία», (δηλ. κάθε ερωτηματικό) και κάθε πραγματικό πρόβλημα. Αυτή η επίκληση κι αυτή η χρησιμοποίηση του «λαϊκού» είναι ακριβώς ο φασισμός. Κι είναι καιρός πια να κόψουμε τα πονηρά δεσμά με τα οποία κακομοιριασμένοι φιλόσοφοι και κομπλεξικοί στρατοκράτες συνδέουν το Νίτσε με το Χίτλερ. Γιατί ο φασισμός δεν είναι ούτε «νιτσεϊκός» ούτε «αριστοκρατικός» ούτε «αντικαπιταλιστικός»· ο φασισμός είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός στριμωγμένος στο τελευταίο του καταφύγιο –στην στραπατσαρισμένη, κακοποιημένη και διαστρεβλωμένη ψυχή των ίδιων των θυμάτων του.
Μομφές και χαρακτηρισμοί κατά των διανοουμένων («ατομιστές», «απροσγείωτοι», «εγωιστές» κ.α.τ.) θ’ ακούγονται πάντα· και θ’ ακούγονται εν ονόματι του λαού από εκείνους που κυριαρχούν επάνω του και δεν βλέπουν ποτέ με καλό μάτι τα κατεξοχήν «διανοουμενίστικα» αμαρτήματα όπως είναι η πνευματική ανησυχία, η κριτικότητα, ο ιδεαλισμός –δηλ. όλ’ αυτά που στην κομματική γλώσσα μεταφράζονται σε «μικροαστικό υπερεπαναστατισμό» ή «τυχοδιωκτική ανευθυνότητα»· γιατί αυτοί που αυτοχρίονται με το δικαίωμα να κάνουν τέτοιους χαρακτηρισμούς νιώθουν απόλυτα «υπεύθυνοι» -όχι βέβαια απέναντι στον συγκεκριμένο και παρόντα λαό αλλά απέναντι στην αφηρημένη ιδέα του «λαού» και απέναντι στην «ιστορία»· και νιώθουν «υπεύθυνοι», γιατί αυτοί δεν α ρ ν ο ύ ν τ α ι αλλά ασκούν ή διεκδικούν («για τον λαό» και πάνω στη ράχη του λαού) την εξουσία.
Το περίεργο τώρα είναι πως οι διανοούμενοι γίνονται στόχος αυτών των «φίλων του λαού» στο βαθμό ακριβώς που δεν διεκδικούν καμιά εξουσία για τον εαυτό τους (κι αυτό άλλωστε στοιχειοθετεί και την «ανευθυνότητά» τους) και αρνούνται όχι μόνο την εκμετάλλευση αλλά και τη χειραγώγηση ανθρώπου από άνθρωπο –δηλαδή, αρνούνται όχι μόνο τον παραδοσιακό χωροφύλακα και τον παπά αλλά και την σύγχρονη σύνθεσή τους που είναι ο κομματικός «καθοδηγητής». Βέβαια, δεν αρνούνται όλοι οι διανοούμενοι την εξουσία· αλλά αυτό που έχει σημασία είναι πως ο στόχος των εξουσιών, όπως και ο στόχος τω μεσσιών, είναι, καθώς είπαμε, εκείνοι ακριβώς οι διανοούμενοι που δεν διεκδικούν την εξουσία –οι «ανεύθυνοι». Όλοι οι φασισμοί ήταν και είναι εναντίον του υποκειμενισμού, του αυθορμητισμού, της ατομικότητας και υπέρ του «λαού»· αλλά ενός λαού που χρειάζεται «μπροστάρηδες», «οδηγητές», «ταγούς», «φύρερ», «εθνοπατέρες» και κομματικούς παπάδες –δηλ. όλους αυτούς που αιώνες τώρα επιμένουν να «σώζουν» τον κόσμο, το σώμα του ή την ψυχή του, με την πυρά και με τον τρόμο, με το σταυρό και με το ξίφος, με το τσεκούρι και με την αυθεντία, με το Λόγο και με το Θαύμα. Κι από κοντά σ’ αυτούς τους σταυροφόρους που ρημάζουν τη ζωή όλος ο παρδαλός θίασος βάρδων και μεσσιών, πνευματικών τραμπούκων, μυσταγωγών και μουσικάντηδων κι όλο το εθνικορεμπέτικο ποιητικό φολκλόρ.

Β΄
Υποσημάναμε στα παραπάνω την διανοουμενίστικη πηγή του «αντιδιανοουμενισμού». Αυτό δεν είναι αντίφαση· είναι μόνο η αντιφατική έκφραση μιας πραγματικότητας ανάλογης με τον αριστοκρατικό «λαϊκισμό». Είναι προβολή της ίδιας της εξουσίας πάνω στο αντικείμενό της. Όλη η έμφαση πέφτει στην προσπάθεια να στεγανοποιηθεί το «αγνό» λαϊκό στοιχείο, η Sancta Simplicitas, από τη σατανική διάβρωση του πνεύματος, από το μίασμα της κριτικής σκέψης. Δεν είναι ο λαός που επιβάλλει τον λαϊκισμό· ο λαός υ φ ί σ τ α τ α ι το λαϊκισμό όπως υφίσταται και τους παιδαγωγούς του –αυτούς που παρουσιάζουν πάντα το πνεύμα σαν την αρρώστια, σαν την «πανούκλα» που απειλεί το σώμα της υγιούς κοινωνίας. Αυτός ο αντιδιανοουμενισμός είναι έργο διανοουμένων –διανοουμένων στην υπηρεσία του κρατούντος, διανοουμένων εθνικιστών, διανοουμένων σταλινικών, διανοουμένων παπάδων, διανοουμένων λαϊκιστών, διανοουμένων φιλισταίων.
Στον χώρο της νεότερης ελληνικής ποίησης το φαινόμενο του διανοουμενίστικου αντιδιανοουμενισμού παρατηρείται εκεί όπου η «χαμένη παράδοση» φαίνεται να εισβάλλει μέσα στο «μοντέρνο» ή πιο σωστά το «μοντέρνο» προβάρει απανωτές «πρωτόγονες» μάσκες, οι οποίες δεν φτιάχνονται βέβαια από «πρωτόγονους» τεχνίτες αλλά παράγονται μαζικά στις βιομηχανίες τουριστικών ειδών. Το αποτέλεσμα αυτής της νοθείας στην ποίηση είναι μια «ιδιωματική» γραφή συνδεδεμένη από τη μια μεριά με το σχολαστικό φολκλόρ της «ντοπιολαλιάς» και με το υπεριστορικά αδιατάρακτο «φως του Αιγαίου», κι από την άλλη με τον «ένδοξό μας βυζαντινισμό» που ρέει από το εκκλησιαστικό μέλος και τη γλώσσα των μεσαιωνικών χρονικών. Η «Γυναίκα της Ζάκυθος» και τ’ Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, ο μυθοποιημένος Παπαδιαμάντης και η εκλαϊκευμένη Βίβλος δεν είναι μόνο οι πιο κοντινοί μας σταθμοί για το διαρκώς αναγγελλόμενο τουριστικό ταξίδι προς τις «ρίζες», αλλά και οι πιο προσιτές «πηγές» απ’ όπου αντλείται όλη εκείνη η ψευδομεταφυσική σαβούρα, για να παραγεμιστούν όπως όπως τα κενά ενός εφευρεμένου «νεοελληνικού μύθου», που ωστόσο παραμένει πάντα μια έκθετη, διάτρητη ιδεολογία, πότε απολογητική και πότε επιθετική και μνησίκακη σαν θρησκόληπτο γραΐδιο:
Κατά πρόσωπό μου εχλεύασαν οι νέοι Αλεξανδρείς:
ιδέστε, είπαν, ο αφελής περιηγητής του αιώνος!
Ο αναίσθητος
που όταν όλοι εμείς θρηνούμε
αυτός αγαλλιά
[…….]
Που όταν όλοι εμείς πενθούμε
αυτός ηλιοφορεί.
Και όταν όλοι σαρκάζουμε
ιδεοφορεί.(1)
Καμιά φορά η «αφέλεια» είναι ιδεολογία· στον Ελύτη ήταν επιθετικότητα –η συσσωρευμένη επιθετικότητα της «αισιόδοξης» και «προοδευτικής» γενιάς του ’30 προς τον Καρυωτάκη. Όταν ο Ελύτης με τον «Άξιον εστί» αποφάσισε καθυστερημένα αλλά προκλητικά να «ιδεοφορήσει», δεν βρήκε τίποτ’ άλλο από τα «εθνικοαπελευθερωτικά» αποφόρια, που η πιο σκεπτικιστική μερίδα της αριστεράς, όπως εκφράστηκε μέσα από τα ουσιαστικότερα ποιητικά κείμενα της μεταπολεμικής γενιάς, φρόντιζε να ξεφορτωθεί μαζί με πολλές από τις ακριβοπληρωμένες αυταπάτες της. Ο ελληνικός μύθος του Ελύτη (αυτός ο δήθεν αντι-ιδεολογικός κόσμος των «Προσανατολισμών») γίνεται στο «Άξιον εστί» μύθος ελληνοχριστιανικός, επιπόλαιο άνθος πάνω στο χάσμα που δεν γεμίζει ούτε με την επίκληση στο Σολωμό και τους άλλους «πατέρες», ούτε με ξώπετσες αναφορές στη νεοελληνική περιπέτεια της οποίας δεν αποδίδεται όχι βέβαια ο βιωματικός κραδασμός αλλά ούτε καν η ιστορική της αλήθεια. Η βαθύτερη εμπειρία που ΄κανε τους σημαντικότερους ποιητές της μεταπολεμικής γενιάς να χαράξουν τα λιγοστά τους ποιήματα και να σωπάσουν, προσηλωμένοι σε ένα συνταρακτικό βίωμα που ήταν συγχρόνως συλλογικό και προσωπικό, στο «Άξιον εστί» ταξινομείται, τακτοποιείται, και ενταφιάζεται μέσα στην ετοιμοπαράδοτη ιδεολογική εικόνα του «κακού ξένου». Ο διάβολος είναι πάντα ο «αλλοεθνής»· το σπέρμα του κακού εισάγεται από εξωελληνικούς χώρους, ενώ το ίδιο το ελληνικό τοπίο επιστρατεύοντας την εθνική αυτάρκεια και ιδιαιτερότητά του («ελληνικό φως» κ.α.τ.) αντιστέκεται στον κακό ξένο, γιατί (σύμφωνα και με την ιδεολογία του επίσημου κράτους που διακηρύσσει ότι «οι Έλληνες ηνωμένοι εμεγαλούργησαν») το «κακό» είναι πάντα ο «ξένος»:
Ήρθαν
ντυμένοι «φίλοι»
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
το παμπάλαιο χώμα πατώντας.
Και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.(2)
Έτσι ο «αφελής περιηγητής του αιώνος», όπως αυτοχαρακτηρίζεται ο Ελύτης, επαναλαμβάνει τον αριστοκρατικό λαϊκισμό του Σικελιανού. Ένα σημαντικό μέρος από τον «σοσιαλισμό» των καλλιεργημένων επτανησίων αρχόντων, που ανακάλυψαν κάποτε το λαό «τους», για να τον αντιτάξουν με μάταιη εκδικητικότητα στον κυρίαρχο πια αστισμό, κατέληξε στον «Αλαφροΐσκιωτο», όπου ο Σικελιανός, στερνοπαίδι αλλά και υπέρβαση της ξεπεσμένης επτανησιακής αρχοντιάς, χύνει καινούριο αστικό αίμα στις στεγνές φλέβες της έννοιας της αριστοκρατικότητας, καθώς μιλάει για το χώμα «του» και τους χωριάτες «του» όχι πια με την ιδεολογία ενός ξεπεσμένου άρχοντα αλλά με τη συνείδηση ενός νεαρού θεού που βρίσκεται ανάμεσα σε δυνατούς και ωραίους υπηκόους:
Παντού ο λαός· και λάτρεψα
και στη λαχτάρα μου είπα:
«Βάλε το αυτί στα χώματα»
και φάνει μου πως η καρδιά
της γης βαριά αντιχτύπα.(3)
Αλλά το φυσικό συμβόλαιο ανάμεσα στον ποιητή-θεό και στον λαό, αυτή η χαρισματική «προς τα κάτω» διάχυση δεν αντιστοιχεί σε μια πραγματική επικοινωνία αλλά σε μια ιδεολογικοποίηση της χειραγώγησης και της εξουσίας. Η νεαρή αστική ιδεολογία, που είναι ομόλογη προς εκείνη του δημοτικιστικού κινήματος, θα μετατρέψει τον ανιδιοτελή Διόνυσο σε «εκπολιτιστή» Απόλλωνα και θα βάλει σε Τάξη, Αρμονία και Εργασία τον κόσμο. Πίσω από το μύθο και την ιδεολογία της ευεργετικής Αυθεντίας προετοιμάζεται ο Λόγος της αστικής δημοκρατίας:
Μα εσάς, ω ψεύτες, τη ζωή
που αρνιέστε να δουλέψτε,
σας έδεσα στ’ αλέτρια μου·
για ν’ ανεβείτε ένα σκαλί
και λίγη γης να οργώστε
σας κέντησα τη ράχη σας
βαθιά με τη βουκέντρα!(4)
Η σημασία του «Αλαφροΐσκιωτου» δεν ξεπεράστηκε ποτέ από τις μεταγενέστερες βυθοσκοπήσεις του Σικελιανού στις διάφορες «Συνειδήσεις» του. Υπήρξε η τελευταία πλήρης ελληνική έκφραση της ενότητας Ηγέτη-Λαού-Γης. Ο Αλαφροΐσκιωτος είναι ακόμα ένας θεός, ενώ ο Διόνυσος του Ελύτη («Προσανατολισμοί») είν’ ένας μεταμφιεσμένος αστός. Στην αίσθηση του Ελύτη υπάρχει περισσότερος τουρισμός και λιγότερες ψευδαισθήσεις· δεν υπάρχει καμιά τρέλα και καμιά παραφορά (η τρέλα της γνωστής «ροδιάς» του είναι καθαρά σουρεαλιστική, δηλ. ρηματική), δεν υπάρχει κανένα μεγαλείο και καμιά γελοιότητα, κανένας «σικελιανισμός» -ο Ελύτης δεν ήταν λιγότερο «πονηρεμένος» από τον Σεφέρη. Γι’ αυτό όμως και η προσχώρησή του στην «εθνικοαπελευθερωτική» ιδεολογία είναι περισσότερο διαβλητή από εκείνη του Σικελιανού. Ο Ελύτης πέρασε με αρκετή καθυστέρηση και με ένα άτσαλο πήδημα σ’ ένα χώρο όπου ο Σικελιανός είχε μπει με μια κίνηση το ίδιο θεατρική, αλλά άνετη και μεγαλειώδη όπως στάθηκε ολόκληρη η ζωή του –η ζωή ενός ποιητή-εθνάρχη και μυσταγωγού. Εδώ ακριβώς, στην περιοχή της «εθνικοαπελευθερωτικής» ιδεολογίας που ευνόησε στον Ελύτη την ανάπτυξη μιας οραματικής ευφορίας (Βλέπω τη διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών)(5) η ίδια η ποιητική μέθοδος παρεκτρέπεται σε «ιδεολογία», καθώς οι λέξεις «παίζουν» όχι μόνο την ποίηση αλλά και την επανάσταση φενακίζοντάς τες και τις δύο –όπως άλλωστε έκανε και ο σουρεαλισμός γενικότερα.

Γ΄
Πολύ κοντά στην πολιτική φιλολογία του λαϊκισμού ανθεί και η θεολογία του. Αυτή η θεολογία, όσο κι αν απωθεί την «πολιτική» και τις «ιδεολογίες», αποτελεί την έσχατη ιδεολογική μεταμόρφωση των πανανθρώπινων και διαρκών αιτημάτων, όταν πέφτουν στα χέρια των θεολόγων. Γιατί η θεολογία κάθε μορφής, όπως και η πολιτική, έρχεται να «τακτοποιήσει» το όραμα και την εξέγερση, τεμαχίζοντας τη βαθύτερη αλήθεια τους σε δόγματα. Δεν είναι καθόλου περίεργο το ότι αυτοί που ρητορεύουν πιο κραυγαλέα απ’ όλους για τις «χαμένες μας ρίζες» χρησιμοποιούν την ίδια γλώσσα και τα ίδια επιχειρήματα με τους υποτιθέμενους αντίποδές τους,  τους πολιτικάντηδες όλων των αποχρώσεων, εναντίον των «φθοροποιών ιδεών της Δύσης», εναντίον των «κακών ξένων» που απειλούν ν’ αφανίσουν την «εθνική μας ταυτότητα».
Αφήνουμε κατά μέρος τον κύριο κορμό της «ορθόδοξης παράδοσης» κι αναφερόμαστε κατευθείαν στις πιο επιπόλαιες σημερινές της εκβλαστήσεις, που φέρουν όλη την ευθύνη για τη χυδαιοποίηση κάθε αυθεντικής παραδοσιακής αξίας μέσα στον κρυπτοπολιτικό ψευδομυστικισμό της νεοελληνικής ιδεολογίας. Οι σύγχρονες sophisticated εκδοχές της χριστιανικής ελληνορθοδοξίας γελοιοποιούνται, τουριστικοποιούνται και αναιρούνται από τους ίδιους τους ανομολόγητα πολιτικοποιημένους φορείς τους.
Ένας νέος χριστιανός θεολόγος(6) νομίζει πως ανακαλύπτει το ιδανικό του σ’ εκείνον το γερο-ψαρά που είναι κομμουνιστής όχι από λογική πεποίθηση αλλά από υπαρξιακή ανάγκη (από «δίψα δικαιοσύνης»). Αλλά ενώ διαπιστώνει το βαθύ χάσμα ανάμεσα στην πολιτική των ηγεσιών και στην ηθική ποιότητα του γερο-ψαρά, ταυτόχρονα επιχειρεί να στριμώξει αυτή την ποιότητα (που την θεωρεί «έξω» από την πολιτική) μέσα σε μιαν άλλη στρούγκα. Μέμφεται μάλιστα την εκκλησιαστική ηγεσία που αφήνει, υποτίθεται, ανεκμετάλλευτο αυτό το πλούσιο λαϊκό κοίτασμα· και την μέμφεται με τη ρεφορμιστική γλώσσα που χρησιμοποιεί ο πεφωτισμένος σταλινικός Γκαρωντύ αντιπολιτευόμενος τον παραδοσιακό σταλινισμό. Γιατί κάθε «αντιπολίτευση» προϋποθέτει μια κατ’ αρχήν αποδοχή· κι ο «φωτισμένος» θεολόγος αποδέχεται κατ’ αρχήν τον δικό του «σταλινισμό», τον δικό του «φασισμό», το δικό του «κόμμα» –δηλ. την εκκλησία που την θεωρεί μάλιστα «μόνη που θα μπορούσε να μιλήσει τίμια και αφτιασίδωτα τη γλώσσα του ψαρά».
Έτσι ο «απλός ψαράς» χρειάζεται και στους μεν και στους δε και χρειάζεται έτσι όπως είναι, ή έτσι όπως τον θέλουν να είναι: «αγνός» και «ταπεινός». Τον χρειάζονται και οι μεν και οι δε σαν άγιο, δηλ. σαν θύμα, για να μεταφράζουνε τα πάθη του σε ψήφους ή να φτιάχνουν με το αίμα του μπογιά για κάθε λογής εικονίσματα. Σ’ αυτό συμπίπτουν πολιτικοί και θεολόγοι όσο κι αν ρητορεύουν ο ένας εναντίον του άλλου και οι δυο μαζί υπέρ ενός «λαού» που είναι η βάση κάθε εξουσιαστικού αντιδιανοουμενισμού. Η Sancta Simplicitas που έκανε κάποτε δυνατά τα οράματα ήταν ακόμα και τότε στην υπηρεσία μιας εξουσίας που έστελνε στην πυρά τους αιρετικούς. Αυτή η λαϊκή «απλοϊκότητα» πραγματοποιείται σήμερα στο χυδαίο επίπεδο μιας «πονηρεμένης» βαρβαρότητας, ευνοημένης από τις πολιτικές θεολογίες. Οι σύγχρονοι καθεδρικοί ναοί της Πίστεως είναι χτισμένοι στα Νταχάου και τις Σιβηρίες. Η «απλότητα» και η «αθωότητα» όπως τα εννοεί ο Έλιοτ στο «Δάντη» του οδηγούν, οδήγησαν ήδη, στον δεξιό και στον «αριστερό» αντιδιανοουμενισμό, δηλ. απ’ τον ένα ή τον άλλο δρόμο, στον φασιστικό λαϊκισμό.
Ο λαϊκισμός ήταν πάντα υπόθεση της εξουσίας, όχι των λαών. Το πολιτικό πρόβλημα της ανθρωπότητας είναι καταχωνιασμένο βαθιά μέσα στην ψυχή της και συνοψίζεται στο πώς να σωθεί απ’ τους «σωτήρες» της, πώς ν’ απελευθερωθεί από τους «απελευθερωτές» της. Η ελευθερία μέσα στην ιστορία δεν ήταν ποτέ τίποτ’ άλλο απ’ την ελευθερία κάποιων να κυριαρχούν πάνω σε κάποιους. Η συσπείρωση κατά των ισχυρότερων μετέφερε απλώς το πρόβλημα απ’ το βιολογικό στο κοινωνικό επίπεδο. Αλλά η «πρόοδος» δηλ. η μεταβίβαση της κυριαρχίας από την «αριστοκρατία» στη «δημοκρατία» δεν έλυσε το πρόβλημα, όπως δεν το ’λυσε κι η αντικατάσταση των καθαρόαιμων ευγενικών κτηνών από το άβουλο και περιοδικά μνησίκακο κοπάδι· γιατί απ’ αυτό το κοπάδι που μαντρώθηκε πια στην ιστορία παράγεται τόσο ο «ήρωας» ή ο «υπεράνθρωπος» όσο και το πολιτικό κατοικίδιο των δημοκρατιών –διχάζοντας έτσι το ανθρώπινο πρόσωπο σε δυο αποτρόπαιες μάσκες. Η «κριτική» στο παρελθόν δεν μπορεί να γίνει απ’ τη σκοπιά του μέλλοντος. Το παρόν είναι που κρίνει την εκλογή μας. Δεν θέλουμε ούτε αυτό που η ανθρωπότητα ονειρεύεται με φρίκη και σκοτεινή αγαλλίαση σαν «παρελθόν» της, ούτε αυτό που ευαγγελίζονται οι ψυχροί προφήτες της τεχνοκρατίας –γιατί δεν είμαστε ούτε με το παρελθόν ούτε με το μέλλον. Θέλουμε δεν θέλουμε, αποτελεσματικά ή ατελέσφορα, υπερασπιζόμαστε το τ ώ ρ α, το σκαλοπάτι που φτάσαμε μπουσουλώντας, σκαρφαλώνοντας, σκοτώνοντας, τραγουδώντας ή κλαίγοντας –υπερασπιζόμαστε πάντα αυτό που είμαστε.

Υποσημειώσεις:

[1] Οδ. Ελύτη, Το  Άξιον εστί, Ι
[2] Οδ. Ελύτη, ό.π., Ζ.
[3] Αλαφροΐσκιωτος, Ι, 266-70
[4] Αλαφροΐσκιωτος, Ι, 950-56
[5] Οδ. Ελύτη, Το Άξιον εστί, Προφητικόν
[6] Πολιτιστική παράδοση και πολιτιστική αλήθεια σήμερα. Μια συνέντευξη του Χρ. Γιανναρά στο περιοδ. ΑΝΤΙ 15/11/1975

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012

Μικρό σχόλιο αντί προλόγου





   Ένα σύντομο σχόλιο αντί προλόγου στο μεταφρασθέν κείμενο του Πόστοουν: Επανεξετάζοντας το Κεφάλαιο υπό το φως των Βασικών Γραμμών - Grundrisse, λίγο πριν την δημοσίευση των πρώτων μερών. Η πρώτη εντύπωση που μου δημιουργεί η λεπτομερής προσέγγιση του είναι ότι έχουμε να κάνουμε με ένα θεωρητικό κείμενο διττής υπόστασης. Τι θέλω να πω με αυτό; Ότι εκτός από τις κατευθύνσεις που δίνει ως κριτική ερμηνεία της τρέχουσας κοινωνικής διάστασης και της ανάλυσης που αυτή απαιτεί υπό το πρίσμα πιο επίκαιρων οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών δεδομένων το δοκίμιο αυτό αποτελεί και μία συνεκτική κριτική με πολλές γόνιμες προεκτάσεις προς την Αριστερά και την ανούσια και ανόητη αντιλογία που αυτή επιμένει να αρθρώνει σήμερα ενάντια στον καπιταλισμό. Εν πάση περιπτώσει ίσως επανέλθω με ένα πιο ολοκληρωμένο κείμενο μετά το πέρας της μετάφρασης.