Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Raoul Vaneigem. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Raoul Vaneigem. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 18 Μαΐου 2018

«Κι ο μήνας Μάης δεν έχει ξανάρθει ποτέ, από το '68 εως το τέλος αυτού του κόσμου του θεάματος, δίχως να μας θυμήθουν!»*


 Η ομορφιά είναι στους δρόμους!
(Διαδηλώτρια σε φορείο στο Παρίσι, 17 Μάιου 1968)

  Αναγνώστη, προσοχή! Ακολουθεί κατάχρηση μηδαμινών στερεοτύπων. 
  Η γενιά της αμφισβήτησης, η σπορά της «σεξουαλικής επανάστασης»... Η χρονιά που άλλαξε τον κόσμο... Ο Μάης του '68 έμεινε στην Ιστορία... Το φοιτητικό κίνημα της δεκαετίας του ’60 άλλαζε νοοτροπίες και κατεδάφισε τις αφόρητα καταπιεστικές και υποκριτικές συμπεριφορές... 

  Η κοινωνία του θεάματος ήταν πάντοτε βαριά εθισμένη στη στατική παρέλαση ξύλινων ευφημισμών. Ακόμη κι αν η εαρινή εξέγερση κρίθηκε προς στιγμή με την βαρυτική έλξη καταστασιακών δυνάμεων και με τη συνδρομή ασφαλώς ελευθεριακών σοσιαλιστών–Socialisme ou barbarie και των αναρχικών στην συνδιαμόρφωση της κοινής ανατρεπτικής κίνησηςπου κατακρήμνισαν το έδαφος κάτω από τα πόδια της αφασικά διαφωτισμένης κοινωνίας, αυτή δεν φείδεται με ακραία φιλαρέσκεια να τροφοδοτεί την επιφανειακή αποθέωση του καθολικού πάθους που την αμφισβήτησε εξ ολοκλήρου. Κάθε Μάης σέρνει κι ένα μνημόσυνο. Ακαδημαϊκοί της απολογητικής σχόλης και μεθοδολογιστές κοινωνιολόγοι ευλογούν τα πραγματιστικά τους γένια· εκθειάζουν τη δυνατότητα της δυτικής κοινωνίας να απαντά εποικοδομητικά στις προκλήσεις της, ενσωματώνοντάς τες σαν ανάγκες. Καλοζωισταί διανοούμενοι και εναλλακτικοί καλλιτέχνες που την έχουν «υποψιαστεί» ομνύουν με δέος ανιδεότητας την Επανάσταση της καθημερινής ζωής ωσάν απαρχή του μεταμοντέρνου καλλιτεχνήματος ενός «ελεύθερου δημιουργικού υποκειμένου». Παλιακοί αγωνισταί και όψιμοι επαναστάτες αποψύχουν το μόσχο τον σιτευτό του επαναστατικού νόστου. Όλοι τους πρότυπα στο παγωμένο παρόν αυτού του ανεστραμμένου κόσμου. Μακάριοι θεατές, φρουρούμενοι από τον θείο ύπνο τους, εξαργύρωσαν εισιτήριο στην πρώτη σειρά του θεωρείου. 
   Αλλά μετά τον Μάη που πάγωσε σαν καρτ ποστάλ, τι άλλο; Σαμπως αυτή η «λύτρωση» του ατόμου με την πλήρωση της ευελιξίας του αγοραίου υποκειμένου, οδήγησε πουθενά; Ή μήπως έβαλε, εν προκειμένω, μέσα από την πίσω πόρτα του ενναλακτισμού, τις διατρητικές δυνάμεις της αμετάκλητης διάλυσής του. Η «εκφραστική δημιουργικότητα», η «ρευστή ταυτότητα», η «αυτονομία», η «αυτοδημιούργητη ανάπτυξη» είναι τελικά όροι που παίζουν δίπορτο. Χρησιμοποιήθηκαν μέσα στην κριτική προσέγγιση της θεωρίας της μοντέρνας τέχνης αλλά ιδιάζουν, συγχρόνως —σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά—, την κοινωνική μηχανική της «ευέλικτης» αντίληψης για την αφηρημένη εργασία (Μαρξ) υποδηλώνοντας με τον χειρότερο τρόπο την πανωλεθρία αυτού που ονόμασαν νεωτερικό υποκείμενο. Σήμερα τα λείψανα της Τέχνης στέκουν βουβά στη βαναυσότητα της παρακμίακής της προσαρμογής. 'Ο,τι ορίζεται από το 1968 κι έπειτα ως «το νέο πνεύμα του καπιταλισμού» (Boltanski & Chiapello), το οικτρό συνονθύλευμα μιας καλλιτεχνίζουσας πολιτικής ορθότητας με το οποίο στολίζεται η αφηρημένη υλιστική χρησιμοθηρία, διασύρει και τις τελευταίες αυταπάτες για την αυτονομία της Τέχνης. Η Τέχνη όχι μόνο καταφάσκει δουλικά την ανυπόφορη αλλοτρίωση στην ήττα της να πραγματωθεί μέσα στην κοινωνική ζωή σαν περιοδεύων παλιάτσος, αλλά προσφέρει και τα ασυνάρτητα κουρέλια της για να ραφτούν τα ρούχα ενός αγοραία εξορθολογισμένου πρακτικιστή. Τόσο πετυχημένη ήταν η αναβάθμιση που της επιφύλαξε η κοινωνία του θεάματος τώρα που η νεωτερικότητα καταρρέει.
  Αλλά η γελοιότητα μιας κατάφασης δεν δύναται να καλλωπίσει την αθλιότητα μιας κοινωνίας. Το γένικό της ψεύδος αποκαλύπτεται με την πραγμάτική του μορφή. Με την ουτοπία μιας εκμηδένισης η οποία ποτέ της δεν συντέλεσε σε κάποια πρόοδο της ανθρώπινης Ιστορίας. Η πρόοδος της αστικής χίμαιρας επιβεβαίωσε την παρανοϊκή συνουσία χρήματος (του γενικού ισοδύναμου) και καλλιτεχνικής έκφρασης. Η κατάφαση στον εμπορεύσιμο χαρακτήρα της κουλτούρας ισοπεδώνει ουσιαστικά οποιαδήποτε ποιοτική κρίση. Μονάχα όταν βρίσκει απέναντί της την συνολική άρνηση που θέλει να επανακτήσει τον καθαρό έλεγχο επάνω στη ζωή, εκείνη την άρνηση που δεν ήθελε να εκσυγχρονίσει ή να διαχειριστεί την διαλυτική παρακμή της αλλοτρίωσης και της μιζέριας το '68, ενδέχεται ξανά η ποιητική δυνατότητα. Εκείνη που προτάσσει την έμπρακτη αξίωση της εξαφάνισης Κράτους και χρήματος μέσα από τις ζωές των ανθρώπων. Ή έστω την πτώση τούς σε θέση παρία. Έτσι έγινε τότε, κι έτσι θα γίνει και πάλι! Το ασυγκράτητο πάθος, η κατάφαση της ζωής δεν εφησυχάζει ποτέ σαν μια ασημαντότητα. Η αυτοσυνείδηση που ξυπνά την επιθυμία δεν μπορεί να μείνει στατική στο έλεος του τίποτα. Ειδάλλως θα καταστραφεί κι αυτή μαζί του!

* Ο τίτλος είναι παράφραση της φράσης του Ντεμπόρ.
** Αν έχουμε υπόψιν ότι «η συγκεκριμένη ζωή των πάντων έχει εκπέσει σε θεωρητικό σύμπαν» (Γκυ Ντεμπόρ), θα καταλάβουμε ποιοι κατέβηκαν τότε στους δρόμους και γιατί η Αριστερά είναι κλινικά νεκρή.

Τρίτη 20 Μαΐου 2014

Η εκλογική αποχή είναι πρωτίστως ζήτημα ήθους.*



 Εξαδάκτυλος, Έχουν κακούς σκοπούς, 1971

  Η ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία ωσάν ρητή εκδήλωση του ψυχισμού είναι πρώτα και κύρια άναρχη με την έννοια ότι δεν μπορεί ποτέ να υπαχθεί σε κανένα αφηρημένο σύστημα ηθικών κανόνων. Κι έτσι η αυθεντική ελευθερία της ατομικής βούλησης όχι μόνο δεν υποκύπτει στη μεταφυσική τέτοιων συστημάτων αλλά μπορεί μονάχα να βιωθεί άμεσα με την ισότιμη αναγνώριση της ώριμης ψυχικά θέλησης των ατόμων ώστε εκείνα να ζουν εκφράζοντας τις ειλικρινείς επιθυμίες τους. «Η επαναστατική ισότητα θα 'ναι αξεδιάλυτα ατομική και συλλογική» δηλώνει απερίφραστα ο Ραούλ Βανεγκέμ Κάτω από το βάρος τούτης της διαπίστωσης η έννοια ενός κοινωνικού συμβολαίου, ακριβώς όπως την διατυπώνει ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ ως έκφραση της γενικής συλλογικής βούλησης, δεν είχε ποτέ καμία ηθική νομιμοποίηση διότι παρέβλεπε συνειδητά την υποκειμενική υπόσταση του ατόμου για χάρη μιας μεταφυσικά ανώτερης κοινής θέλησης. Δεν είχε επίσης ποτέ απτή έδρα από την στιγμή που η γενική βούληση μεταφρασμένη σε οικονομική πολιτική όχι μόνο δεν εξασφαλίζει την ίδια την ατομική ελευθερία, αλλά την καθυποτάσσει βάναυσα στην ψευδέστατη αναγκαιότητα των αφηρημένων προσταγών της.
  Ο Ερρίκο Μαλατέστα με περισσή σοφία έγραψε κάποτε ότι: «ο λαός αποτελείται από ανθρώπους, και οι άνθρωποι έχουν χίλιες-δυο ποικίλες και ανόμοιες θελήσεις, ανάλογα με τις διαφορές στην ιδιοσυγκρασία και τις συνθήκες, το να προσδοκάτε δε να εξάγεται από αυτούς, μέσω της μαγικής λειτουργίας της κάλπης, μια γενική θέληση κοινή σε όλους, είναι απλώς παραλογισμός». Απλά παραλογισμός διότι η ατομική θέληση της ανθρώπινης ύπαρξης ως αυθεντική έκφραση της μοναδικότητας ενός προσώπου δεν μπορεί ποτέ να ομογενοποιηθεί σε κάποια μηχανή του κιμά γενικής βούλησης! Είναι επομένως, παντελώς αδύνατο και συνάμα παρανοϊκό, το να μπορεί και μάλιστα από θέση εξουσίας ο οποιοσδήποτε, να εκφράζει ομοθυμαδόν τη πολυδιάστατη φυσιογνωμία των ανθρώπινων χαρακτήρων και ιδιαίτερα να ταυτιστεί με τα πολυπληθή και δυσδιάκριτα στοιχεία τους όπως αυτά αποτυπώνονται στις επιθυμίες, τις ιδέες, τις σκέψεις και τις βουλήσεις που ορίζουν κάθε προσωπικότητα. Και είναι επίσης εντελώς σχιζοφρενικό η ρέπλικα του εκάστοτε κυβερνώντος να ψυχανεμίζεται και να φανερώνει ξεχωριστά σε κάθε δεδομένη στιγμή του βίου τις θελήσεις και τους πόθους κάθε ανθρώπου.
  Ο Κορνήλιος Καστοριάδης μας υπενθύμιζε εξάλλου ρητά ότι «γνωρίζουμε από εμπειρία και χωρίς να ξαναδιαβάσουμε τον Ρουσσώ, πως λειτουργεί η αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Οι αντιπρόσωποι αφού εκλεγούν, δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να διαιωνίζουν την παραμονή τους στην εξουσία. Είναι επομένως αναγκαίο να επινοήσουμε μορφές δημοκρατίας που θα εμπνέονται όσο το δυνατόν περισσότερο από την άμεση δημοκρατία.» Αναγκαίο για την επιδίωξη ενός αυθεντικού διαλόγου που θα περιφρονεί επιδεικτικά τον αυτισμό της μονόπλευρης και κατευθυνόμενης επικοινωνίας των πολιτικάντηδων η οποία υπακούει μόνο στον εαυτό της και απευθύνεται αποκλειστικά σε αυτόν. Όσοι λοιπόν προσέρχονται στην κάλπη καλή τη πίστει να ρίξουν την ψήφο τους και με δεδομένο ότι ο κύριος όγκος των πολιτευτών διανθίζεται από απαράμιλλα ανεκδιήγητες προσωπικότητες, τους προειδοποιούμε: Καλά ξεμπερδέματα!

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013

Χρυσοί Ασβοί στη Δημοκρατία. Το γεγονός της κριτικής της ούτε κατά διάνοια δεν αποτελεί την κριτική των γεγονότων της!

Νόελ Κούνιχαν, Η νέα τάξη, 1942

  Πριν από το κύκλο αίματος που άνοιξε με επίκεντρο τους Χρυσούς Ασβούς και την ποινική τους δίωξηη κυρίαρχη γνώμη που ήδη κυκλοφορούσε, διαμέσου του συρφετού των επαγγελματιών διανοουμένων και των «εραστών της τέχνης τους» πολιτικών, μας συνιστούσε με ύφος νουθέτησης ότι η εκμηδένιση των νεοναζί θα προκύψει μονάχα από τους πολιτικούς και κοινωνικούς όρους της Δημοκρατίας. Ύστερα και από τις δύο πρόσφατες δολοφονίες ο αχός της επανήλθε ενισχυμένος. Αυτή η κατ' όνομα σοφία, μία φιλάρεσκη ορθοφροσύνη, θα μπορούσε να κατηγορηθεί για ενσυνείδητη ηλιθιότητα εάν οι συνθήκες που επικρατούσαν στο νεοελληνικό μικρόκοσμο δεν ήταν προφανώς αποσυνθετικές. Δεδομένου ότι οι δυνάμεις που διαλύουν τη καταστατική δραστηριότητα της κοινωνικής του οργάνωσης (δηλαδή την εργασία) είναι πλέον μη αναστρέψιμες και προσθέτοντας επίσης τους διχασμούς ιδιοτήτων που επιβάλλει το θέαμα στο βίωμα της καθημερινής ζωής καθώς τους προϋποθέτουν σικέ ρόλοι, όπως ας πούμε ενός παθητικού πολίτη και ενός πολιτικού σε δράση, θα αντιληφθούμε χωρίς κανένα ίχνος έκπληξης ότι η γελοία σοφία της κοινής λογικής δεν είναι απλά και μόνο επικίνδυνη επειδή αδυνατεί να προσλάβει την πραγματικότητα που την περιβάλλει. Είναι ολέθρια γιατί ο αποπροσανατολισμός της βγάζει μάτια, ενίοτε και σπλάχνα με μαχαίρια και σφαίρες που η δικιά της αβλεψία έχει οπλίσει. 
  Οποιαδήποτε ανάλυση* που ομφαλοσκοπεί στην ερμηνεία της οικονομικής συρρίκνωσης των συνθηκών διαβίωσης αγνοεί πρωτίστως, επειδή είναι αυτιστική, ότι οι εν λόγω συνθήκες του βίου πριν την φτηνή αναίρεση τους ήταν καταλυτικός παράγοντας της αισθητικής απολυτοποίησης της καθημερινής ζωής. Η γύμνια της καθημερινότητας και η φτώχεια της ανθρώπινης εμπειρίας συγκαλύπτονταν τεχνηέντως από την υπερσυσσώρευση αξιών αναπαράστασης υλικών αντικειμένων ή κοινωνικών συμπεριφορών. Αφού ο κανόνας υπαγόρευε την δεκαπεντάλεπτη φήμη και τη δημόσια λεζάντα με κάθε κόστος, την πόζα του ακριβού ρολογιού, του έξυπνου κινητού και του γρήγορου αμαξιού ή τη χλίδα του πολυτελούς σπιτιού και αφού η τακτική του ενορχήστρωνε την εγωπάθεια του "ξέρεις ποιος είμαι 'γω" εν είδει εντυπωσιακής εξαργύρωσης ενός ρηχού τρόπου ζωής τότε και ο ολοκληρωτισμός της δημόσιας σφαίρας συμπυκνωνόταν στην μαγεία του λάιφσταϊλ που από μηδενικό σε εξύψωνε σε νούμερο.  
  Ο τέντζερης βρήκε το καπάκι του σε μακροσκοπικό επίπεδο. Υπήρξε μια συγκεκριμένη και μακρόσυρτη μεταπολιτευτική αφήγηση του μικρού πλην τίμιου λαού που με πείσμα, επιμονή και σκληρή δουλειά πετύχαινε όλους τους εκσυγχρονιστικούς στόχους του: την είσοδο του στην ΕΟΚ, την διοργάνωση Ολυμπιακών πανηγυριών, την ένταξη του στο ευρώ, τη κούπα στο Γιούρο. Προπάντων σημασία είχε το υπερθέαμα και η μορφή του και όχι η πραγματικότητα μηδέ το περιεχόμενο της! Και η πραγματικότητα είναι αμείλικτη σ' εκείνους που επιμένουν να αγνοούν την εν δυνάμει εξέλιξη της. 
 Μετά την εμφατική εκδήλωση της ελληνικής κρίσης χρέους η περίοδος χάριτος για την μεσαία τάξη εκπεφρασμένη στην υλικά εικονική ευμάρεια της προσεγγίζει το βασανιστικό τέλος της. Οι συνθήκες της υλικής της διατήρησης αδυνατούν να βρουν νέες διεξόδους από την στιγμή που οι εναπομείνασες αφηρημένες θέσεις εργασίας χάνουν την αξία τους ή καταργούνται με ταχύτερο ρυθμό από εκείνον που μπορεί να της αναπαραγάγει. Η νέα τάξη που αναδύεται με τεκτονικούς ρυθμούς ως πλειοψηφική μάζα, μέσα από τα ερείπια της μικροαστικής και την από καιρό αμετάκλητη εξάλειψη της εργατικής ελέω μετεξέλιξης της παραγωγής, για να πάρει την πρωτοκαθεδρία της μεσαίας είναι το πρεκαριάτο. Εν τούτοις τα άτομα σε συνθήκες τέλειας ασφυξίας κι ενώ χάνουν τη γη κάτω από τα πόδια τους επιμένουν να διατηρούν όλα τα πολιτιστικά χαρακτηριστικά του αποστασιοποιημένου ιδιώτη και ατόφια τη κουλτούρα της κακομαθημένης μικροαστικής βολής.
  Το πλειοψηφικό κομμάτι των ανθρώπων και ασχέτως της ταξικής τους διαστρωμάτωσης στάθμιζαν και συνεχίζουν να ταυτίζουν τα βιώματα της κοινωνικοποίησης τους επάνω στην κατευθυνόμενη επιλογή της διαιώνισης εμπορευματικών στερεοτύπων και κατά συνέπεια των αξιών τους. Για να παραφράσω, συμπτύσσοντας δύο φράσεις του, τον Ραούλ Βανεγκέμ: «η εικόνα, το στερεότυπο της βεντέτας, του φτωχού, του κομουνιστή, του αστού, του διανοούμενου, του πολιτικού, του μικροαστού πάει να υποκαταστήσει τους ανθρώπους με ένα σύστημα κατηγοριών μηχανογραφικά ταξινομημένων σύμφωνα με την ξεροκέφαλη λογική της ρομποτοποίησης που το μυστήριο του δεν έγκειται πια σε μία σκοτεινή, αδιαπέραστη ολότητα,** αλλά σε ένα σύνολο από επιμέρους εις άπειρον βεβαιότητες, όχι πια σε μια ποιότητα αφέντη, αλλά στην ποιότητα αργυρώνητων όντων και πραγμάτων». Επί παραδείγματι: η ιδιότητα του γιατρού ως κατηγορία μηχανογραφικά ταξινομημένη μέσα στο εμπορευματικό σύστημα σε αντιδιαστολή με την ιδιότητα ενός τεχνικού ηλεκτρολογίας έγκειται στην επιμέρους βεβαιότητα ότι η ποιότητα του γιατρού ως αργυρώνητου όντος κοστίζει περισσότερο από την ποιότητα του τεχνικού και άρα αυτή η διαφορά πρέπει να αποτυπώνεται και στην τιμή της αμοιβής τους ακόμα κι αν ο γιατρός δαπάνησε το ελάχιστο δυνατό από τον αλλοτριωμένο χρόνο του για να εκφέρει μία γνώμη ενώ ο τεχνικός πολλαπλάσιο χρόνο για να αποκαταστήσει μια βλάβη. Οι τιμές των αμοιβών τους ποτέ δεν εξομοιώνονται διότι τα επαγγέλματα τους ωσάν ποιότητες με κοινωνική προέκταση που εμπερικλείουν μέσα την ανταλλακτική αξία αποκλίνουν. Βάλτε τώρα στη θέση του ηλεκτρολόγου τη βεντέτα ενός ποδοσφαιριστή και θα καταλάβετε πλήρως την απόκλιση των εξαγοράσιμων όντων ως εμπράγματων αξιών. Το μεγαλείο του παραλογισμού του εμπορευματικού συστήματος ενώ προϋποθέτει καταχρηστικά την εργασία με την υπόσταση της χρηματικής αξίας εξισώνει τη δε χρησιμότητα της σε εμπορική χρηστικότητα συμπιεσμένη ποσοτικά στο αφηρημένο ζύγι της ανταλλακτικής αξίας μετατρέποντας τα άτομα σε αντικείμενα. Έτσι καθένας μας δεν είχε παρά να δικαιώνει την πραγμάτωση της ζωής του ει μη μόνον ως αξιοποιήσιμο κεφάλαιο πια, εξατομικευμένο και άυλο, με την αποστράγγιση από χρόνο εις χρήμα της ζωτικής ενέργειας του ίδιου του του εαυτού κι ενώ ουσιαστικά ο κόπος του προοριζόταν να μετουσιώνει ρόλους στους οποίους η ουσία τους έχει μεταγγιστεί. Εφόσον και δημιουργεί η ιδιότητα τον χαρακτήρα αντί να ποιεί ο χαρακτήρας την ιδιότητα τότε οι άνθρωποι μετεμψυχώνονται σε ευσυνείδητες μαριονέτες που τις περιστοιχίζουν ασορτί εμπορεύματα για να επισφραγίζει η εικόνα τους το κοινωνικό στάτους που η μιζέρια αυτής της κοινωνίας τους έχει επιμερίσει. 
  Από την στιγμή που όλα προβλέπονται με την χρηματική αξία ο ηγεμονικός εκδημοκρατισμός της οικονομικής επένδυσης στον εαυτό παίρνει σάρκα και οστά. Ο αφηρημένος χρόνος, ο χρόνος που είναι κατατμημένος σε ισόποσες και ανταλλάξιμες μερίδες, ο υπολογισμένος δηλαδή χρόνος σε παραγωγική αξία είναι η ταυτοποιημένη και συνεχής αυταπάρνηση του βιώματος διότι επικυρώνει το βίωμα της αυταπάρνησης του εαυτού που είναι ήδη προϋπόθεση στην εκτέλεση των ρόλων. Ο ρόλος της εκτέλεσης αφενός μεν είναι μία κατευθυνόμενη εκλογή, μία αναπαράσταση δηλαδή του βιώματος, από μία μη συνειδητή δράση εμπειρικών υποκειμένων στο αυτονομημένο πεδίο του οικονομισμού και αφετέρου δε είναι το θέατρο σκιών μίας κοινωνίας που έχει εκχωρήσει επισταμένα την οργάνωση της ζωής της όχι μόνο πάνω στην πλάνη της ανταλλακτικής αξίας αλλά και στην ιεραρχία που αυτή η πλάνη αφομοιώνει. Εξυπακούεται ότι το εξωραϊσμένο θέαμα της άνετης ζωής αποκρύπτει ξεδιάντροπα από τα ανθρώπινα βλέμματα κάθε πόνο ή δυστυχία και μαζί όλους τους διαχωρισμούς της. Η κατάντια ενός βιώματος αναβαθμίστηκε από το βίωμα μίας κατάντιας που ευδοκιμεί σε μηχανιστική λειτουργία στους κόλπους μίας κοινωνίας που ισοφάρισε όλα της τα απωθημένα μοστράροντας τα στη βιτρίνα του υπαρξιακού της γίγνεσθαι.
  Αλλά όταν η ζωή χάνει το νόημα της γιατί κανείς πλέον δεν τη ζει, οι άνθρωποι καταδικάζονται σε βαθιά απελπισία. Στις κοινωνίες του θεάματος όπου η δομή της οργάνωσης τους επιβάλλει να αντλούν την επιβεβαίωση τους από παράγοντες που βρίσκονται έξω από την ίδια την οργάνωση της ζωής ισμοί, ιδεολογίες και ανταριασμένες συνειδήσεις παρεισφρέουν τον λαχανιασμένο ναρκισσισμό τους. Είναι λογικό επειδή αυτοί που δεν μπορούν να βρουν την ολοκλήρωση σ' ένα άδειο από νόημα βίωμα, εκείνοι που έχουν παραδώσει την πνευματική και ψυχοσυναισθηματική κατασπατάληση της ατομικότητας στην επίταξη του συστημικού αυτοσκοπού και δη στην εργασία, και σε κάθε περίπτωση όλοι όσοι αποδέχονται την κοινωνικοποίηση της διαμεσολαβημένη από την αξία (οι περήφανα αλλοτριωμένοι εργαζόμενοι), εκ των πραγμάτων, στρέφουν το βλέμμα με ανακούφιση στα αναλγητικά φαντασιακά του έθνους, του λαού, της ταξικής πάλης, του κράτους δικαίου, της οικονομικής ανάπτυξης, του εκκλησιαστικού λόγου και πάει λέγοντας.  
  Ο μικροαστός φθονεί ασυνείδητα πρώτα απ' όλα την ίδια του την εικόνα γιατί διαισθάνεται κατά βάθος ότι ο ενθουσιασμός του και ο κάματος για την ψεύτικη ολοκλήρωση της μπορεί να παραβιαστεί ανά πάσα στιγμή στις αντιφάσεις της δημοκρατίας των ελεύθερων και ίσων αγοραπωλητών εμπορευμάτων. Υπό την αιωρούμενη ντροπή της αναίρεσης και με την υποβόσκουσα τελικά ανικανότητα του να αυτοοργανωθεί και να πάρει ουσιαστικά την ζωή στα χέρια του ομοφρονεί στη μπόχα του αυταρχισμού καθώς πασχίζει να αποδιώξει τον ενδόμυχο φόβο για την διάψευση των προσδοκιών του. 
  Όμως ο φόβος στην ολοκληρωτική δημοκρατία στέκεται ακλόνητος! Έχει ενσωματωθεί στην αποσόβηση του μεγαλύτερου κακού. Οι ιδιώτες της νομίζουν ότι μπορούν "δόξα τω θεώ" να συνεχίσουν τον βίο τους με όσο το δυνατό περιορισμένες απώλειες, και η εικόνα της ζωής μπορεί να συνεχίζεται έστω και με την απελπισία που γεννά η απειλή του χειρότερου ενδεχομένου. Διότι οι φοβίες έχουν καταλήξει να είναι μία συγκολλητική ουσία ενός πανίσχυρου κομφορμισμού. 
   Και ο νεοφασισμός δεν αποτελεί παρά ένα από τα πολλά υποσχόμενα σκιάχτρα σε χρήση τούτης της «δημοκρατικής κοινωνίας» που θέλει με συνέπεια να συνετίζει όσους τρομάζουν ότι θα απολέσουν αυτό το χάλι της αξιοποίησης της αξίας που τους προσφέρεται στην καθημερινότητα για ζωή. Αυτοί που του αντιπαραθέτουν τα όπλα βολεύουν μονάχα με στοχευμένη ηλιθιότητα το σιδερένιο ολοκληρωτισμό της υπάρχουσας κατάστασης που περνάει τον εαυτό της για πολιτεία. 



* Αυτή συνηθίζεται να είναι αριστερή, αλλά τώρα απέκτησε και την επιστημονικα μεγαλόπρεπη πρωθυπουργική της τεκμηρίωση στον τρίτο νόμο του Νεύτωνα! :lol::lol:
** Ο Βανεγκέμ εννοεί την μεσαιωνική εικόνα του Κυρίου.

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2013

Η Τουρκική «εξέγερση των δέντρων» πρέπει να τεθεί με όρους βιοπολιτικής!

Εικόνα από το δυστοπικό παρόν των μητροπόλεων μας.
 
«Σέβομαι τις γυναίκες που φορούν την ισλαμική μαντίλα, είναι δικαίωμά τους, αλλά θέλω και τα δικαιώματά μου να προστατεύονται. Δεν είμαι αριστερή ή αντικαπιταλίστρια. Θέλω να γίνω επιχειρηματίας και να ζήσω σε μία ελεύθερη Τουρκία», λέει η Έζρα,  μια νεαρή φοιτήτρια του μαθηματικού που διαδηλώνει σε συνθήκες προσομοίωσης μιας γενικευμένης εξέγερσης που λαμβάνουν χώρα εδώ και μία εβδομάδα στην Κωνσταντινούπολη. Και η Μπούζρα μια ακόμη διαδηλώτρια και νεαρή φοιτήτρια επίσης συμπληρώνει: «Φυσικά κι ανησυχώ και ξέρω ότι εδώ μπορεί να κινδυνεύω. Αλλά για μένα αυτό δεν είναι τίποτα σε σχέση με τον κίνδυνο να χαθεί η Τουρκική Δημοκρατία, οι ελευθερίες και το πνεύμα της».
   'Ηδη ακούω στα αυτιά μου να εγείρονται οι ανηλεείς ενστάσεις της συστημικά "χρήσιμης" Αριστερής μαλάκυνσης από την στιγμή που είναι εύθετο να θεωρηθεί ότι οι συνθήκες στην Τουρκία προσομοιάζουν σε μία εξέγερση χωρίς αυτή ουσιαστικά να είναι και ας μας δίνει αυτή την εντύπωση. Όμως τα λόγια των δύο κοριτσιών από το πλήθος των διαδηλωτών αφήνουν την κινητοποίηση γυμνή απέναντι στον απολυταρχισμό της κατεστημένης κοινωνίας. Ενώ κοντράρουν στα ίσια την βιωμένη αυταρχία του θεάματος, ενώ έρχονται αντιμέτωπες με τον σύγχρονο ολοκληρωτισμό και την αστυνομοκρατία ενός παντοδύναμου υλικοτεχνικού Λεβιάθαν (κράτους) οι διαδηλώτριες απαιτούν, θέτοντας το ως αίτημα, την πλήρη ελευθερία στην άσκηση των αστικών δικαιωμάτων τους! Με τέτοιες κοντόφθαλμες βλέψεις που λογίζονται ως θλιβερά κατάλοιπα από την θετικιστική πολιτισμική κληρονομιά η όψιμη εξέγερση έχει διαγράψει ήδη μια αδιαπραγμάτευτη αποτυχία.
  Εφόσον το ζήτημα τοποθετείται μέσα στο προνομιακό γήπεδο της ιδεολογίας των δικαιωμάτων, όπου εκείνοι που άρχουν τα ορίζουν με δεσποτική μονομέρεια, τίποτα δεν μπορεί να εξασφαλίσει την καθολική ελευθερία μας μέσα σε βιοπολιτικούς όρους. Ο Ραούλ Βανεγκέμ το έχει θέσει ούτως ή άλλως απερίφραστα: «η ιδεολογία της προόδου και της αλλαγής στην υπηρεσία του αναλλοίωτου - να το παράδοξο που τίποτα πια δεν μπορεί να το κρύψει από τη συνείδηση, ούτε και να το δικαιολογήσει μπροστά της». Όσο δεν δηλώνεται η αδήριτη ανάγκη της κοινωνικής σύγκρουσης που τίθεται ρητά σαν πρόβλημα εξουσίας, για να ξεφύγει από τα στρεβλά όρια του ακτιβισμού των αστικών δικαιωμάτων, τόσο ο ειλικρινής επαναστατικός αναβρασμός διακινδυνεύει να απομονωθεί στο περιθώριο των εξελίξεων. Σε μία κοινωνία που πλέον αποκλείει καταστατικά τους ανθρώπους από το δημιουργικό βίωμα της ίδιας τους της ζωής, χρεώνοντας τους μάλιστα εκτός από την αλλοτρίωση και την αχρηστία της αφηρημένης εργασιακής τους δύναμης, η επίκληση στα δικαιώματα της είναι ένα κακόγουστο αστείο.
   Η βιοπολιτική πλέον και η διάβρωση της εναπόκειται στην επιθυμία μας και τη θέληση μας να πάψουμε να εναποθέτουμε τις τύχες μας σε μία διακυβέρνηση (από πολιτικούς, τεχνοκράτες, επιστημονικούς συμβούλους και κάθε λογής επαγγελματίες δέσποτες) και να ξεκινήσουμε αυτόβουλα την δημιουργία της ίδιας μας της ζωής. Διότι όπως πολύ σοφά λέει ο Βανεγκέμ: «νεκροί είναι όσοι από εμάς αφήνονται να κυβερνηθούν!» 

(Γι' αυτό υπάρχει βέβαια και η αισιόδοξη πλευρά της Resistanbul! Μία μειοψηφία ανθρώπων που αρνείται την πεπατημένη των συντεταγμένων δικαιωμάτων που τίθενται τυραννικά από την κυριαρχία και μπορεί ίσως να αφήσει μέσα από την χαραμάδα της,* την επαναστατική κριτική να αντεπιτεθεί. Και μακάρι αυτοί οι γείτονες μας να διαψεύσουν κάθε δυνητική οπισθοδρόμηση!
 
* Αρκεί  βέβαια αυτή η χαραμάδα να μην στενέψει κι' άλλο από την ξύλινο λόγο της ταξικής πάλης.)