Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτικός στοχασμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτικός στοχασμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Μαΐου 2014

Η εκλογική αποχή είναι πρωτίστως ζήτημα ήθους.*



 Εξαδάκτυλος, Έχουν κακούς σκοπούς, 1971

  Η ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία ωσάν ρητή εκδήλωση του ψυχισμού είναι πρώτα και κύρια άναρχη με την έννοια ότι δεν μπορεί ποτέ να υπαχθεί σε κανένα αφηρημένο σύστημα ηθικών κανόνων. Κι έτσι η αυθεντική ελευθερία της ατομικής βούλησης όχι μόνο δεν υποκύπτει στη μεταφυσική τέτοιων συστημάτων αλλά μπορεί μονάχα να βιωθεί άμεσα με την ισότιμη αναγνώριση της ώριμης ψυχικά θέλησης των ατόμων ώστε εκείνα να ζουν εκφράζοντας τις ειλικρινείς επιθυμίες τους. «Η επαναστατική ισότητα θα 'ναι αξεδιάλυτα ατομική και συλλογική» δηλώνει απερίφραστα ο Ραούλ Βανεγκέμ Κάτω από το βάρος τούτης της διαπίστωσης η έννοια ενός κοινωνικού συμβολαίου, ακριβώς όπως την διατυπώνει ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ ως έκφραση της γενικής συλλογικής βούλησης, δεν είχε ποτέ καμία ηθική νομιμοποίηση διότι παρέβλεπε συνειδητά την υποκειμενική υπόσταση του ατόμου για χάρη μιας μεταφυσικά ανώτερης κοινής θέλησης. Δεν είχε επίσης ποτέ απτή έδρα από την στιγμή που η γενική βούληση μεταφρασμένη σε οικονομική πολιτική όχι μόνο δεν εξασφαλίζει την ίδια την ατομική ελευθερία, αλλά την καθυποτάσσει βάναυσα στην ψευδέστατη αναγκαιότητα των αφηρημένων προσταγών της.
  Ο Ερρίκο Μαλατέστα με περισσή σοφία έγραψε κάποτε ότι: «ο λαός αποτελείται από ανθρώπους, και οι άνθρωποι έχουν χίλιες-δυο ποικίλες και ανόμοιες θελήσεις, ανάλογα με τις διαφορές στην ιδιοσυγκρασία και τις συνθήκες, το να προσδοκάτε δε να εξάγεται από αυτούς, μέσω της μαγικής λειτουργίας της κάλπης, μια γενική θέληση κοινή σε όλους, είναι απλώς παραλογισμός». Απλά παραλογισμός διότι η ατομική θέληση της ανθρώπινης ύπαρξης ως αυθεντική έκφραση της μοναδικότητας ενός προσώπου δεν μπορεί ποτέ να ομογενοποιηθεί σε κάποια μηχανή του κιμά γενικής βούλησης! Είναι επομένως, παντελώς αδύνατο και συνάμα παρανοϊκό, το να μπορεί και μάλιστα από θέση εξουσίας ο οποιοσδήποτε, να εκφράζει ομοθυμαδόν τη πολυδιάστατη φυσιογνωμία των ανθρώπινων χαρακτήρων και ιδιαίτερα να ταυτιστεί με τα πολυπληθή και δυσδιάκριτα στοιχεία τους όπως αυτά αποτυπώνονται στις επιθυμίες, τις ιδέες, τις σκέψεις και τις βουλήσεις που ορίζουν κάθε προσωπικότητα. Και είναι επίσης εντελώς σχιζοφρενικό η ρέπλικα του εκάστοτε κυβερνώντος να ψυχανεμίζεται και να φανερώνει ξεχωριστά σε κάθε δεδομένη στιγμή του βίου τις θελήσεις και τους πόθους κάθε ανθρώπου.
  Ο Κορνήλιος Καστοριάδης μας υπενθύμιζε εξάλλου ρητά ότι «γνωρίζουμε από εμπειρία και χωρίς να ξαναδιαβάσουμε τον Ρουσσώ, πως λειτουργεί η αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Οι αντιπρόσωποι αφού εκλεγούν, δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να διαιωνίζουν την παραμονή τους στην εξουσία. Είναι επομένως αναγκαίο να επινοήσουμε μορφές δημοκρατίας που θα εμπνέονται όσο το δυνατόν περισσότερο από την άμεση δημοκρατία.» Αναγκαίο για την επιδίωξη ενός αυθεντικού διαλόγου που θα περιφρονεί επιδεικτικά τον αυτισμό της μονόπλευρης και κατευθυνόμενης επικοινωνίας των πολιτικάντηδων η οποία υπακούει μόνο στον εαυτό της και απευθύνεται αποκλειστικά σε αυτόν. Όσοι λοιπόν προσέρχονται στην κάλπη καλή τη πίστει να ρίξουν την ψήφο τους και με δεδομένο ότι ο κύριος όγκος των πολιτευτών διανθίζεται από απαράμιλλα ανεκδιήγητες προσωπικότητες, τους προειδοποιούμε: Καλά ξεμπερδέματα!

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014

Το θέαμα της αποσύνθεσης στην Ουκρανία καθίσταται η αποσύνθεση του θεάματος.




  Οι λεγεωνάριοι και οι θιασώτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρέα με όλους τους υπόλοιπους φιλελεύθερους Δυτικούς ορθολογιστές ας βγουν τώρα στους δρόμους με θέρμη να γιορτάσουν καρναβαλικά όντας θεματοφύλακες της Δημοκρατίας! Τα όσα συμβαίνουν στην πολύπαθη Ουκρανία με ραγδαία κλιμάκωση έφεραν στην αγκαλιά της διακυβέρνησης και σε προνομιακή θέση εξουσιαστή ένα μπουκέτο από άνθη που το αποτελούν οι Ουκρανοί νεοναζί, το κόμμα ενός λαϊκιστή, γερμανόφιλου, πρώην πυγμάχου και το κυβερνητικό κόμμα με τον αισθαντικά λιγωμένο τίτλο "Πατρίδα" που με την ακλόνητη πίστη του στις Ευρωπαϊκές αξίες για ένα υψηλό βιοτικό επίπεδο εκσυγχρόνισε με πορτοκαλί φινέτσα τις ώριμες συνθήκες αποσύνθεσης της κοινωνίας της εργασίας. Ο σκοπός βέβαια πάντοτε εξαγίαζε τα μέσα. Και έτσι έπρεπε να αποκατασταθεί με εμφυλιακή σύρραξη η φιλοευρωπαϊκή προοπτική της Ουκρανίας στον υπερεθνικό συνασπισμό της μόνιμης οικονομικής υποβάθμισης που συγκροτεί η Ευρωπαϊκή Ένωση. 
  Κάτω από αυτές τις εξελίξεις "έγκυροι αναλυτές", πατριώτες και μη, έχουν ήδη ξεθάψει τα τσεκούρια ενός πεπαλαιωμένου ιμπεριαλιστικού πολέμου που επίκειται ώστε να ξεκαθαρίσουν οι σφαίρες επιρροής μεταξύ Δυτικών (Ε.Ε./Η.Π.Α.) και Ρωσίας. Οι δε απολογητές της θετικιστικά εξιδανικευμένης ουσίας της εργατικής τάξης στέκονται στο γεγονός πως η ανάδειξη των φασιστών στην εξουσία είναι στρατηγική ήττα του ευρωπαϊκού προλεταριάτου. Ολοι αυτοί οι ακραιφνείς ιδεο-μπουρδολόγοι τείνουν να παραγνωρίζουν το φθέγμα που με σοφία εμπλούτισε, κάποιος που τυγχάνει και εν μέρει ιδεολογικός μέντορας για τα κολλημένα τους μυαλά, στην «18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη», πως όταν τα γεγονότα και οι προσωπικότητες συμβαίνουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο για δεύτερη φορά στην Ιστορία, τότε και τα δύο εξελίσσονται σαν φάρσα.
  Έτσι λοιπόν, ο φασισμός βρέθηκε στο πλεονεκτικό σημείο να ηγεμονεύσει με τραγικές συνέπειες για την υφήλιο σε μία συγκεκριμένη ιστορικά περίοδο, Το κατόρθωσε διότι οι αντικειμενικές συνθήκες ευνοούσαν την γιγάντωση των εθνικών οικονομιών και κατά συνέπεια την αφηρημένη διαχειριστική δομή των ανθρώπινων ζωών που αυτές υπέθαλψαν, δηλαδή τον εκάστοτε Κρατικό μηχανισμό. Στον μεσοπόλεμο οι Ναζί πέραν της εξασκημένης τρομοκρατίας τους απέσπασαν την κοινωνική συναίνεση και επειδή κατάφεραν να εξαφανίσουν τα δυσθεώρητα ύψη της ανεργίας (αντίστοιχα με τα σημερινά δεδομένα) και παράλληλα να στήσουν ένα κράτος πρόνοιας. Βασίστηκαν σε διάφορα οικονομικά τρικ τα οποία επιτεύχθηκαν χάριν στην δυνατότητα του εμπορευματικού συστήματος να εξακολουθεί να αναπαράγει με την πρωταρχική μορφή της Εργασίας την αξία που αντιπροσωπεύει το χρήμα.
  Με την έλευση της τρίτης βιομηχανικής επανάστασης της μικροηλεκτρονικής αυτή η αντικειμενική συνθήκη έχει παρέλθει οριστικά και αμετάκλητα από την τεχνολογική μετεξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων. Η αφηρημένη εργασία (Μαρξ) δεν φτάνει ούτε ως ηλίθιο αστείο για να παραγάγει αρκετό και ψυχρό χρήμα και να μπαλώσει τις ακατάσχετες τρύπες της παγκόσμιας οικονομίας. Ο Ζύλ Ντελέζ, αν και στην προσπάθεια του να ερμηνεύσει την μετεξέλιξη του εμπορευματικού συστήματος στην μεταφορντική του περίοδο καταλήγει σε σχετικιστικά συμπεράσματα μεταμοντέρνας υφής, εμμέσως πλην σαφώς αναφέρει ότι ο καπιταλισμός: «υποβιβάζει την παραγωγή στον Τρίτο Κόσμο ακόμη και σε περιπτώσεις πολύπλοκων παραγωγικών διαδικασιών, όπως της υφαντουργίας, της μεταλλουργίας και της παραγωγής πετρελαίου. Δεν αγοράζει πια πρώτες ύλες και δεν πουλάει πια τελειωμένα προϊόντα. Αγοράζει τελειωμένα προϊόντα ή συναρμολογεί έτοιμα στοιχεία. Αυτό που θέλει να πουλάει είναι υπηρεσίες κι αυτό που θέλει να αγοράζει είναι μετοχές.»
  Κι αυτό συμβαίνει για έναν απλούστατο λόγο. Γιατί η εμπράγματη πηγή αξίας που είναι η αφηρημένη Εργασία (Μαρξ) αποσυντίθεται. Όταν στο εμπόρευμα «τό μέγεθoς της (ανταλλακτικής) αξίας μιας ορισμένης άξίας χρήσης καθορίζεται μόνο από τήν ποσότητα της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας ή από τό χρόνο εργασίας πού είναι κοινωνικά αναγκαίος γιά τήν παραγωγή της» (Μαρξ) τότε και το μέγεθος αυτό συνεχώς διολισθαίνει από την διευκόλυνση που παρέχει η τεχνολογία μειώνοντας σε εκμεταλλεύσιμο χρόνο την δαπάνη της ανθρώπινης ενέργειας. Και από την συγκεκριμένη φθορά της παραγόμενης αξίας από την εργασία δεν μπορεί να ξεφύγει κανένα απολύτως κεφάλαιο. Επ΄αυτού δεν παύει να αποτελεί μεστό παράδειγμα η Εθνική οικονομία της Ουκρανίας. Μιλώντας στην ξύλινη γλώσσα των οικονομολόγων μολονότι η χώρα εμπεριέχει όλα τα συστατικά μίας μεγάλης Ευρωπαϊκής οικονομίας - μερικά από αυτά είναι προίκα του αμαρτωλού Σοβιετικού της παρελθόντος - όπως είναι οι μεγάλες καλλιεργήσιμες εκτάσεις, μία ευρεία ανεπτυγμένη βιομηχανική βάση (που περιλαμβάνει τομείς της βαριάς βιομηχανίας όπως η αεροδιαστημική τεχνολογία), ένα εξαιρετικά εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό και ένα καλό εκπαιδευτικό σύστημα, η Ουκρανία παραμένει σε μόνιμη οικονομική δυσχέρεια εδώ και δύο δεκαετίες από τότε που απέκτησε την ανεξαρτησία της. Το δε τσίρκο που ανέλαβε την εξουσία ήδη στις πρώτες του προγραμματικές δηλώσεις έσπευσε να ζητήσει βοήθεια από τους διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς για να τεντώσει πιο πολύ το σώμα της οικονομίας στο προκρούστειο κρεβάτι της πιστωτικής προσομοίωσης.
  Για τους ίδιους λόγους καμία νεκροζώντανη ιμπεριαλιστική οντότητα δεν είναι στην πραγματικότητα διατεθειμένη να προχωρήσει σε εκτεταμένες πολεμικές συρράξεις και να ανοίξει πολλαπλά μέτωπα όταν τα δημοσιονομικά της μεγέθη θα στέκουν σαν δαμόκλειος σπάθη πάνω από το κεφάλι της. Όταν οι περισσευούμενοι πληθυσμοί τους είναι παντελώς άχρηστοι οι παγκόσμιοι χωροφύλακες έχουν άπειρες προφάσεις για να μην παρέμβουν. Εν τέλει αυτό που παίζεται σήμερα ακριβώς όπως μας το εφιστά ο Κούρτζ είναι ένας τραγικά ανεξέλεγκτος εσωτερικός πόλεμος μέσα στα σπλάγχνα των εθνικών κρατών που βρίσκονται σε πλήρη αποσύνθεση. Η τυφλή οργή των υπηκόων τους δείχνει να γίνεται έρμαιο στις ανερμάτιστες ορέξεις της εκάστοτε πολιτικής τάξης η οποία είναι εντελώς ανίκανη να τις κουμαντάρει. Διότι η παρωχημένη και ηλίθια πολιτική και οικονομική της ιδεολογία δεν γίνεται πιστευτή πια από κανέναν. Και έτσι "ό,τι υπήρξε τρομοκρατικό κατέστη γελοίο όμως και αυτή η ίδια η γελοιότητα δεν δύναται να διατηρηθεί, παρά μόνον συντηρώντας στο περιθώριο την τρομοκρατία από την οποία επιθυμούσε να απαλλαγεί."(Ντεμπόρ)

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

Το θεσμικό μονοπώλιο της βίας στην δίκη του Τάσου Θεοφίλου


   Ο Νικολό Μακιαβέλι στον περίφημο Ηγεμόνα αναφέρει στην σημασία της ικανότητας εκείνου που ασκεί την εξουσία πως όταν το πόπολο αρχίζει να χάνει την εμπιστοσύνη του σε αυτόν που άρχει – ας βάλουμε λοιπόν στην θέση αυτή το Κράτος για να δώσουμε μία τωρινή διάσταση ερμηνευτικά – τότε εκείνος θα πρέπει να την διατηρήσει με την βία. Διότι όταν ο λαός θ’ αρχίσει να μην τον πιστεύει πια τότε ο άρχοντας θα κινδυνέψει να πέσει και να τσακιστεί στους θεσμούς που ο ίδιος θεσμοθέτησε. Βέβαια ό,τι έχει ουσιαστική σημασία στην πραγματεία του Μακιαβέλι είναι το συμπέρασμα πως αυτός που ασκεί την εξουσία κατά παράδοση, οφείλει και να διατηρήσει με προσοχή εκείνους τους κοινωνικοπολιτικούς θεσμούς με τους οποίους ο λαός είναι εξοικειωμένος ώστε η εξουσία του να είναι διαρκής. Το αδαμάντινο μας κράτος λοιπόν οφείλει να διατηρεί παντοδύναμους εκείνους τους θεσμούς που αποτελούν την καταστατική του προϋπόθεση και που χωρίς αυτούς μας είναι αδιανόητο ως τέτοιο. Κι αυτοί δεν είναι άλλοι εκτός από όσους συγκροτούν το θεσμικό του μονοπώλιο της βίας και επικαλύπτονται στην διαβαθμισμένη εξουσία των τριών χεριών του, νομοθετικού, εκτελεστικού και δικαστικού.
   Ποιος βέβαια να το φανταζότανε ότι το δικαστικό του χέρι για να εδραιώνει συνεχώς την θέση του Κράτους στην αυγή του 21ου αιώνα θα πρέπει να δικαιώνει τις προτροπές του αναγεννησιακού στοχαστή. Εν τούτοις μία τέτοια εξέλιξη δεν πρέπει να θεωρείται αναχρονιστική αλλά σύμφωνη με το πνεύμα της κρίσης που διέπει την παραπαίουσα κοινωνία της εργασίας. Εδώ και καιρό διαφαίνεται μία διάχυση της κατασταλτικής λαγνείας των δημοκρατικών θεσμών και στις εξοχότερες των ευρωπαϊκών οικογενειών όπως η Γαλλία*, η Βρετανία ή η Ισπανία. Αυτή η διάχυση εφορμά ως θεαματικό αίτημα για περισσότερη τάξη και ασφάλεια από την στιγμή που η ίδια η κοινωνία της εργασίας χαροπαλεύει και το Κράτος, πιεζόμενο πια, πρέπει να αποκαταστήσει τον ετοιμόρροπο θεσμικό του ρόλο. Έτσι και στην Ελλάδα όταν όλες οι άλλες αρμοδιότητες του έχουν αρχίσει να συρρικνώνονται και να περνούν μέσα από το μάτι της βελόνας για να διαμορφώσουν στο τέλος ένα μινιμαλιστικό Λεβιάθαν, επειδή αυτό είναι το αποτέλεσμα της επιταγής των παρανοϊκών νόμων που αξιοποιούν την ανταλλακτική αξία του κεφαλαίου, ο μόνος πόλος που θα σταθεί για να δικαιολογήσει την μορφή του αστικού Κράτους είναι εκείνος που είναι συνυφασμένος από την απαρχή του και προσιδιάζει σε κάθε λογής νεκροταφείο. Η τάξη και η ασφάλεια!
   Χάριν λοιπόν αυτής της αδιαπραγμάτευτης συνθήκης που υποτίθεται ότι συντηρεί την κοινωνική ειρήνη η δικαστική εξουσία είναι διατεθειμένη να κάνει τα δικά της δικονομικά άλματα. Και μπορεί ακόμη και να φτάσει μέχρι το σημείο να πρωτοπορήσει επανερμηνεύοντας τον νομικό της πολιτισμό που βαστάει από την εποχή του Διαφωτισμού. Εφεξής σε ορισμένες περιπτώσεις όταν το δικαστήριο κρίνει κατά το δοκούν, τότε ο κατηγορούμενος θα λογίζεται κατά τεκμήριο ένοχος και δεν θα πρέπει το δικαστήριο να αποδεικνύει την ενοχή του αλλά εκείνος την αθωότητα του.
   Έτσι ακριβώς εξελίχθηκε και η δίκη Θεοφίλου. Ήδη για το πόρισμα της ενοχής του είχαν αποφανθεί τα μαζικά μέσα εξηλιθίωσης του κοινού από την στιγμή που η αντιτρομοκρατική υπηρεσία που τον συνέλαβε για την αιματηρή ληστεία στην Πάρο το καλοκαίρι του 2012, τον προσήγαγε με όλες τις χολιγουντιανές τιμές που αρμόζουν σε κάποιο ταραξία της δημόσιας τάξης και εχθρό της κοινωνικής ασφάλειας ως τρομοκράτη. Στην εξέλιξη της δίκης δεν προέκυψε καμία ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την ενοχή του Τάσου Θεοφίλου. Το μοναδικό πειστήριο που τον ενοχοποιούσε (ένα ψάθινο καπέλο) εμφανίζεται στην δικογραφία μετά την φωτογράφιση όλων των πειστηρίων στον τόπο του εγκλήματος. Δηλαδή σαν να λέμε περίπου: εκ των υστέρων της διαδικασίας συγκέντρωσης των όποιων στοιχείων. Αυτό λοιπόν το καπέλο κατά την διάρκεια της δίκης κατέστη δικονομικά διάτρητο διότι αποσαφηνίστηκε, καθότι κινητό αντικείμενο, πιο πολύ ως ένδειξη παρά ως απόδειξη της όποιας εγκληματικής πράξης.
   Παρ’ όλα αυτά ο Θεοφίλου καταδικάστηκε πρωτόδικα με ποινή ίση με την ακρωτηρίαση 25 χρόνων από την ζωή του ώστε να εξευμενίστει με αυτόν τον τρόπο η περιρρέουσα κατασταλτική προκατάληψη των δικαστών που τον δίκασαν με κριτήριο το μοντέλο καταστολής, που επισείει η τάξη και η ασφάλεια και τείνει πλέον να γίνει ο κανόνας, κι όχι στηριζόμενοι στην αλήθεια των πραγματικών γεγονότων. Το δικαστήριο έτσι θέλησε να δικαιώσει κυνικά και μία άλλη ρήση του Μακιαβέλι που αντιτείνει ότι «όποιος συμπεριφέρεται με καλοσύνη σε μια κοινωνία με τόσους, που είναι κάθε άλλο παρά καλοί, είναι φυσικό να καταστραφεί».
   Αξίζει βεβαίως να αναφερθούμε και στην σημειολογία της μη αναγνώρισης ως ελαφρυντικού από τους δικαστές του πρότερου έντιμου βίου στον κατηγορούμενο. Ενώ απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες που αφορούσαν τα περί τρομοκρατίας ωστόσο δεν του αναγνώρισαν ως ελαφρυντικό το συγγραφικό του έργο ως μέρος μίας έντιμης ζωής επειδή σύμφωνα με την εισαγγελέα είχε ασταθή κοινωνικό βίο γιατί δεν εξασκούσε κάποιο σταθερό επάγγελμα και προετοίμαζε εν τοιαύτη περιπτώσει την ληστεία τράπεζας. Αλήθεια κάποιος που εκφράζει τις λογοτεχνικές του ανησυχίες φτάνοντας στο σημείο να γράφει διηγήματα έστω κι αν παιδεύει ακατάπαυστα το πνεύμα του για να το πετύχει, εάν δεν είναι με αξιακά ανταλλάξιμους όρους αναγνωρισμένος από το κάθε λογής ανερμάτιστο σινάφι αυτής της εργατικής κοινωνίας, παύει να εκλαμβάνεται ως έντιμος; Φυσικά και δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός πως πριν από δύο περίπου εβδομάδες κάποιος τσαρλατάνος που μαϊμουδίζει τον λιμπεράλ πολιτικό (και που η ζωή του μπορεί να απογραφεί τηλεγραφικά σε αυτά τα αστεία βιογραφικά σημειώματα, με τον βαρύγδουπο τίτλο Curriculum Vitae, μέσα σε λιγοστές αράδες) χαρακτήρισε τον Μαρξ τεμπελχανά! Και είναι ενδεικτικό του πως κάποιοι ταγοί της κοινωνίας της εργασίας δηλαδή οι πολιτικοί και δικαστικοί της λειτουργοί αντιλαμβάνονται την έντιμη εικόνα για τα μέλη της: Μακάριους ως φιλόπονους, αφηρημένα εργατικούς και συνάμα φτωχούς τω πνεύματι. Φτυστούς, σαν τη μάπα τους!

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΟΝ ΑΘΩΟ ΤΑΣΟ ΘΕΟΦΙΛΟΥ!
 
Υποσημειώσεις:
* Βλέπε στις παραπομπές το κεφάλαιο «Violence, mais pour quoi faire?» από το δοκίμιο του Ανσελμ Γιάππε «Credit A Mort»
** Η εικόνα του ποστ αποτελεί εικονογράφηση για το πασίγνωστο μυθιστόρημα του Φραντζ Κάφκα: Η Δίκη

Παραπομπές:
α) Ο Ηγεμόνας  ~ Νικολό Μακιαβέλι,  Εκδόσεις: Περίπλους 2003 ~ 1513
β) Violence, mais pour quoi faire?  ~ Anselm Jappe Editions Lignes ~ 2009
γ) Μαρξ 2000  ~ Ρόμπερτ Κουρτζ ~ 1999

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2013

Η Τουρκική «εξέγερση των δέντρων» πρέπει να τεθεί με όρους βιοπολιτικής!

Εικόνα από το δυστοπικό παρόν των μητροπόλεων μας.
 
«Σέβομαι τις γυναίκες που φορούν την ισλαμική μαντίλα, είναι δικαίωμά τους, αλλά θέλω και τα δικαιώματά μου να προστατεύονται. Δεν είμαι αριστερή ή αντικαπιταλίστρια. Θέλω να γίνω επιχειρηματίας και να ζήσω σε μία ελεύθερη Τουρκία», λέει η Έζρα,  μια νεαρή φοιτήτρια του μαθηματικού που διαδηλώνει σε συνθήκες προσομοίωσης μιας γενικευμένης εξέγερσης που λαμβάνουν χώρα εδώ και μία εβδομάδα στην Κωνσταντινούπολη. Και η Μπούζρα μια ακόμη διαδηλώτρια και νεαρή φοιτήτρια επίσης συμπληρώνει: «Φυσικά κι ανησυχώ και ξέρω ότι εδώ μπορεί να κινδυνεύω. Αλλά για μένα αυτό δεν είναι τίποτα σε σχέση με τον κίνδυνο να χαθεί η Τουρκική Δημοκρατία, οι ελευθερίες και το πνεύμα της».
   'Ηδη ακούω στα αυτιά μου να εγείρονται οι ανηλεείς ενστάσεις της συστημικά "χρήσιμης" Αριστερής μαλάκυνσης από την στιγμή που είναι εύθετο να θεωρηθεί ότι οι συνθήκες στην Τουρκία προσομοιάζουν σε μία εξέγερση χωρίς αυτή ουσιαστικά να είναι και ας μας δίνει αυτή την εντύπωση. Όμως τα λόγια των δύο κοριτσιών από το πλήθος των διαδηλωτών αφήνουν την κινητοποίηση γυμνή απέναντι στον απολυταρχισμό της κατεστημένης κοινωνίας. Ενώ κοντράρουν στα ίσια την βιωμένη αυταρχία του θεάματος, ενώ έρχονται αντιμέτωπες με τον σύγχρονο ολοκληρωτισμό και την αστυνομοκρατία ενός παντοδύναμου υλικοτεχνικού Λεβιάθαν (κράτους) οι διαδηλώτριες απαιτούν, θέτοντας το ως αίτημα, την πλήρη ελευθερία στην άσκηση των αστικών δικαιωμάτων τους! Με τέτοιες κοντόφθαλμες βλέψεις που λογίζονται ως θλιβερά κατάλοιπα από την θετικιστική πολιτισμική κληρονομιά η όψιμη εξέγερση έχει διαγράψει ήδη μια αδιαπραγμάτευτη αποτυχία.
  Εφόσον το ζήτημα τοποθετείται μέσα στο προνομιακό γήπεδο της ιδεολογίας των δικαιωμάτων, όπου εκείνοι που άρχουν τα ορίζουν με δεσποτική μονομέρεια, τίποτα δεν μπορεί να εξασφαλίσει την καθολική ελευθερία μας μέσα σε βιοπολιτικούς όρους. Ο Ραούλ Βανεγκέμ το έχει θέσει ούτως ή άλλως απερίφραστα: «η ιδεολογία της προόδου και της αλλαγής στην υπηρεσία του αναλλοίωτου - να το παράδοξο που τίποτα πια δεν μπορεί να το κρύψει από τη συνείδηση, ούτε και να το δικαιολογήσει μπροστά της». Όσο δεν δηλώνεται η αδήριτη ανάγκη της κοινωνικής σύγκρουσης που τίθεται ρητά σαν πρόβλημα εξουσίας, για να ξεφύγει από τα στρεβλά όρια του ακτιβισμού των αστικών δικαιωμάτων, τόσο ο ειλικρινής επαναστατικός αναβρασμός διακινδυνεύει να απομονωθεί στο περιθώριο των εξελίξεων. Σε μία κοινωνία που πλέον αποκλείει καταστατικά τους ανθρώπους από το δημιουργικό βίωμα της ίδιας τους της ζωής, χρεώνοντας τους μάλιστα εκτός από την αλλοτρίωση και την αχρηστία της αφηρημένης εργασιακής τους δύναμης, η επίκληση στα δικαιώματα της είναι ένα κακόγουστο αστείο.
   Η βιοπολιτική πλέον και η διάβρωση της εναπόκειται στην επιθυμία μας και τη θέληση μας να πάψουμε να εναποθέτουμε τις τύχες μας σε μία διακυβέρνηση (από πολιτικούς, τεχνοκράτες, επιστημονικούς συμβούλους και κάθε λογής επαγγελματίες δέσποτες) και να ξεκινήσουμε αυτόβουλα την δημιουργία της ίδιας μας της ζωής. Διότι όπως πολύ σοφά λέει ο Βανεγκέμ: «νεκροί είναι όσοι από εμάς αφήνονται να κυβερνηθούν!» 

(Γι' αυτό υπάρχει βέβαια και η αισιόδοξη πλευρά της Resistanbul! Μία μειοψηφία ανθρώπων που αρνείται την πεπατημένη των συντεταγμένων δικαιωμάτων που τίθενται τυραννικά από την κυριαρχία και μπορεί ίσως να αφήσει μέσα από την χαραμάδα της,* την επαναστατική κριτική να αντεπιτεθεί. Και μακάρι αυτοί οι γείτονες μας να διαψεύσουν κάθε δυνητική οπισθοδρόμηση!
 
* Αρκεί  βέβαια αυτή η χαραμάδα να μην στενέψει κι' άλλο από την ξύλινο λόγο της ταξικής πάλης.)