Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αισιοδοξία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αισιοδοξία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 18 Μαΐου 2018

«Κι ο μήνας Μάης δεν έχει ξανάρθει ποτέ, από το '68 εως το τέλος αυτού του κόσμου του θεάματος, δίχως να μας θυμήθουν!»*


 Η ομορφιά είναι στους δρόμους!
(Διαδηλώτρια σε φορείο στο Παρίσι, 17 Μάιου 1968)

  Αναγνώστη, προσοχή! Ακολουθεί κατάχρηση μηδαμινών στερεοτύπων. 
  Η γενιά της αμφισβήτησης, η σπορά της «σεξουαλικής επανάστασης»... Η χρονιά που άλλαξε τον κόσμο... Ο Μάης του '68 έμεινε στην Ιστορία... Το φοιτητικό κίνημα της δεκαετίας του ’60 άλλαζε νοοτροπίες και κατεδάφισε τις αφόρητα καταπιεστικές και υποκριτικές συμπεριφορές... 

  Η κοινωνία του θεάματος ήταν πάντοτε βαριά εθισμένη στη στατική παρέλαση ξύλινων ευφημισμών. Ακόμη κι αν η εαρινή εξέγερση κρίθηκε προς στιγμή με την βαρυτική έλξη καταστασιακών δυνάμεων και με τη συνδρομή ασφαλώς ελευθεριακών σοσιαλιστών–Socialisme ou barbarie και των αναρχικών στην συνδιαμόρφωση της κοινής ανατρεπτικής κίνησηςπου κατακρήμνισαν το έδαφος κάτω από τα πόδια της αφασικά διαφωτισμένης κοινωνίας, αυτή δεν φείδεται με ακραία φιλαρέσκεια να τροφοδοτεί την επιφανειακή αποθέωση του καθολικού πάθους που την αμφισβήτησε εξ ολοκλήρου. Κάθε Μάης σέρνει κι ένα μνημόσυνο. Ακαδημαϊκοί της απολογητικής σχόλης και μεθοδολογιστές κοινωνιολόγοι ευλογούν τα πραγματιστικά τους γένια· εκθειάζουν τη δυνατότητα της δυτικής κοινωνίας να απαντά εποικοδομητικά στις προκλήσεις της, ενσωματώνοντάς τες σαν ανάγκες. Καλοζωισταί διανοούμενοι και εναλλακτικοί καλλιτέχνες που την έχουν «υποψιαστεί» ομνύουν με δέος ανιδεότητας την Επανάσταση της καθημερινής ζωής ωσάν απαρχή του μεταμοντέρνου καλλιτεχνήματος ενός «ελεύθερου δημιουργικού υποκειμένου». Παλιακοί αγωνισταί και όψιμοι επαναστάτες αποψύχουν το μόσχο τον σιτευτό του επαναστατικού νόστου. Όλοι τους πρότυπα στο παγωμένο παρόν αυτού του ανεστραμμένου κόσμου. Μακάριοι θεατές, φρουρούμενοι από τον θείο ύπνο τους, εξαργύρωσαν εισιτήριο στην πρώτη σειρά του θεωρείου. 
   Αλλά μετά τον Μάη που πάγωσε σαν καρτ ποστάλ, τι άλλο; Σαμπως αυτή η «λύτρωση» του ατόμου με την πλήρωση της ευελιξίας του αγοραίου υποκειμένου, οδήγησε πουθενά; Ή μήπως έβαλε, εν προκειμένω, μέσα από την πίσω πόρτα του ενναλακτισμού, τις διατρητικές δυνάμεις της αμετάκλητης διάλυσής του. Η «εκφραστική δημιουργικότητα», η «ρευστή ταυτότητα», η «αυτονομία», η «αυτοδημιούργητη ανάπτυξη» είναι τελικά όροι που παίζουν δίπορτο. Χρησιμοποιήθηκαν μέσα στην κριτική προσέγγιση της θεωρίας της μοντέρνας τέχνης αλλά ιδιάζουν, συγχρόνως —σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά—, την κοινωνική μηχανική της «ευέλικτης» αντίληψης για την αφηρημένη εργασία (Μαρξ) υποδηλώνοντας με τον χειρότερο τρόπο την πανωλεθρία αυτού που ονόμασαν νεωτερικό υποκείμενο. Σήμερα τα λείψανα της Τέχνης στέκουν βουβά στη βαναυσότητα της παρακμίακής της προσαρμογής. 'Ο,τι ορίζεται από το 1968 κι έπειτα ως «το νέο πνεύμα του καπιταλισμού» (Boltanski & Chiapello), το οικτρό συνονθύλευμα μιας καλλιτεχνίζουσας πολιτικής ορθότητας με το οποίο στολίζεται η αφηρημένη υλιστική χρησιμοθηρία, διασύρει και τις τελευταίες αυταπάτες για την αυτονομία της Τέχνης. Η Τέχνη όχι μόνο καταφάσκει δουλικά την ανυπόφορη αλλοτρίωση στην ήττα της να πραγματωθεί μέσα στην κοινωνική ζωή σαν περιοδεύων παλιάτσος, αλλά προσφέρει και τα ασυνάρτητα κουρέλια της για να ραφτούν τα ρούχα ενός αγοραία εξορθολογισμένου πρακτικιστή. Τόσο πετυχημένη ήταν η αναβάθμιση που της επιφύλαξε η κοινωνία του θεάματος τώρα που η νεωτερικότητα καταρρέει.
  Αλλά η γελοιότητα μιας κατάφασης δεν δύναται να καλλωπίσει την αθλιότητα μιας κοινωνίας. Το γένικό της ψεύδος αποκαλύπτεται με την πραγμάτική του μορφή. Με την ουτοπία μιας εκμηδένισης η οποία ποτέ της δεν συντέλεσε σε κάποια πρόοδο της ανθρώπινης Ιστορίας. Η πρόοδος της αστικής χίμαιρας επιβεβαίωσε την παρανοϊκή συνουσία χρήματος (του γενικού ισοδύναμου) και καλλιτεχνικής έκφρασης. Η κατάφαση στον εμπορεύσιμο χαρακτήρα της κουλτούρας ισοπεδώνει ουσιαστικά οποιαδήποτε ποιοτική κρίση. Μονάχα όταν βρίσκει απέναντί της την συνολική άρνηση που θέλει να επανακτήσει τον καθαρό έλεγχο επάνω στη ζωή, εκείνη την άρνηση που δεν ήθελε να εκσυγχρονίσει ή να διαχειριστεί την διαλυτική παρακμή της αλλοτρίωσης και της μιζέριας το '68, ενδέχεται ξανά η ποιητική δυνατότητα. Εκείνη που προτάσσει την έμπρακτη αξίωση της εξαφάνισης Κράτους και χρήματος μέσα από τις ζωές των ανθρώπων. Ή έστω την πτώση τούς σε θέση παρία. Έτσι έγινε τότε, κι έτσι θα γίνει και πάλι! Το ασυγκράτητο πάθος, η κατάφαση της ζωής δεν εφησυχάζει ποτέ σαν μια ασημαντότητα. Η αυτοσυνείδηση που ξυπνά την επιθυμία δεν μπορεί να μείνει στατική στο έλεος του τίποτα. Ειδάλλως θα καταστραφεί κι αυτή μαζί του!

* Ο τίτλος είναι παράφραση της φράσης του Ντεμπόρ.
** Αν έχουμε υπόψιν ότι «η συγκεκριμένη ζωή των πάντων έχει εκπέσει σε θεωρητικό σύμπαν» (Γκυ Ντεμπόρ), θα καταλάβουμε ποιοι κατέβηκαν τότε στους δρόμους και γιατί η Αριστερά είναι κλινικά νεκρή.

Πέμπτη 3 Μαΐου 2018

Moishe Postone, 1942 - 2018

Ο Moishe Postone (κέντρο) μετά τον θάνατο του Μαρκούζε το 1979

Δημοσιεύω μεταφρασμένο ετεροχρονισμένα το αποχαιρετιστήριο σημείωμα του Norbert Trenkle για τον Moishe Postone που έφυγε από την ζωή τον περασμένο Μάρτιο. Επ' ευκαιρία λοιπόν και ενάντια στις προβλέψιμες και βαρετές νεκρολογίες για την επικαιρότητα των πενηντάχρονων του Μάη, το ιστολόγιο εστιάζει συνειδητά σε ό,τι παραμένει ζωντανή κίνηση ανατροπής της κοινωνίας της αλλοτρίωσης. 
Σύνδεσμος πρωτότυπου κειμένου: http://www.krisis.org/2018/moishe-postone-1942-2018/



Ό
ταν εμείς, ένας μικρός κύκλος συγγραφέων που είχε αφιερωθεί στην ανανέωση της ριζοσπαστικής κοινωνικής κριτικής, πέσαμε πάνω στη λογική του Αντισημιτισμού στο τότε άγνωστο δοκίμιο του Μωυσή Ποστόουν, προς τα τέλη της δεκαετίας του ’80, αυτή μας χτύπησε σαν κεραυνός. Η Κριτική της Αξίας (Wertkritik) βρισκόταν ακόμη στο ξεκίνημα της και πάσχιζε να τραβήξει τον δρόμο της ενάντια στους θεματοφύλακες του παραδοσιακού Μαρξισμού με τους οποίους τότε εμπλεκόμασταν σε πολεμικές διαμάχες και ξαφνικά υπήρχε κάποιος που σκεφτόταν με τόσο όμοιο τρόπο. Για εμάς φυσικά, η ανάλυση του Αντισημιτισμού ως μίας μορφής φετιχιστικού αντικαπιταλισμού, ήταν μια εντελώς καινουργια και ρηξικέλευθη αντίληψη. Μα δεν ήταν μόνο αυτό. Η υποκείμενη ερμηνεία της Μαρξικής θεωρίας, η επικέντρωση της κριτικής στην εργασία και την αξία ως κοινωνική σχέση, χτυπούσε ακριβώς στον πυρήνα εκείνων των θεωρητικών εξελίξεων που είχαμε επιτύχει, ώστε να βγούμε από το αδιέξοδο του τέλματος που η κοινωνική κριτική είχε περιέλθει. Αυτή η στιγμή της ευχάριστης έκπληξης επειδή κάποιος άλλος είχε ακολουθήσει ένα παρόμοιο μονοπάτι στην επανερμηνεία της Μαρξικής θεωρίας, διαμόρφωσε την σχέση μου με τον Μωυσή Ποστόουν, παρόλο που έπρεπε να περάσουν μερικά χρόνια, ώσπου να τον γνωρίσω προσωπικά και να τού εκφράσω την εκτίμησή μου.
   Εξίσου καθοριστική ήταν και η μετέπειτα ενασχόληση μου στην μετάφραση του θεμελιώδους βιβλίου του, Χρόνος, εργασία και κοινωνική κυριαρχία, στα γερμανικά, ένα εγχείρημα που χωρίς την εντατική αναμέτρηση με τις σημασίες των εννοιών και τον ειρμό των σκέψεων που αναπτύσσονται εκεί, δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί. Ακόμη και σήμερα ανατροφοδοτούμαι από τούτη την αναμέτρηση. Με έχει βοηθήσει, όπως πολύ λίγες άλλες, να οξύνω την δική μου ορολογία και τον τρόπο σκέψης μου, ακόμη κι όταν δεν συμφωνούσα με τον Μωυσή Ποστόουν (Moishe Postone). Ήταν βεβαίως απογοητευτικό για εμάς, ότι η δημοσίευση του βιβλίου του Ποστόουν συνεισέφερε ελάχιστα ώστε να εγείρει μια περιεκτική και εμβριθής κατανόηση της θεωρήτικής του προσέγγισης στην Γερμανική Αριστερά. Εδώ η αποδοχή του εγίνε επί της ουσίας ως συγγραφέα μίας καινούργιας, κριτικής οπτικής του φετιχισμού επάνω στον Αντισημιτισμό. Και μάλιστα παρ’ ότι αυτό είναι απολύτως ορθό, η αποδοχή του παρέμεινε τελείως διαχωρισμένη από την κρίτική του θεωρία για τον καπιταλισμό. Ότι αυτή η μορφή κοινωνικοποίησης, βασίζεται πάνω στην μεσολάβηση από την εργασία και υπόκειται σε μία στοχοπροσηλωμένη, ιστορικά συγκεκριμένη δυναμική, της οποίας το σημείο φυγής είναι η κατάργηση (Aufhebung) αυτής της μορφής διαμεσολάβησης, αυτή λοιπόν η επίγνωση παρέμεινε για την Γερμανική Αριστερά, και ιδιαιτέρως μάλιστα για την ακαδημαϊκή της παραφυάδα, ένα βιβλίο επτασφρράγιστο (ein Buch mit sieben Siegeln). Ήταν ευδιάκριτο από τις σκόρπιες επικρίσεις του βιβλίου του Μωυσή Ποστόουν οι οποίες, σχεδόν καθολικά, σηματοδοτούσαν έλλειψη  κατανόησης και άμυνα.
   Σε άλλες χώρες, όπως για παράδειγμα στην Βραζιλία ή την Γαλλία, η συνθήκη ήταν διαφορετική, ίσως, επειδή υπήρχε ήδη ένα προγενέστερο συναφές πλαίσιο συζήτησης της κριτικής της αξίας, το οποίο είχε δημιουργηθεί από την δημοσίευση των κειμένων της επιθεώρησης Krisis. Κι αυτό άνοιξε μερικές πόρτες. Εν τούτοις, η παράξενη ελάσσων υποδοχή στον γερμανόφωνο δημόσιο διάλογο παραμένει εξοργιστική. Η διάδοση και η επιβεβαίωση της σπουδαιότητας που έχει η θεωρητική προσέγγιση του Μωυσή Ποστόουν παραμένει ένα καθήκον προς εκτέλεση. Δεν παίζει κανένα ρόλο επί τούτω, ότι υπήρχαν αναμεσά μας άλλωστε, θεωρητικές διαφορές σε κάποιες απόψεις ─ προ πάντων η θεωρητική ερμηνεία μας για την κρίση της στοχοθετημένης καπιταλιστικής δυναμικής δεν θα μπορούσε ποτέ να πιάσει φιλίες. Οι δρόμοι μάς, αυτοί της επιθεώρησης Κρίση (Krisis) και του Μωυσή Ποστόουν, δεν ήταν ποτέ οι ίδιοι, άλλα σε πολλές απόψεις πήγαιναν παράλληλα και έχουν κατ’ επανάληψη διασταυρωθεί. Και διαπροσωπικά επίσης. Με τον Μωυσή Ποστόουν έχουμε χάσει έναν συνοδοιπόρο. Ο θάνατός του γεμίζει εμένα κι εμάς στην συλλογικότητα Krisis με θλίψη.

Norbert Trenkle (Gruppe Krisis)

Νυρεμβέργη, 24 Μαρτίου, 2018

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2015

Ο «Σκαντζόχοιρος» και τα σταφύλια της οργής

 Του Κώστα Σβόλη

 Σκαντζόχοιρος σημειώματα κριτικής #2

 Ο Σκαντζόχοιρος επιμένει ότι είμαστε στην αυγή μιας καινούργιας εποχής, αναστοχάζεται για να μπορέσει να συμμετάσχει ενεργά με την κριτική του στη διαμόρφωση της πραγματικότητας.
Σ’ αυτό το δεύτερο ταξίδι του, έξι μήνες από τότε που άρχισε να περπατάει στον κόσμο των τυπωμένων σελίδων, κρατάει σταθερούς προσανατολισμούς. Η θεματολογία, η γραφή και, φυσικά, η αισθητική του περιοδικού δε με απογοήτευσαν ούτε αυτή τη δεύτερη φορά. Σε σχήμα τσέπης, ώστε να συνδυάζεται η ανάγνωση των σύντομων σημειωμάτων με τη μετακίνηση με τα μέσα μαζικής μεταφοράς, μου αρκούν τρεις με τέσσερις στάσεις του μετρό, για να διαβάσω ένα από αυτά και να το έχω για τροφή για σκέψη στις πεζές μου διαδρομές σε μια πόλη, όπου οι άνθρωποι συνθηκολογούν με την αναλλοίωτη πραγματικότητα. Κινώ σιγά σιγά από τη σχέση της επιστήμης με την κριτική προς το φάντασμα του μεσαίωνα και την πάλη ανάμεσα στο φλόγιστρο και το ζυγό. Ενώ τίποτα δε με αφήνει να ξεχάσω το προμήνυμα κινδύνου του Βάλτερ Μπένγιαμιν, ειδικά όταν αυτό έρχεται να μπει στη μάχη με υπαρξιακούς όρους.
Ξανασκέφτομαι όλες τις ταινίες που έχω δει με τον Μουρίκη κάτω από το πρίσμα που σου προσφέρει η Ασπασία Λυκουργιώτη, για να διαφωνήσω μαζί της μόνο και μόνο γιατί εντάσσει σ’ αυτή την οπτική και το Ψυχή βαθιά του Παντελή Βούλγαρη.
Κατεβαίνω στην κόλαση, για να εκστασιαστώ με την καταχθόνια χαρακτική μέθοδο του William Blake και να επιβεβαιώσω για μια ακόμα φορά ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να συνεχίσει να είναι και τεχνίτης, για να μπορέσει να αναδείξει τη διαλεκτική σχέση ύλης και πνεύματος: «ο Παράδεισος λαχταρά να δει τον εαυτό του σε υλική μορφή, ενώ ο κόσμος φιλοδοξεί να επανενωθεί με την πνευματική του ουσία» και αναρωτιέμαι αν τη φράση «Ο άνθρωπος επιστρέφοντας στην ένθεη φύση του- την οποία δόξασε ο Προμηθέας- θα αποκτήσει τη δύναμη να αντισταθεί στην παντοδυναμία του εξουσιαστικού θεού» θα μπορούσε να την έχει πει ο Λαντάουερ ή ο Μαρξ;
Όσο για το κείμενο του Thomas Pynchon για τους Λουδίτες, τα παραγνωρισμένα ιστορικά στοιχεία γι’ αυτούς και τον υποτιμημένο ρόλο τους στον ταξικό ανταγωνισμό, με κάνει να σκέφτομαι δύο σπουδαίες γυναίκες. Από την μια την Μαίρη Σέλλεϊ που με το μυθιστόρημα της Φράνκενσταϊν προειδοποιούσε για το τι μπορεί να συμβεί, εάν η τεχνολογία κι εκείνοι που την εξασκούν χάσουν τον έλεγχο. Από την άλλη την Σύλβια Φεντερίτσι, ίσως γιατί στο βιβλίο της Ο Κάλιμπαν και η μάγισσα, συναντά στις γυναίκες παρόμοιες πρακτικές αντίστασης ενάντια στην απόσπαση του ελέγχου και της γνώσης πάνω στην παραγωγική δραστηριότητα από τις μηχανές, που χρησιμοποίησαν και οι Λουδίτες. Πρακτικές που εγκολπώνουν τους μύθους, τη λαϊκή φαντασία και το υπερβατικό στοιχείο ως μέσα αντίστασης.
Η τέχνη και η σχέση της με τη χειραφετητική πολιτική διαπερνάει όλο το 2ο τεύχος του Σκαντζόχοιρου, μα εκεί που αποκτάει το πιο σταθερό της έδαφος είναι στο κείμενο του Νεδελκόπουλου που πραγματεύεται την αισθητική της μεγάλης άρνησης, δηλαδή τις μετατοπίσεις της καλλιτεχνικής ριζοσπαστικότητας, από τη φόρμα στην δομή, από τις καλλιτεχνικές επαναστάσεις στα επαναστατικά κινήματα της αντι-τέχνης, στη σύμφυση της ψυχολογίας και της κριτικής πολιτικής θεωρίας. Χωρίς να αποσιωπήσει όλες τις προβληματικές που αναπτύσσονται στους κύκλους των σουρεαλιστών γύρω από την σχέση τους με το πολιτικό.
Όσο για την Μαρία Γεωργίου συνεχίζει και σ’ αυτό το τεύχος την αιρετική και άκρως ενδιαφέρουσα θεώρηση πάνω στο μαρξικό έργο, πράγμα που μου την κάνει ιδιαίτερα συμπαθή, καθώς, από την πραγμάτευση της ζώσας ελευθερίας στον Μαρξ που επιχειρεί στο πρώτο τεύχος, σ’ αυτό θέτει το ζήτημα του πράττειν, το οποίο είναι ακριβώς ο παράγοντας που αναιρεί την κριτική που γίνεται στον Μαρξ για ντετερμινισμό:
«Ο Μαρξ θεωρεί πως δεν υπάρχουν νόμοι για τα κοινωνικά φαινόμενα, επειδή αυτά εμπεριέχουν την πράξη. Το τι πράττουμε είναι αποτέλεσμα των συνθηκών αλλά και τις κριτικής τους».
«Κατά τον Μαρξ, η ελευθερία είναι μια δραστηριότητα, στην οποία ο άνθρωπος δημιουργεί τη φύση του».
Αν και η επιχειρηματολογία του Δερδεμέζη για το ρόλο του λόγου στη διαδικασία της καθυπόταξης του γυναικείου φύλου είναι στιβαρά τεκμηριωμένη, τίθεται από πλευράς μου ένα ερώτημα για το πόσο ο λόγος μπορεί να γίνει (ή έχει ήδη γίνει από τα κινήματα) εργαλείο για τη χειραφετητική διαδικασία τόσο των γυναικών, όσο και συνολικά αυτού που ο Μαρξ στο Εβραϊκό ζήτημα ονομάζει «ανθρώπινη χειραφέτηση».
Για τις αριστερές πλατωνικές παρανοήσεις, αυτές δεν πρέπει να μου προκαλούν και μεγάλη έκπληξη, αφού στην ελιτίστικη ολιγαρχία του Πλάτωνα η κρατικίστικη αριστερά μπορεί να ανακαλύψει δυο από τα συντακτικά της στοιχεία, αυτό του κράτους και αυτό της πεφωτισμένης πρωτοπορίας. Εκείνα, δηλαδή, που της επέτρεψαν να εκπέσει σε καθεστώτα ολοκληρωτισμού.
Επιστρέφοντας πάλι στο τέλος του τεύχους, πέρα από το βαθμό συμφωνίας ή διαφωνίας που μπορεί να έχω με τον Φώτη Τερζάκη πάνω στο θέμα του κράτους και κυρίως τη στάση του αντικαπιταλιστικού ελευθεριακού ρεύματος απέναντι σ’ αυτό, θα πρέπει να παραδεχτούμε την αναγκαιότητα μιας σύγχρονης ριζοσπαστικής κριτικής θεωρίας για το κράτος, γιατί το να κάνουμε απλά ότι δεν υπάρχει δεν απαντάει σε κανένα από τα μεγάλα ζητήματα που γεννάει η εποχή μας. Θα τολμήσω, όμως, να τελειώσω αυτή την παρουσίαση με ένα απόσπασμα από την κριτική του Τερζάκη του χώρου που με πονάει, γιατί είναι βιωματικά επιβεβαιωμένη σε μεγάλο βαθμό:
«Δεν είναι μόνο η επιπολαιότητα, ο στείρος αντιθεωρητισμός του, αλλά και η έλλειψη στρατηγικής φαντασίας και αυτοματισμού… είναι ο αθεράπευτος ναρκισσισμός του: το ότι σε μια τόσο αβυσσαλέα ιστορική στιγμή που ζούμε κύριο μέλημα του δεν είναι το πώς θα περισωθεί η κοινωνία και πώς ο ίδιος θα ανταποκριθεί στις ανάγκες των ανθρώπων που συντρίβονται μαζικά γύρω μας, αλλά πώς θα περιφρουρήσει αυτάρεσκα την υποτιθέμενη ταυτότητά του».


Ο Σκαντζόχοιρος παρουσιάζεται σήμερα 4/12 στις 20:00 στο Αυτόνομο Στέκι στην γωνία της Ζωοδόχου Πηγής 95-97 και της Ισαύρων στη Νεάπολη.
Και αύριο 5/12 στο Κοινωνικό Κέντρο της Πάτρας στις 21:00 στην γωνία της Ρήγα Φεραίου 167 και της Τσαμαδού κάτω από τα Ψηλαλώνια.
Και στις δύο παρουσιάσεις θα διεξαχθεί μία κουβέντα με την συντακτική ομάδα. Να μας έρθετε, θα 'μαι κι εγώ εκεί να φλυαρώ για το 2ο τεύχος!

Τετάρτη 15 Απριλίου 2015

Ο Σκαντζόχοιρος στο μακρύ του ταξίδι

https://www.facebook.com/%CE%A3%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B6%CF%8C%CF%87%CE%BF%CE%B9%CF%81%CE%BF%CF%82-%CE%A3%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CE%B9%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CE%9A%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82-105956848555391/
Σκαντζόχοιρος, σημειώματα κριτικής


    Ο Σκαντζόχοιρος μόλις ξεκίνησε το ταξίδι του την ίδια στιγμή που η κουκουβάγια σταμάτησε το δικό της πέταγμα. Την αυγή! Έχει μαζί του την ικανότητα της άρνησης που προέρχεται από μια συνθετική, κριτική στάση καταφέρνοντας έτσι να αποφεύγει όλες τις κακοτοπιές που συναντά στον δρόμο του. Η κουκουβάγια ξεκινάει την πτήση της κάθε σούρουπο, γι αυτό και στον ρου της Ιστορίας παρέμεινε άτολμη, γιατί πίστευε πως μόνο μετά το τέλος μιας εποχής μπορούσε να συνειδητοποιήσει πραγματικά τι είχε συμβεί. Ο Σκαντζόχοιρος δεν τρέφει αυτή την αφέλεια. Ξαποσταίνει για λίγο στρέφοντας το κεφάλι του στον πρωινό ουρανό για να θαυμάσει τα σμήνη των πουλιών που πετάν ελεύθερα στον άπλετο χώρο του και αναστοχάζεται το μεταίχμιο της δικιάς του εποχής. Είναι μια γέρικη εποχή που προσεγγίζει τα όρια της. Ελάχιστοι συνοδοιπόροι του φανερώνουν την ενσυναίσθηση τους για τούτη την κρίσιμη καμπή. Εξ ου και ο Σκαντζόχοιρος αισθάνεται με την λεπταισθησία που τον διακατέχει την χαρμολύπη. Χαρά για την αποφασιστικότητα του να συμμετέχει ενεργά με την κριτική του στην διαμόρφωση της πραγματικότητας. Μελαγχολία για την περιορισμένη διορατικότητα των γύρω του. Ακόμα κι έτσι όμως δεν το βάζει κάτω. Εξάλλου δεν είχε ποτέ σαν στόχο να διαφυλάξει κάποια υστεροφημία. Τέτοιες υπερφίαλες κι ανόητες στοχεύσεις απέχουν έτη φωτός από την κοφτερή συνείδηση του. Εάν η κριτική στάση γεννιέται όπως ο Φώτης Τερζάκης γράφει στο πρώτο τεύχος του, από την ανάγκη της ανθρώπινης συνείδησης «να ανοίγει δρόμους εκεί όπου η απελπισία και η απειλή του αφανισμού λίγο-λίγο την παγιδεύουν, εγκλωβίζοντας τις προοπτικές της» τότε και η αποτύπωση των σκέψεων του είναι το πιο πολύτιμο υπάρχον που μεταφέρει επιμελώς, στο ταξίδι μέσα στο δισάκι του. Ο κύριος λόγος που εμείς οι συντάκτες του πήραμε την απόφαση να γράψουμε για όσα μας απασχολούν. Για να περισώσουμε -μέσα σ' ένα κόσμο που παραπαίει- ό,τι έχει απομείνει από την ανθρώπινη υπόσταση μας!


Jason Grove - Mastercut 4, 2011


Υγ: Εν είδει επετειακού ποστ για τα τρίχρονα αυτού του ιστολογίου.

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2013

Η Τουρκική «εξέγερση των δέντρων» πρέπει να τεθεί με όρους βιοπολιτικής!

Εικόνα από το δυστοπικό παρόν των μητροπόλεων μας.
 
«Σέβομαι τις γυναίκες που φορούν την ισλαμική μαντίλα, είναι δικαίωμά τους, αλλά θέλω και τα δικαιώματά μου να προστατεύονται. Δεν είμαι αριστερή ή αντικαπιταλίστρια. Θέλω να γίνω επιχειρηματίας και να ζήσω σε μία ελεύθερη Τουρκία», λέει η Έζρα,  μια νεαρή φοιτήτρια του μαθηματικού που διαδηλώνει σε συνθήκες προσομοίωσης μιας γενικευμένης εξέγερσης που λαμβάνουν χώρα εδώ και μία εβδομάδα στην Κωνσταντινούπολη. Και η Μπούζρα μια ακόμη διαδηλώτρια και νεαρή φοιτήτρια επίσης συμπληρώνει: «Φυσικά κι ανησυχώ και ξέρω ότι εδώ μπορεί να κινδυνεύω. Αλλά για μένα αυτό δεν είναι τίποτα σε σχέση με τον κίνδυνο να χαθεί η Τουρκική Δημοκρατία, οι ελευθερίες και το πνεύμα της».
   'Ηδη ακούω στα αυτιά μου να εγείρονται οι ανηλεείς ενστάσεις της συστημικά "χρήσιμης" Αριστερής μαλάκυνσης από την στιγμή που είναι εύθετο να θεωρηθεί ότι οι συνθήκες στην Τουρκία προσομοιάζουν σε μία εξέγερση χωρίς αυτή ουσιαστικά να είναι και ας μας δίνει αυτή την εντύπωση. Όμως τα λόγια των δύο κοριτσιών από το πλήθος των διαδηλωτών αφήνουν την κινητοποίηση γυμνή απέναντι στον απολυταρχισμό της κατεστημένης κοινωνίας. Ενώ κοντράρουν στα ίσια την βιωμένη αυταρχία του θεάματος, ενώ έρχονται αντιμέτωπες με τον σύγχρονο ολοκληρωτισμό και την αστυνομοκρατία ενός παντοδύναμου υλικοτεχνικού Λεβιάθαν (κράτους) οι διαδηλώτριες απαιτούν, θέτοντας το ως αίτημα, την πλήρη ελευθερία στην άσκηση των αστικών δικαιωμάτων τους! Με τέτοιες κοντόφθαλμες βλέψεις που λογίζονται ως θλιβερά κατάλοιπα από την θετικιστική πολιτισμική κληρονομιά η όψιμη εξέγερση έχει διαγράψει ήδη μια αδιαπραγμάτευτη αποτυχία.
  Εφόσον το ζήτημα τοποθετείται μέσα στο προνομιακό γήπεδο της ιδεολογίας των δικαιωμάτων, όπου εκείνοι που άρχουν τα ορίζουν με δεσποτική μονομέρεια, τίποτα δεν μπορεί να εξασφαλίσει την καθολική ελευθερία μας μέσα σε βιοπολιτικούς όρους. Ο Ραούλ Βανεγκέμ το έχει θέσει ούτως ή άλλως απερίφραστα: «η ιδεολογία της προόδου και της αλλαγής στην υπηρεσία του αναλλοίωτου - να το παράδοξο που τίποτα πια δεν μπορεί να το κρύψει από τη συνείδηση, ούτε και να το δικαιολογήσει μπροστά της». Όσο δεν δηλώνεται η αδήριτη ανάγκη της κοινωνικής σύγκρουσης που τίθεται ρητά σαν πρόβλημα εξουσίας, για να ξεφύγει από τα στρεβλά όρια του ακτιβισμού των αστικών δικαιωμάτων, τόσο ο ειλικρινής επαναστατικός αναβρασμός διακινδυνεύει να απομονωθεί στο περιθώριο των εξελίξεων. Σε μία κοινωνία που πλέον αποκλείει καταστατικά τους ανθρώπους από το δημιουργικό βίωμα της ίδιας τους της ζωής, χρεώνοντας τους μάλιστα εκτός από την αλλοτρίωση και την αχρηστία της αφηρημένης εργασιακής τους δύναμης, η επίκληση στα δικαιώματα της είναι ένα κακόγουστο αστείο.
   Η βιοπολιτική πλέον και η διάβρωση της εναπόκειται στην επιθυμία μας και τη θέληση μας να πάψουμε να εναποθέτουμε τις τύχες μας σε μία διακυβέρνηση (από πολιτικούς, τεχνοκράτες, επιστημονικούς συμβούλους και κάθε λογής επαγγελματίες δέσποτες) και να ξεκινήσουμε αυτόβουλα την δημιουργία της ίδιας μας της ζωής. Διότι όπως πολύ σοφά λέει ο Βανεγκέμ: «νεκροί είναι όσοι από εμάς αφήνονται να κυβερνηθούν!» 

(Γι' αυτό υπάρχει βέβαια και η αισιόδοξη πλευρά της Resistanbul! Μία μειοψηφία ανθρώπων που αρνείται την πεπατημένη των συντεταγμένων δικαιωμάτων που τίθενται τυραννικά από την κυριαρχία και μπορεί ίσως να αφήσει μέσα από την χαραμάδα της,* την επαναστατική κριτική να αντεπιτεθεί. Και μακάρι αυτοί οι γείτονες μας να διαψεύσουν κάθε δυνητική οπισθοδρόμηση!
 
* Αρκεί  βέβαια αυτή η χαραμάδα να μην στενέψει κι' άλλο από την ξύλινο λόγο της ταξικής πάλης.)


Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

Ωραία μέρα!


Μεσημέρι Σαββάτου αλληλέγγυα στις καταλήψεις πορεία στην Αθήνα!


Ωραία Μέρα! Ζεστή και απάνεμη μέσα στο καταχείμωνο. Από εκείνες τις μέρες θαρρείς που η δίκαιη αντίδραση πιάνει κατηγορηματικά τόπο. Που η αδικία δέχεται την αποστομωτική απάντηση που της αρμόζει. Γιατί ήταν κατάφωρη αδικία να βλέπεις τον κυρίαρχο δημόσιο λόγο να βαφτίζει προκλητικά, τους εναπομείναντες ανθρώπους που παλεύουν για τα ιδανικά μιας οικουμενικής κοινωνίας, άνομους και εγκληματίες! Ανθρώπους για τους οποίους η ελευθερία δεν είναι ένα φανταχτερό δημαγωγικό αξεσουάρ ούτε ένα λιμπεράλ κοστουμάκι που το φοράμε αναλόγως την περίσταση, αλλά πρώτα και κύρια μία στάση ζωής. Το να βλέπεις αυτούς τους τίμιους ανθρώπους να διαπομπεύονται από έναν ανεκδιήγητο τύπο (που τον έχουν βάλει να παριστάνει μεγαλόπρεπα τον υπουργό) ήταν με επιείκεια αηδιαστικό κι' αρρωστημένο. 

Την απάντηση λοιπόν στους βερμπαλισμούς του αστείου κήνσορα της δημόσιας ταφής* περί δήθεν ανομίας ή δυνάμεων του χάους την έδωσε το αλληλέγγυο πλήθος. Απέναντι στην περιττολογία των αχυράνθρωπων που καμώνονται τους σπουδαίους ως θεσμικοί αξιωματούχοι ή ως σοβαροφανείς διαμορφωτές της ακατοίκητης οντότητας που ονομάζεται Αγία κοινή γνώμη υπάρχει και ο αντίλογος. Ο ακτιβισμός των ανήσυχων. Εκείνων που δεν συμμορφώνονται κι' ούτε συμβιβάζονται με το παράλογο. Όσο κι’ αν ο εξουσιαστικός λόγος θα πασχίζει να επιβάλλει την σκεβρή του προσταγή τόσο εκείνοι θα γεμίζουν τους δρόμους απ’ άκρη σ’ άκρη και θα συμπίπτουν με τα σημεία φυγής των λεωφόρων!

Το πλήθος ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση σας κύριε υπουργέ! Και σας νίκησε. Τίμια και ξάστερα. Σας επέβαλλε την απόσυρση των κακουργηματικών κατηγοριών του σαθρού σας κατηγορητηρίου. Στους προσποιητούς φόβους της κοινωνικής συναίνεσης που εσείς σκηνοθετείτε παρέα με τα μέσα μαζικής εξηλιθίωσης σας το είπε νέτα σκέτα: 

*δημόσια τάξη = δημόσια ταφή