Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εικόνες από ένα πεζό μέλλον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εικόνες από ένα πεζό μέλλον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Απριλίου 2023

Στο «έλεος του θεού»

 

Francis Danby, Ο κατακλυσμός, 1840

Με κρυφή αφορμή το προδιαγεγραμμένο έγκλημα, όπως ήταν το δυστύχημα των Τεμπών, η εξουσία υπερθεματίζει μία φαιδρή θεώρηση της ασφάλειας μέσα στους κόλπους μιας κοινωνίας που έχει εγγυημένα υποβαθμίσει. Είδαμε λοιπόν αυτούς τους κατ’ επάγγελμα «πραγματιστές», που αγαπούν περισσότερο απ’ όσο πρέπει τους εαυτούς τους, να διαφημίζουν τις εγγυήσεις τους χωρίς επ’ ουδενί να παίρνουν στα σοβαρά τη διαρκή αποτυχία της κυρίαρχης κοινωνικής οργάνωσης κάθε φορά που ήταν πρόθυμη να δεχτεί οποιαδήποτε αλλοτρίωση θα προάγει την «ασφάλειά» της.

       Τούτη η προθυμία γίνεται απροκάλυπτη πια στο ζήτημα των προσφύγων. Εκεί που η ιδιότητα του πολίτη δεν συμβαδίζει ούτε κατά διάνοια με την ανθρώπινη ιδιότητα. Εκεί όπου «η πολιτική οικονομία των ανθρώπινων δικαιωμάτων συνιστά την πραγματική απειλή» (Ρόμπερτ Κουρτζ). Οι πληθυσμοί των διαλυμένων Κρατών είναι απαξιωμένοι διότι είναι άχρηστοι προς ουσιαστική εκμετάλλευση κάθε μορφής της αξίας (Μαρξ) και στερούνται οποιουδήποτε καθεστώτος νομιμότητας. Έπειτα η ύπαρξη νόμιμων συνόρων ορίζει και την λαθρεμπορία τους. Η περιβόητη νομιμότητα που τα καθιστά κλειστά ή ανοικτά θεσμοθετεί τη διακίνηση απεγνωσμένων ανθρώπων ως τυπική επιχειρηματική δραστηριότητα· ως μία προς πώληση διατιθέμενη υπηρεσία για εκείνους που την έχουν ανάγκη.

      Το ένα χέρι νίβει το άλλο και τα δυο ξεπλένουν το πρόσωπο ενός πολιτισμένου αγιογδύτη πλουτίζοντας επάνω στις πλάτες έκπτωτων κατατρεγμένων. Το πολιτικό προσωπικό με την επίσημη επαγγελματική διαχείριση των «δικαιωμάτων» τους κι ο υπόκοσμος με την στυγνή εκμετάλλευση των αναγκών τους. Για τους ευρωπαίους προμάχους της δημοκρατίας και τους αντίστοιχους έλληνες υπερασπιστές της είναι προτιμότερο να μαντρωθούν όλοι οι ξυπόλητοι και οι κυνηγημένοι, ρισκάροντας έτσι εργαλειακά, ακόμη και τον δυνητικό φονταμενταλιστικό εκφασισμό ορισμένων ανθρώπων που θα έχουν βιώσει την απίστευτα πολιτισμένη Δυτική φιλοξενία μέσα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης κι επάνω στο πετσί τους, από το να κοιτάξουν κατάματα τα χάλια του συστήματος που υπηρετούν στον καθρέφτη. Η βαρβαρότητα τρέφει τις καλύτερες εκ των δημοκρατικών προθέσεων.


Πέμπτη 9 Απριλίου 2020

Στον Σκοτεινό Καθρέφτη της Πανδημίας



Μετάφραση πάνω στο σημείωμα του Γκαμπριέλ Ζακαρίας το οποίο δημοσιεύτηκε στις 23 Μαρτίου μέσα από τον ιστότοπο: Revista Cult




Αυτή η κοινωνία που καταργεί τις γεωγραφικές αποστάσεις, εμπερικλείει την απόσταση, ως θεαματικό διαχωρισμό.
Γκυ Ντεμπόρ, Η Κοινωνία του Θεάματος, §167


  Μιλούσα μ’ ένα φίλο που ζει στο Μπέργκαμο, πόλη στον Βορά της Ιταλίας όπου σπούδασα και η οποία επί του παρόντος είναι μία από τις πλέον πληγείσες λόγω της επιδημίας του κορονοϊού. Μου περιέγραψε την κατάσταση σαν «ένα ατελείωτο επεισόδιο του Black Mirror» (Μαύρος Καθρέφτης). Όντως, είναι δύσκολο να αγνοήσεις την αίσθηση πως βιώνουμε μια δυστοπία, όπως αυτές που αναπαριστώνται σε τόσες σειρές του είδους. Δεν είναι σύμπτωση ότι ο Μαύρος Καθρέφτης, ίσως η πλέον διάσημη σ’ αυτές τις σειρές, εμπεριέχει τη λέξη «καθρέφτης» στον τίτλο τής. Τα επεισόδια της δεν αναπαριστούν έναν μακρινό κόσμο –μια μακρινή εποχή, απόμακρους γαλαξίες, παράλληλα σύμπαντα– αλλά ένα κοντινό μέλλον μιας απροσδιόριστης χρονολόγησης. Παράδοξο και οικείο μαζί, το μυστήριό του μας επιτρέπει να φανταστούμε τι θα οδηγήσει στην ενδυνάμωση τάσεων που είναι ήδη παρούσες στους καθημερινούς μας βίους. Ίσως αυτό που βιώνουμε αυτή τη στιγμή μπορεί να γίνει κατανοητό με τον ίδιο τρόπο. Ο εκτροχιασμός της κανονικότητας μας φαίνεται να αναγγέλλει ένα εγγύς μέλλον (ήδη ξεκίνησε) τόσο παράξενο και οικείο. Μπορούμε να μάθουμε κάτι για τον κόσμο στον οποίο ζούμε από τούτο το «ατελείωτο επεισόδιο»; Ασυνήθιστες στιγμές ή καιροί κρίσεων μπορούν τουλάχιστον να χρησιμέψουν καλύτερα στην κριτική αντίληψη της συνηθισμένης κανονικότητας μας. Έχω προτείνει αλλού ότι εξετάζουμε τον «καθρέφτη της τρομοκρατίας» ως ένα τρόπο να κατανοήσουμε καλύτερα την κοινωνία του ύστερου καπιταλισμού που έχει σπείρει νέες μορφές τρομοκρατίας.[1] Παρομοίως, θεωρώ ότι είναι συναφές να αναλογιστούμε επί του παρόντος από το είδωλο που σχηματίζεται επάνω στο μαύρο καθρέφτη της πανδημίας.
   Η κατάσταση μας καλεί να σκεφτούμε επάνω σε αρκετά επίπεδα: πολιτική οργάνωση, οικονομική αναπαραγωγή, η σχέση με τη φύση και οι χρήσεις της επιστήμης. Θέλω μόνο να θεματοποιήσω εδώ το πρόβλημα στην ιδέα της «κοινωνικής αποστασιοποίησης» (social distancing), που έγινε γρήγορα αποδεκτή ως κανόνας ανά την υφήλιο, οδηγώντας στην προοδευτική απαγόρευση των συναντήσεων και στην κανονικοποίηση μιας καθημερινότητας που διεξάγεται σε απομόνωση. Η κατάσταση της πανδημίας βασίζεται σε μια αντίφαση που πρέπει να της δοθεί έμφαση. Η ραγδαία εξάπλωση της νόσου είναι το αποτέλεσμα των παγκόσμιων ροών που έχουν ενώσει τους πληθυσμούς σε πλανητική κλίμακα. Από τη πανδημία γεννιέται το παράδοξο ενός παγκόσμιου πληθυσμού ενοποιημένου σ’ ένα καθεστώς ίσου περιορισμού. Κοντολογίς, υπάρχει μια πάγια απομόνωση των ατόμων σ’ έναν πλήρως συνδεδεμένο κόσμο. Τούτο το παράδοξο δεν είναι ένα αποκλειστικό παράδοξο της πανδημίας, αλλά ένα παράδοξο που η πανδημία έχει οδηγήσει στ’ άκρα, κι έτσι το έκανε ορατό. Στην πραγματικότητα, η διαλεκτική μεταξύ διαχωρισμού και ενοποίησης (των διαχωρισμένων) βρίσκεται στη βάση της εξέλιξης του Δυτικού καπιταλισμού ο οποίος έχει ενοποιήσει την υφήλιο.
   Ο Γκυ Ντεμπόρ είχε ήδη προσέξει αυτή τη διαρθρωτική αντίφαση όταν επιχειρούσε να εξηγήσει τη «θεαματική» φάση του καπιταλισμού, η οποία προαναγγέλθηκε στα μέσα του περασμένου αιώνα. Αυτό που αποκάλεσε «η κοινωνία του θεάματος» ήταν μια κοινωνική μορφή που βασιζόταν στην αρχή του διαχωρισμού. Ό,τι συνήθως περιγράφτηκε σαν μια κοινωνία μαζικής επικοινωνίας μπορεί να κατανοηθεί, αντιθέτως, ως μια κοινωνία όπου η ικανότητα να επικοινωνείς είναι χαμένη μαζικά. Η επικοινωνία με την στέρεή της έννοια ήταν το προνόμιο της κοινοτικής ζωής, μια κοινή γλώσσα που δημιουργούσε η κοινή εμπειρία. Αυτό που συνέβη στις κοινωνίες του προηγμένου καπιταλισμού ήταν ακριβώς το αντίθετο. Η επέκταση στο χώρο –μεγάλες πόλεις, απομακρυσμένα προάστια, παγκόσμια οικονομική κυκλοφορία– κι ο εξορθολογισμός της εργασίας, με την υπερεξειδίκευση των ατομικών καθηκόντων, σηματοδότησε την συμπαγή απόσταση μεταξύ των ανθρώπων και την απώλεια κοινών αντιλήψεων,  παράγοντας ο οποίος ενισχύθηκε από το κρατικό μονοπώλιο επάνω στην οργάνωση της συλλογικής ζωής. Η σταδιακή εξαφάνιση της κοινότητας και των μορφών επικοινωνίας τής ήταν το προαπαιτούμενο για την ανάδυση των μέσων μαζικής επικοινωνίας – τα οποία είναι ακριβώς το αντίθετο από τα μέσα της επικοινωνίας, δεδομένου ότι βασίζονταν στην αύξηση της πραγματικής απομόνωσης. Τα εκατομμύρια των θεατών, ευθυτενή μπροστά στους τηλεοπτικούς τους δέκτες, καταναλώνοντας τις ίδιες εικόνες χωρίς να επικοινωνούν μέταξύ τους, παρέμεινε μια απολύτως σαφής αναπαράσταση του γεγονότος ότι το Θέαμα, όπως ο Ντεμπόρ έγραψε, «συνενώνει το διαχωρισμένο, αλλά το συνενώνει ως διαχωρισμένο» (§29). Πολλοί πιστεύουν ότι αυτή η παρατήρηση και η κριτική που τη συνοδεύει θα ήταν παρωχημένη στον σημερινό κόσμο χάρη στην έλευση του διαδικτύου και των τεχνολογιών που πηγάζουν απ’ αυτό. Αντί για θεατές ευθυτενείς μπροστά απο τους χθεσινούς τηλεοπτικούς δέκτες, σήμερα θα είχαμε «δραστήριους» θεατές που ανταλλάσσουν μηνύματα, παράγουν και αναμεταδίδουν το δικό τους περιεχόμενο. Αλλά η αλήθεια είναι πως τίποτα δεν αμφισβήτησε τον τελευταίο μισό αιώνα τον θεμελιώδη διαχωρισμό που υπόκειται στην συγκεκριμένη ανάπτυξη των τεχνολογιών επικοινωνίας. Η απολύτως συνηθισμένη σκηνή μιας παρέας φίλων γύρω από ένα τραπέζι εστιατορίου, οι οποίοι αντί να μιλούν ο ένας με τον άλλο κοιτούν τις οθόνες των κίνητών τούς, είναι αρκετή για να αποδείξει αυτή την αλήθεια. Σήμερα, το διαχωρισμένο ενώνεται ως διαχωρισμένο όπου καταλαμβάνει τον ίδιο φυσικό χώρο.
   Αυτό που έκλεψαν από εμάς τούτη τη στιγμή, εν μέσω πανδημίας, ήταν η δυνατότητα συνύπαρξης στον φυσικό χώρο. Υπό τις παρούσες συνθήκες, η απαγόρευση των συναντήσεων και η υποχρέωση του περιορισμού φαίνονται πιο εύκολα αποδεκτές από έναν παγκόσμιο πληθυσμό απ’ ότι θα ήταν η απαγόρευση ή η διακοπή του ίντερνετ και των κοινωνικών δικτύων. Κατά ειρωνικό τρόπο, η «κοινωνική αποστασιοποίηση» διατείνεται τώρα σαν η μεγάλη σωτηρία μιας κοινωνίας που ήταν πάντοτε εδραιωμένη στην αποστασιοποίηση. Ο μόνος τόπος συνάντησης σε μία κοινωνία εμπορευματικής παραγωγής, είναι στην πραγματικότητα, η αγορά – εκεί είναι που τα εμπορεύματα οδηγούν τους παράγωγούς τους και τους καταναλωτές από το χέρι και είναι που εκ μέρους τούς οι άνθρωποι συναντιόνται. Είναι η απουσία αυτών των συναντήσεων, που τώρα απαγορεύτηκαν, η οποία μας εκπλήσσει τόσο πολύ – το κλείσιμο των χώρων δουλειάς και κατανάλωσης. Αλλά ο καπιταλισμός, που ήταν μια κοινωνική σχέση μεσολαβημένη από πράγματα, σχίστηκε σε μια κοινωνική σχέση μεσολαβημένη από εικόνες. Και είναι ήδη δυνατό να είσαι σ’ ένα μέρος χωρίς να βρίσκεσαι εκεί∙ είναι δυνατό να εργάζεσαι (σ’ ένα ορισμένο βαθμό) και να καταναλώνεις (χωρίς όριο) χωρίς να χρειάζεται να φύγεις από το σπίτι. Η μεγάλη υπόσχεση που επαναλήφθηκε από τις διαφημίσεις πως όλος ο κόσμος είναι στο χέρι μας μ’ ένα απλό άγγιγμα της οθόνης –όλα μπορούν ν’ αγοραστούν και να παραδοθούν στα σπίτια μας–  δεν ήταν ανέκαθεν η υπόσχεση ενός εθελοντικού περιορισμού;
  Με αυτή την έννοια, η κατάσταση έκτακτης ανάγκης της πανδημίας φαίνεται να έχει πραγματώσει, τουλάχιστον εν μέρει, το όνειρο του καπιταλισμού. Εάν το δυστοπικό επεισόδιο το οποίο προς το παρόν βιώνουμε αποδειχθεί ένα «ατελείωτο επεισόδιο», δεν θα ήταν δύσκολο να φανταστεί κανείς ένα πληθυσμό τελείως εγκλιματισμένο στις εικονικές σχέσεις και στην απομόνωση που τρέφεται από το Νετφλιξ και τις υπηρεσίες παραδόσης (delivery). Τα ταξίδια θα απαγορευτούν και θα επιτρέπονται μόνο για τις ροές των εμπορευμάτων, ως αποτέλεσμα ενός τομέα παραγωγής κατ’ εξοχήν αυτοματοποιημένης. Το Θέαμα που αγωνιζόταν να καταστρέψει τον δρόμο, να καταργήσει τη συνάντηση και να εξαφανίσει όλους τους χώρους του διαλόγου –να εξουδετερώσει τις εναλλακτικές στην θεαματική ψευδο-επικοινωνία– θα έχει τελικά κερδήσει. Ο πραγματικός χώρος, εγκαταλελειμμένος από τ’ ανθρώπινα όντα που σε περιορισμό και βεβιασμένα θα έχουν τραπεί σε φυγή μέσω της εικονικότητας, θ’ ανήκει αποκλειστικά στα εμπορεύματα. Η ανθρώπινη κυκλοφορία «υποπροϊόν της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων», θα έχει τελικά καταστεί περιττή και ολόκληρος ο κόσμος θα έχει παραχωρηθεί «(σ)τα εμπορεύματα και τα πάθη τούς» (Debord, §168 and §66).
   Αυτό είναι απλώς μια άσκηση της φαντασίας – ένα απίθανο σενάριο προς το παρόν. Είναι ωστόσο, εύκολο να περιμένουμε ότι στο μέλλον θα γίνουμε μάρτυρες μιας αύξησης του ελέγχου στις παγκόσμιες ροές και την κυκλοφορία των ανθρώπων υπό υγειονομικά προσχήματα, με μια προοδευτική κανονικοποίηση των τρέχουσων ασυνήθιστων διαδικασιών (μ’ ένα παρόμοιο τρόπο αυτού που ξέρουμε για την τρομοκρατία μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001). Σε κάθε περίπτωση, είναι πάντοτε απερίσκεπτο να κάνεις προβλέψεις εν μέσω τόσων αβεβαιοτήτων. Αλλά οι στιγμές απαιτούν συλλογισμό και να σκεφτούμε ότι εκείνο που πραγματικά γνωρίζουμε είναι και το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε. Εκείνο που αισθανόμαστε ότι είναι το λιγότερο προβληματικό τούτη τη στιγμή είναι ίσως αυτό που χρειάζεται να θεματοποιηθεί συγκεκριμένα ως πρόβλημα. Μένει να ευελπιστούμε πως η κοινωνική αποστασιοποίηση θα μετατραπεί στο αποτέλεσμα της αποστασιοποίησης (Verfremdungseffekt) με την έννοια που απέδωσε ο Μπρεχτ – εκείνη μιας ρήξης με την αυτόνομη αναπαράσταση της κοινωνίας του θεάματος και των ψευδαισθήσεών της (εκ των οποίων η μεγαλύτερη όλων: εκείνη της καπιταλιστικής οικονομίας,  μίας παρανοϊκής και ακατάπαυστης αναπαραγωγής της αφηρημένης αξίας ενάντια στη ζωή). Μια αποστασιοποίηση σε σχέση με τούτη τη μορφή κοινωνίας: μια ευκαιρία αναγκαία για να επανεξετάσουμε κριτικά τους διαχωρισμούς που την ίδρυσαν και τους περιορισμούς που επιβάλλονται από τον καπιταλισμό στο καθημερινό μας βίο.



[1] (Σ.τ.μ.) Ο συγγραφέας υποννοεί το βιβλίο του που κυκλοφόρησε το 2018 στη Βραζιλία με τίτλο,  Στο Καθρέφτη της Τρομοκρατίας: Τζιχαντ και ΘέαμαNo espelho do terror: jihad e espetáculo , São Paulo: Elefante, 2018.

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2020

Το δέντρο, το δάσος και ένας ιός ανάμεσά τους

Η δύστοπία είναι παρούσα


Του Κώστα Σβόλη

   Θα μπορούσε να είναι σειρά επιστημονικής φαντασίας Netflix, αλλά τυχαίνει να είναι μια παγκόσμια πραγματικότητα με πολλαπλές συνέπειες, που θα βάλει τη σφραγίδα της στον κόσμο που ζούμε.
  Παράλληλα με την επέκταση του ιού επεκτείνεται και γενικεύεται η σύγχυση και ο αποπροσανατολισμός των κοινωνιών. Παραπαίουμε ανάμεσα στη φοβική ψύχωση και στη συνωμοσιολογία. Κοιτάμε το δέντρο και χάνουμε το δάσος, και μαζί με το δάσος χάνουμε και τη δυνατότητα να βρούμε τρόπους και περάσματα προς μια κοινωνική συνθήκη που θα ξεπεράσει τη νοσογόνο φύση του Καπιταλισμού.
   Ο κορονοϊός δεν είναι μια κατασκευή στο πλαίσιο ενός εμπορικού πολέμου ή της επιβολής μιας παγκόσμιας κυριαρχίας όπως φαντάζονται διάφοροι συνωμοσιολόγοι παντός καιρού και ευρέος ιδεολογικού φάσματος. Ο κορονοϊός, όπως και οι υπόλοιπες πανδημίες που έχουν εμφανιστεί τις τελευταίες δεκαετίες, είναι αποτέλεσμα ενός συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής, κατανάλωσης και ζωής στα πλαίσια του Παγκόσμιου Καπιταλισμού. Τεράστιες μεγαλουπόλεις πολλών εκατομμυρίων στις οποίες οι άνθρωποι συνωστίζονται ο ένας πάνω στον άλλο στην κατοικία, στη δουλειά, στη μετακίνηση, στην κατανάλωση κλπ. Ουδείς αγνοεί την κυρίαρχη συνθήκη της υπέρμετρης χρήσης φαρμάκων, αντιβιοτικών, χημικών ουσιών, που μεταλλάσσει τους ιούς σε ακόμα ανθεκτικότερους και κάνει ακόμα πλουσιότερο το βιοτεχνολογικό λόμπυ. Η διατροφή μας βασίζεται όλο και περισσότερο σε έναν βιομηχανικό τρόπο παραγωγής ασύλληπτου όγκου σκουπιδιών, είναι απτή πραγματικότητα η μόλυνση και η εξάντληση του περιβάλλοντος από τη ληστρική επιδρομή των ορδών που εκκινούν από την ακόρεστη δίψα για παραγωγή-κατανάλωση-κέρδος. Ο τομέας του τουρισμού, υδροκεφαλισμένος ως βαριά βιομηχανία, έχει απίστευτες συνέπειες τόσο στο περιβάλλον όσο και στην καθημερινότητα των τοπικών κοινωνιών, στην κουλτούρα τους και φυσικά στις εργασιακές συνθήκες- όλα όψεις της βάρβαρης καπιταλιστικής επέκτασης. Παρακολουθούμε την άνευ όρων απαξίωση της δημόσιας υγείας και τη μετατροπή της σε εμπόρευμα. Σ’ αυτές τις παραμέτρους, στη νοσογόνο φύση του ίδιου του καπιταλισμού, πρέπει να αναζητήσουμε τις αιτίες κάθε είδους πανδημίας (πρότερης, τωρινής και μελλοντικής) και όχι σε ειδεχθή σενάρια που απεργάζονται «σκοτεινά κέντρα» σε κάποιες μυστικές υπηρεσίες ή κονκλάβια.
   Η πανδημία είναι υπαρκτή μαζί με τους κινδύνους που εγκυμονεί για τις κοινωνίες και ιδιαίτερα για τις ευπαθείς ομάδες. Η αναγκαιότητα για τη δημιουργία τρόπων κοινωνικής αυτοάμυνας μέσα από την ενσυναίσθηση, τη σύνεση, την αλληλεγγύη είναι προφανής. Τα σωστά μέτρα για να ξεπεραστεί αυτό που ζούμε είναι στα χέρια των ίδιων των κοινωνιών με τις μορφές αυτοοργάνωσης και αυτενέργειας που οφείλουν να ανακαλύψουν, όχι στην υπεράνω οποιασδήποτε αμφισβήτησης και εν λευκώ ευχέρεια ενός Κράτους-Πανοπτικού, ενός κράτους του φόβου και ελέγχου. Ας βρούμε τους τρόπους να προστατέψουμε τους εαυτούς μας και τους δίπλα μας. Ας νοιαστούμε για αυτούς που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη και ας αναπτύξουμε δίκτυα οργάνωσης της καθημερινής μας άμυνας απέναντι στη νόσο. Πέρα όμως από τις όποιες άμεσες ενέργειες μας ήρθε η ώρα να ξανασκεφτούμε σε ποιον κόσμο θέλουμε να ζούμε και να τον αλλάξουμε αλλάζοντας οι ίδιοι τον τρόπο αντίληψης και τις πρακτικές μας, όχι βέβαια ως ένα ατομικό life style αλλά ως συλλογικοποιημένες δράσεις για την ανάκτηση της ίδιας μας της ζωής.
   Ο καπιταλισμός κινείται πάντα εντός των αντιφάσεών του, τρέφεται από την καταστροφή του, έως ότου καταρρεύσει παρασύροντας και εμάς μαζί του στη δυστοπία ενός αβίωτου κόσμου. Το οικονομικό κόστος της πανδημίας είναι τεράστιο και θα γίνει ακόμα μεγαλύτερο το επόμενο διάστημα – ειδικά για χώρες που βασίζονται στον τουρισμό όπως ή Ελλάδα. Ήρθε λοιπόν η ώρα να ανοίξουμε και πάλι τη συζήτηση μέσα στην κοινωνία, για ένα άλλο κοινωνικό παράδειγμα που δεν θα κουβαλάει τις νοσογόνους παραμέτρους του καπιταλισμού.
   Ο καπιταλισμός χάνει από την καταστροφή των οικονομικών του δραστηριοτήτων, αλλά πάντα (κι αυτό αποδεικνύει η ίδια η ιστορική του διαδρομή) προσβλέπει στα κέρδη της μελλοντικής ανοικοδόμησης – και η ανοικοδόμηση θα πατήσει στα χνάρια που πάταγε ως τώρα και θα είναι το ίδιο καταστροφική και νοσογόνα με αυτήν που ζούμε σήμερα. Κάθε κρίση είναι και μια ευκαιρία. Κάθε ευκαιρία ανοίγει τον δρόμο σε μια νέα κρίση…
   Όσο νεοφιλελεύθερη, δηλαδή ακραία καπιταλιστική, είναι η οικονομία του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, τόσο στηρίζεται σε ένα αυταρχικό κράτος κεντρικού ελέγχου και επιτήρησης που αντιμετωπίζει τις κοινωνίες ως εσωτερικό εχθρό. Το μόνο που έχει να αντιτάξει απέναντι στην πανδημία είναι μια κοινωνία-φυλακή με μηχανισμούς επιτήρησης και εσωτερικευμένου φόβου, πριμοδοτεί την παραίτηση από οποιαδήποτε κοινωνική αυτενέργεια και προωθεί την εμπέδωση του δόγματος ότι τα μόνα νομιμοποιημένα δρώντα υποκείμενα είναι το Κράτος και οι Επιχειρήσεις.
  Κατά την άποψη του γράφοντα αυτό δεν απορρέει από ένα συνειδητό σχέδιο, αλλά από την ίδια τη δομική σύσταση του κράτους ως εξουσιαστικού μηχανισμού, από την ίδια την αντίληψη που έχει ο καπιταλισμός –και άρα οι φυσικοί φορείς της ιδεολογίας του– για το πώς οργανώνεται και λειτουργεί η ανθρώπινη κοινωνία. Ας μην προσπαθούμε λοιπόν να βρούμε κρυμμένα σχέδια και επιτελεία συνωμοσιών και ας χτυπήσουμε κατευθείαν στην καρδιά του κτήνους, στη φύση του Καπιταλισμού, θέτοντας το πρακτικό ζήτημα της ανατροπής του.
 Ο Όργουελ και ο Ζαμιάτιν θα χαμογελούσαν πικρά, βλέποντας την εποχή μας.
  Να αμυνθούμε συλλογικά τόσο απέναντι στη νόσο όσο και απέναντι στον φόβο, να ξαναβρούμε τα μονοπάτια που μας φέρνουν κοντά και μας οδηγούν πέρα από την καπιταλιστική δυστοπία του παρόντος και του μέλλοντος.

Υγ. Ψύχραιμη και εύλογη προσέγγιση του Κώστα για τη πανδημία. Το μόνο που τού ξεφεύγει κατά τη δική μου γνώμη είναι η ατελείωτη λούπα της διαδοχής μεταξύ  ευκαιρίας  και κρίσης.  Ο καπιταλισμός πεθαίνει αργά και σταθερά. Δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει στο μέλλον καμία επανεκκίνηση. Η μετανεωτερικότητα είναι η τελική κρίση του συστήματος - η κοινωνική κατάρρευσή του (όπως υπανίσσεται και η εικόνα που συνοδεύει το ποστ). Με ό,τι συνεπάγεται για τις δυνάμεις της συλλογικής ζωής που θέλουν να το ανατρέψουν.

Δευτέρα 7 Μαΐου 2018

All the king's men



Αναδημοσίευση από τον συντροφικό ιστότοπο Black Out: https://blackout.yfanet.net/keimena/1
 Ένα από τα ωραιότερα κείμενα της Καταστασιακής Διεθνούς για την γλώσσα, το «All the King's Men» δημοσιεύθηκε στο όγδοο τεύχος της ομώνυμης επιθεώρησης τον Ιανουάριο του 1963 και δεν συμπεριλήφθηκε σε καμία ανθολογία των κειμένων τής στα Ελληνικά. Οι Καταστασιακοί επιμένουν σ' ένα από τα τελευταία οχυρά επαναστατικής δυνατότητας για ελεύθερη δράση το οποίο εξακολουθεί να παραμένει ανεκμετάλλευτο στην εποχή μας - σκλαβωμένο στις ορμές του αυτόματου υποκειμένου (Μαρξ) και στην ψευδαίσθηση του θεάματος (Ντεμπόρ). Η εν λόγω κριτική έχει επηρεάσει αναμφίβολα την οπτική που εκθέτω στο κείμενο, «Τι μένει να κάνουν οι ποιητές;» και θα δημοσιευτεί στο προσεχές 5ο τεύχος του περιοδικού Σκαντζόχοιρος, σημειώματα κριτικής παρέα με δύο ακόμη δοκίμια που αφορούν την ποίηση, των Σωτήρη Λυκουργιώτη και Χρήστου Νεδελκόπουλου.

All The King's Men

 Το ζήτημα της γλώσσας βρίσκεται στην καρδιά όλων των αγώνων μεταξύ των δυνάμεων που μάχονται να καταργήσουν την παρούσα αλλοτρίωση κι αυτών που προσπαθούν να την διατηρήσουν· είναι αδιαχώριστο από το συνολικό πεδίο αυτών των αγώνων. Ζούμε μέσα στη γλώσσα όπως μέσα στον μολυσμένο αέρα. Αντίθετα με ό,τι νομίζουν οι ευφυολόγοι, οι λέξεις δεν παίζουν. Κι ούτε κάνουν έρωτα, όπως νόμιζε ο Μπρετόν, παρά μόνο στα όνειρα. Οι λέξεις εργάζονται – για λογαριασμό της κυρίαρχης οργάνωσης της ζωής. Και παρ’ όλα αυτά δεν έχουν πλήρως αυτοματοποιηθεί· δυστυχώς για τους θεωρητικούς της πληροφορίας, οι λέξεις δεν είναι καθ’ εαυτές “πληροφοριακές”· ενσαρκώνουν δυνάμεις που μπορούν να αναστατώσουν τους πλέον προσεκτικούς υπολογισμούς. Οι λέξεις συνυπάρχουν με την εξουσία, κι έχουν μια σχέση ανάλογη μ’ αυτήν που έχουν οι προλετάριοι (είτε με τη σύγχρονη είτε με την κλασική έννοια του όρου) με την εξουσία. Τις βάζουν να δουλεύουν σχεδόν συνεχώς, τις εκμεταλλεύονται όλη την ώρα προσπαθώντας να ξεζουμίσουν απ’ αυτές οποιοδήποτε νόημα ή ανοησία, κι όμως παραμένουν ακόμη κατά μία έννοια ουσιαστικά ξένες κι άγνωστες.
Η εξουσία παρουσιάζει μόνο το διαστρεβλωμένο, επίσημο νόημα των λέξεων· τις εξαναγκάζει, τρόπος του λέγειν, να χτυπάνε κάρτα, ορίζει τη θέση τους στην παραγωγική διαδικασία (όπου ορισμένες εμφανώς δουλεύουν υπερωρίες) και τις πληρώνει μεροκάματο. Σε σχέση με τη χρήση των λέξεων, ο Χάμπτυ Ντάμπτυ του Λιούις Κάρολ παρατηρεί σωστά ότι «Το ζήτημα είναι ποιος θα ’ναι ο κύριός τους – και τίποτ’ άλλο». Και δηλώνει, ως κοινωνικά υπεύθυνος εργοδότης, ότι πληρώνει υπερωριακά αυτές που απασχολεί υπερβολικά. Χρειάζεται επίσης να κατανοήσουμε την ανυπακοή των λέξεων, τη λιποταξία τους, την ξεκάθαρη αντίστασή τους – φαινόμενα που εκδηλώνονται σ’ όλη τη μοντέρνα γραφή (από τον Μπωντλαίρ μέχρι τους ντανταϊστές και τον Τζόις) ως συμπτώματα της γενικότερης επαναστατικής κρίσης της κοινωνίας.
Υπό τον έλεγχο της εξουσίας, η γλώσσα κατονομάζει πάντοτε κάτι διαφορετικό από την αυθεντική εμπειρία. Και ακριβώς γι’ αυτό το λόγο η συνολική της αμφισβήτηση είναι εφικτή. Η οργάνωση της γλώσσας έχει περιπέσει σε τέτοια σύγχυση ώστε η επιβαλλόμενη από την εξουσία επικοινωνία αποκαλύπτεται ως εξαπάτηση και κοροϊδία. Μία, σε εμβρυακό ακόμη επίπεδο, εξουσία της κυβερνητικής πασχίζει μάταια να υποτάξει τη γλώσσα στον έλεγχο των μηχανών που ελέγχει, κατά τρόπον ώστε η πληροφορία να καταστεί η μόνη δυνατή επικοινωνία. Όμως ακόμη και σ’ αυτό το πεδίο εκδηλώνονται αντιστάσεις· η ηλεκτρονική μουσική μπορεί να θεωρηθεί ως προσπάθεια (προφανώς περιορισμένη και συγκεχυμένη) να αντιστραφεί η σχέση κυριαρχίας, μεταστρέφοντας τις μηχανές προς όφελος της γλώσσας. Όμως η πραγματική αντιπαράθεση είναι πολύ πιο γενική και πολύ πιο ριζοσπαστική. Καταγγέλλει κάθε μονόπλευρη “επικοινωνία”, είτε αυτή έχει την παλιά μορφή της τέχνης είτε τη σύγχρονη μορφή της ιδεολογίας της πληροφορικής. Αναγγέλλει μια επικοινωνία που υπονομεύει κάθε διαχωρισμένη εξουσία. Εκεί όπου υπάρχει επικοινωνία δεν υπάρχει κράτος.
Η εξουσία ζει χάρη σε κλεμμένα αγαθά. Δεν δημιουργεί τίποτε, επαναφομοιώνει. Αν δημιουργούσε το νόημα των λέξεων, δεν θα υπήρχε ποίηση – μόνο χρήσιμες “πληροφορίες”. Οι αντίπαλοί της δεν θα μπορούσαν να εκφραστούν με τη γλώσσα· οι αρνήσεις θα βρίσκονταν εκτός γλώσσας, θα ήταν καθαρά λεττριστικές. Τι άλλο είναι η ποίηση παρά η επαναστατική στιγμή της γλώσσας, αδιαχώριστη από τις επαναστατικές στιγμές της ιστορίας και από την ιστορία της προσωπικής ζωής;
Ο ασφυκτικός έλεγχος της εξουσίας επί της γλώσσας είναι παρόμοιος με τον ασφυκτικό έλεγχο που ασκεί στην ολότητα. Μόνο μια γλώσσα που έχει στερηθεί κάθε άμεση αναφορά στην ολότητα μπορεί να χρησιμεύσει ως βάση της πληροφορίας. Η πληροφορία είναι η ποίηση της εξουσίας, η αντι-ποίηση του νόμου και της τάξης, η διαμεσολαβημένη πλαστοποίηση του υπάρχοντος. Αντιθέτως, η ποίηση πρέπει να νοηθεί ως αδιαμεσολάβητη επικοινωνία εντός της πραγματικότητας και ως πραγματική μετατροπή αυτής της πραγματικότητας. Δεν είναι παρά η απελευθερωμένη γλώσσα, η γλώσσα που ανακτά τον πλούτο της, η γλώσσα που σπάει τις άκαμπτες σημασιοδοτήσεις της και συγχρόνως ενστερνίζεται λέξεις, μουσικές, κραυγές, χειρονομίες, ζωγραφική, μαθηματικά, γεγονότα, πράξεις. Και μ’ αυτόν τον τρόπο η ποίηση στηρίζεται στον πλούτο των δυνατοτήτων να ζήσει κανείς και ν’ αλλάξει τη ζωή του σε μια δεδομένη κοινωνικοοικονομική δομή. Δεν χρειάζεται να πούμε ότι αυτή η σχέση της ποίησης με την υλική της βάση δεν είναι σχέση μονόπλευρης υποτέλειας αλλά αλληλεπίδρασης.
Η επανανακάλυψη της ποίησης μπορεί να γίνει αδιαχώριστη από την επανεφεύρεση της επανάστασης, όπως έχει φανεί σε συγκεκριμένες φάσεις της μεξικάνικης, της κουβανέζικης και της κονγκολέζικης επανάστασης. Εκτός όμως των επαναστατικών περιόδων, οπότε οι μάζες γίνονται ποιητές εν δράσει, οι μικροί κύκλοι της ποιητικής περιπέτειας μπορούν να θεωρηθούν τα μόνα μέρη όπου ζει ακόμα η επαναστατική ολότητα – μη συνειδητή αλλά τόσο κοντινή δυνατότητα, σαν τη σκιά ενός απόντος προσώπου. Αυτό που ονομάζουμε ποιητική περιπέτεια είναι κάτι δύσκολο, επικίνδυνο και ουδέποτε εγγυημένο (είναι, στην πραγματικότητα, το σύνολο των συμπεριφορών που είναι σχεδόν αδύνατες σε μια δεδομένη εποχή). Μπορούμε να είμαστε σίγουροι μόνο για το τι δεν είναι πλέον η ποιητική περιπέτεια: η ψευδής, επίσημα ανεκτή ποίηση. Έτσι, ενώ ο σουρεαλισμός στο αποκορύφωμα της επίθεσής του ενάντια στην καταπιεστική τάξη της κουλτούρας και της καθημερινής ζωής μπορούσε σωστά να ορίσει το οπλοστάσιό του ως «ποίηση χωρίς ποιήματα εάν είναι αναγκαίο», το ζήτημα σήμερα για την Καταστασιακή Διεθνή είναι μια ποίηση αναγκαστικά χωρίς ποιήματα. Όσα λέμε για την ποίηση δεν έχουν καμιά σχέση με τους διανοητικά καθυστερημένους αντιδραστικούς οποιασδήποτε νεοστιχοπλοκής, ακόμα κι αν αυτή ακολουθεί τον λιγότερο απαρχαιωμένο μορφικό μοντερνισμό. Να πραγματώσουμε την ποίηση δεν σημαίνει παρά συγχρόνως κι αδιαχώριστα να δημιουργήσουμε τόσο γεγονότα όσο και τη γλώσσα τους.
Οι γλώσσες οποιασδήποτε κοινωνικής υποομάδας –είτε πρόκειται γι’ αυτές των άτυπων ομαδοποιήσεων της νεολαίας είτε για τις γλώσσες που αναπτύσσουν τα σημερινά πρωτοποριακά ρεύματα για εσωτερική τους χρήση καθώς αναζητούν την ταυτότητά τους είτε για εκείνες που σε προηγούμενες εποχές μεταφέρθηκαν μέσω της υπάρχουσας ποιητικής παραγωγής, όπως το trobar clus και το dolce stil nuovo– όλες αυτές στοχεύουν και επιτυγχάνουν μια ορισμένη άμεση, διαφανή επικοινωνία, αμοιβαία αναγνώριση, συμφωνία. Όμως αυτές οι απόπειρες υπήρξαν το έργο μικρών, ποικιλοτρόπως απομονωμένων ομάδων. Οι γιορτές και τα γεγονότα που δημιούργησαν παρέμεναν υποχρεωτικά οριοθετημένα. Ένα από τα προβλήματα της επανάστασης είναι πώς θα ομοσπονδιοποιηθούν αυτού του είδους τα σοβιέτ, αυτά τα επικοινωνιακά συμβούλια, έτσι ώστε να διαχυθεί παντού μια άμεση επικοινωνία που δεν θα χρειάζεται πλέον να καταφεύγει στα δίκτυα επικοινωνίας του εχθρού (δηλαδή στη γλώσσα της εξουσίας) και θα ’ναι ικανή να μεταμορφώσει τον κόσμο σύμφωνα με τις επιθυμίες της.
Το ζήτημα δεν είναι να βάλουμε την ποίηση στην υπηρεσία της επανάστασης, αλλά μάλλον να βάλουμε την επανάσταση στην υπηρεσία της ποίησης. Μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο η επανάσταση δεν προδίδει το ίδιο της το εγχείρημα. Δεν θα επαναλάβουμε το λάθος των σουρεαλιστών, οι οποίοι τέθηκαν στην υπηρεσία της επανάστασης τη στιγμή ακριβώς που αυτή είχε πάψει να υπάρχει. Συνδεδεμένος με την ανάμνηση μιας μερικής επανάστασης που συνετρίβη ταχύτατα, ο σουρεαλισμός ταχύτατα μετεβλήθη σε έναν ρεφορμισμό του θεάματος, σε μια κριτική συγκεκριμένων μορφών του κυρίαρχου θεάματος η οποία εκπορευόταν από την δεσπόζουσα οργάνωση του θεάματος. Οι σουρεαλιστές φαίνεται ότι παρέβλεψαν το γεγονός ότι κάθε εσωτερική βελτίωση ή εκσυγχρονισμός του θεάματος μεταφράζεται από την εξουσία στη δική της κωδικοποιημένη γλώσσα, της οποίας το κλειδί κατέχει αποκλειστικά.
Όλες οι επαναστάσεις γεννήθηκαν μέσα στην ποίηση, δημιουργήθηκαν πρώτ’ απ’ όλα χάρη στη δύναμη της ποίησης. Είναι ένα φαινόμενο που εξακολουθεί να διαφεύγει από τους θεωρητικούς της επανάστασης –και πράγματι δεν μπορεί να γίνει κατανοητό αν κανείς εξακολουθεί να μένει προσκολλημένος στην παλιά αντίληψη για την επανάσταση ή για την ποίηση–, το οποίο όμως γενικώς έχει γίνει αντιληπτό από τους αντεπαναστάτες. Η ποίηση όποτε εμφανίζεται τους φοβίζει· κάνουν ό,τι μπορούν για να απαλλαγούν απ’ αυτήν, χρησιμοποιώντας κάθε είδους εξορκισμό, από την καταδίκη στην πυρά μέχρι τις καθαρές στιλιστικές μελέτες. Η κάθε στιγμή αληθινής ποίησης, η οποία έχει «όλο το χρόνο του κόσμου πίσω της», ζητάει σταθερά να αναπροσανατολίσει όλο τον κόσμο κι ολόκληρο το μέλλον προς τον δικό της σκοπό. Κι όσο διαρκεί, απαιτεί την εξάλειψη των συμβιβασμών. Επαναφέρει στο προσκήνιο όλες τις εκκρεμότητες του παρελθόντος. Ο Φουριέ και ο Πάντσο Βίγια, ο Λωτρεαμόν και οι dinamiteros των Αστούριας –που οι επίγονοί τους εφευρίσκουν σήμερα νέες μορφές απεργιών–, οι ναύτες της Κρονστάνδης και του Κιέλου, κι όλοι αυτοί σ’ ολόκληρο τον κόσμο, μαζί μας ή χωρίς εμάς, που προετοιμάζονται για την μακρά επανάσταση, είναι οι αγγελιοφόροι της νέας ποίησης.
Η ποίηση γίνεται ολοένα και πιο ξεκάθαρα ο κενός χώρος, η αντιύλη της καταναλωτικής κοινωνίας, αφού δεν είναι καταναλώσιμη (σύμφωνα με τα σύγχρονα κριτήρια του καταναλώσιμου αντικειμένου: ένα αντικείμενο που έχει ισότιμη αξία για καθέναν από τη μάζα των απομονωμένων παθητικών καταναλωτών). Η ποίηση δεν είναι τίποτα όταν τσιτάρεται, μπορεί μόνο να μεταστρέφεται, να επανενεργοποιείται. Διαφορετικά, η μελέτη της ποίησης του παρελθόντος καταντάει ακαδημαϊκή άσκηση. Η ιστορία της ποίησης γίνεται απλώς τρόπος διαφυγής από την ποίηση της ιστορίας – αν ως ιστορία δεν αντιλαμβανόμαστε τη θεαματική ιστορία των κυρίαρχων, αλλά την ιστορία της καθημερινής ζωής και τις δυνατότητες απελευθέρωσής της, την ιστορία κάθε προσωπικής ζωής και την πραγματοποίησή της.
Δεν πρέπει να αφήσουμε αμφιβολίες για το ρόλο των “συντηρητών” της παλιάς ποίησης, αυτών που συντελούν στη διάδοσή της, τη στιγμή που το κράτος, γι’ αρκετά διαφορετικούς λόγους, εξαλείφει τον αναλφαβητισμό. Αυτοί οι άνθρωποι αποτελούν απλώς ένα ιδιαίτερο είδος διοργανωτών εκθέσεων σε μουσεία. Ένας μεγάλος αριθμός ποιητικών έργων διατηρείται με φυσικό τρόπο σ’ ολόκληρο τον κόσμο, αλλά δεν υπάρχουν πουθενά οι τόποι, οι στιγμές ή οι άνθρωποι που θα τα αναζωογονήσουν, θα τα επικοινωνήσουν, θα τα χρησιμοποιήσουν. Και δεν θα μπορούσαν ποτέ να υπάρξουν παρά μόνο με τον τρόπο της μεταστροφής, αφού η κατανόηση της ποίησης του παρελθόντος έχει αλλάξει, εξαιτίας τόσο της απώλειας όσο και της απόκτησης γνώσεων· κι ακόμη, επειδή κάθε φορά που παλαιότερη ποίηση μπορεί να επανανακαλύπτεται με δραστικό τρόπο, αποκτά σε μεγάλο βαθμό νέο νόημα, αφού τοποθετείται στο πλαίσιο διαφορετικών γεγονότων. Πάνω απ’ όλα όμως, μια κατάσταση όπου η ποίηση μπορεί να υπάρξει δεν πρέπει να επαναλάβει τις αποτυχίες του παρελθόντος (τα ανεστραμμένα ερείπια της ιστορίας της ποίησης που παρουσιάζονται ως λαμπρά ποιητικά μνημεία). Μια τέτοια κατάσταση τείνει προς την επικοινωνία –και την πιθανή επικράτηση– της δικιάς της ποίησης.
Τη στιγμή που η ποιητική αρχαιολογία αποκαθιστά συλλογές παλαιότερης ποίησης, και μάλιστα με απαγγελίες ειδικών σε δίσκους βινυλίου για το νεοαναλφάβητο κοινό που δημιουργεί το σύγχρονο θέαμα, όσοι ασχολούνται με την πληροφορία προσπαθούν να απαλλαγούν απ’ όλα τα “πλεονάσματα” ελευθερίας, έτσι ώστε απλώς να μεταδίδουν διαταγές. Οι θεωρητικοί της αυτοματοποίησης στοχεύουν σαφώς στην παραγωγή μιας αυτόματης θεωρητικής σκέψης, περιορίζοντας και εξαλείφοντας τις ποικιλίες τόσο στη ζωή όσο και στη γλώσσα. Όμως αυτές εξακολουθούν να τους κάθονται στο λαιμό! Οι μεταφραστικές μηχανές, για παράδειγμα, που αρχίζουν να εξασφαλίζουν την πλανητική τυποποίηση της πληροφορίας συγχρόνως με την πληροφοριακή αναθεώρηση του πολιτισμού που προηγήθηκε, πέφτουν θύματα του ίδιου τους του προγραμματισμού, από τον οποίο αναπόφευκτα διαφεύγουν τα νέα νοήματα που μπορεί να αποκτήσει μία λέξη καθώς και οι προηγούμενες διαλεκτικά αντιφατικές της σημασίες. Έτσι η ζωή της γλώσσας –η οποία συνδέεται με τις εξελίξεις στη θεωρητική κατανόηση («Οι ιδέες βελτιώνονται· το νόημα των λέξεων συμμετέχει σ’ αυτή τη βελτίωση»)– εξορίζεται από το μηχανιστικό πεδίο του επίσημου λόγου. Αλλά αυτό σημαίνει επίσης ότι η ελεύθερη σκέψη μπορεί να οργανώνεται κρυφά, απρόσιτη από τις τεχνικές της πληροφοριακής αστυνομίας. Η αναζήτηση ευκρινών σημάτων και στιγμιαίας δυαδικής ταξινόμησης συνδέεται τόσο ξεκάθαρα με την υπάρχουσα εξουσία που απαιτεί μια αντίστοιχη κριτική. Ακόμη και με τις πλέον παραληρηματικές διατυπώσεις τους, οι θεωρητικοί της πληροφορίας δεν είναι παρά αδέξιοι προάγγελοι του μέλλοντος που έχουν επιλέξει, του ίδιου αυτού θαυμαστού καινούριου κόσμου για τον οποίο εργάζονται οι κυρίαρχες δυνάμεις της παρούσας κοινωνίας – την ενίσχυση του κράτους της κυβερνητικής. Είναι οι υποτελείς των αρχόντων του τεχνοκρατικού φεουδαλισμού που συγκροτείται σήμερα. Δεν υπάρχει αθωότητα στα καραγκιοζιλίκια τους· είναι οι γελωτοποιοί του βασιλιά.
Η επιλογή μεταξύ της ιδεολογίας της πληροφορίας από τη μια και της ποίησης από την άλλη δεν έχει πλέον να κάνει με την ποίηση του παρελθόντος, όπως ακριβώς και οι διάφορες παραλλαγές που προέκυψαν από το κλασικό επαναστατικό κίνημα δεν μπορούν πλέον, οπουδήποτε στον κόσμο, να θεωρηθούν μέρος μιας πραγματικά εναλλακτικής λύσης στην επικρατούσα οργάνωση της ζωής. Η καταδίκη τους μας ωθεί να αναγγείλουμε την ολική εξαφάνιση της ποίησης με τις παλιές μορφές παραγωγής και κατανάλωσής της, και συγχρόνως την επιστροφή της με μορφές δραστικές κι αιφνίδιες. Η εποχή μας δεν χρειάζεται πια να εξαντλεί την έμπνευσή της σε ποιητικούς ρυθμούς· πρέπει να τους θέτει σ’ εφαρμογή. 


Υγ. Παραθέτω κι ένα ακόμη ανέκδοτο κείμενο της Καταστασιακής Διεθνούς από το πρώτο της τεύχος: Η πικρή νίκη του Σουρεαλισμού

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

Η πικρή νίκη του σουρεαλισμού



Αναδημοσίευση από τη διεύθυνση: http://thebaddayswillend.wordpress.com/2014/08/26/128/ 
Δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος της Καταστασιακής Διεθνούς τον Ιούνη του 1958 σαν εισαγωγικό κείμενο των σημειώσεων της σύνταξης και δεν είχε ποτέ μεταφραστεί στα ελληνικά.



Η επιτυχία του σουρεαλισμού συνδέεται με το γεγονός ότι η πιο σύγχρονη πλευρά της ιδεολογίας αυτής της κοινωνίας έχει αποκηρύξει μια αυστηρή ιεραρχία πλαστών αξιών και χρησιμοποιεί ανοιχτά την ανορθολογικότητα, συμπεριλαμβανομένων των υπολειμμάτων του σουρεαλισμού.
Έκθεση για την Κατασκευή καταστάσεων, Ιούνιος 1957
  Ο σουρεαλισμός κατάφερε να νικήσει – αλλά μονάχα στο πλαίσιο ενός κόσμου που εξακολουθεί να χρειάζεται ριζικό μετασχηματισμό. Καθώς ο σουρεαλισμός δεν προσδοκούσε τίποτα λιγότερο από την ανατροπή της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης, η επιτυχία του τον έστρεψε ενάντια στον εαυτό του. Εν τω μεταξύ, η συνεχιζόμενη καθυστέρηση της μαζικής δράσης που επιδιώκει αυτή την ανατροπή σε συνδυασμό με τις ανεπάρκειες της πολιτιστικής παραγωγής και τις άλλες αντιφάσεις του αναπτυγμένου καπιταλισμού υποβίβασαν το σουρεαλισμό σε μια ατελείωτη παρέλαση εκφυλισμένων επαναλήψεων.
  Μέσα στις συνθήκες ζωής που αντιμετώπισε και παρέτεινε μέχρι τώρα, ο σουρεαλισμός δεν μπορεί να υπερβεί τον θλιβερό χαρακτήρα του επειδή αποτελεί ήδη, στην ολότητά του, ένα συμπλήρωμα της τέχνης και της ποίησης που καταργήθηκαν από τον ντανταϊσμό και επειδή όλα τα διαβήματά του βρίσκονται πέρα από τον σουρεαλιστικό επίλογο στην ιστορία της τέχνης, καθώς συνδέονται με τα προβλήματα της δημιουργίας μιας πραγματικής ζωής. Εκείνοι που προσπαθούν να τοποθετηθούν μετά το σουρεαλισμό ανακαλύπτουν εκ νέου ερωτήματα που προηγούνται του σουρεαλισμού (ντανταϊστική ποίηση και θέατρο, επίσημες έρευνες για το στυλ της συλλογής “Mont-de-Piété”). Σε μεγάλο βαθμό, επομένως, οι γραφικές καινοτομίες μέσω των οποίων προσέλκυσαν την προσοχή μετά το τέλος του πολέμου είναι απλώς απομονωμένες και μεγαλοποιημένες λεπτομέρειες που αλιεύονται – μυστικά – στο πομπώδες τέλμα των σουρεαλιστικών συνεισφορών (στις αρχές του 1958 ο Μαξ Ερνστ επισήμανε, επ’ ευκαιρία μιας έκθεσης στο Παρίσι, αυτά που είχε μάθει από τον Πόλοκ το 1942).
  Ο σύγχρονος κόσμος έχει καλύψει το προβάδισμα που είχε κάποτε ο σουρεαλισμός απέναντί του. Οι εκδηλώσεις καινοτομίας σε προηγμένους κλάδους (όπως οι νέες επιστημονικές τεχνικές) έχουν υιοθετήσει μια σουρεαλιστική εμφάνιση: το 1955, ένα ρομπότ στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ έγραψε ένα ερωτικό γράμμα που θα μπορούσε άνετα να θεωρηθεί υπόδειγμα αυτόματης γραφής εκ μέρους ενός ταλαντούχου σουρεαλιστή. Αυτή η εξέλιξη της πραγματικότητας δείχνει ότι, εφόσον απουσιάζει η επανάσταση, καθετί που συνιστούσε κάποτε ένα περιθώριο ελευθερίας για το σουρεαλισμό έχει αφομοιωθεί και χρησιμοποιείται από τον καταπιεστικό κόσμο ενάντια στον οποίο πάλευαν οι σουρεαλιστές.
  Η χρήση μαγνητοφώνων για τη διδασκαλία κοιμώμενων ατόμων περιορίζει τον πλούτο των ονείρων στην εξυπηρέτηση γελοίων και αποκρουστικών ωφελιμιστικών σκοπών. Ωστόσο, η πιο ξεκάθαρη εκδήλωση αφομοίωσης των ανατρεπτικών ανακαλύψεων του σουρεαλισμού είναι η αξιοποίηση της αυτόματης γραφής και των συλλογικών παιχνιδιών που θεμελιώνονται σε αυτήν από μια μέθοδο αλίευσης ιδεών, η οποία είναι γνωστή στις Ηνωμένες Πολιτείες ως καταιγισμός ιδεών (brainstorming). Στο περιοδικό France Observateur, o rard Lauzun γράφει σχετικά με αυτή τη λειτουργία:
Σε μια συνεδρία περιορισμένης διάρκειας (από δέκα λεπτά έως μία ώρα), ένας μικρός αριθμός ανθρώπων (από έξι έως δεκαπέντε άτομα) έχουν την απόλυτη ελευθερία να εκφράσουν τις ιδέες τους, όσο το δυνατόν περισσότερες ιδέες – ασχέτως πόσο αλλόκοτες είναι αυτές – χωρίς να διατρέχουν κανένα κίνδυνο λογοκρισίας. Η ποσότητα των ιδεών είναι πιο σημαντική από την ποιότητά τους.  Απαγορεύεται αυστηρά να ασκήσει κάποιος κριτική σε μια ιδέα που εκφράζεται από έναν συμμετέχοντα ή ακόμα και να χαμογελάσει ενώ εκείνος μιλάει. Επιπλέον, καθένας έχει το απόλυτο δικαίωμα να λεηλατήσει τις προηγούμενες ιδέες προκειμένου να τους προσδώσει αξιοπιστία. Ο στρατός, η κυβέρνηση και η αστυνομία έχουν βρει επίσης τρόπους χρησιμοποίησης αυτής της μεθόδου. Η ίδια η επιστημονική έρευνα υποκαθίσταται από συνεδρίες καταιγισμού ιδεών σε συνόδους και “συζητήσεις στρογγυλής τραπέζης”. Αν ένας κινηματογραφικός παραγωγός του CFPI χρειάζεται έναν τίτλο για την ταινία του, οκτώ άτομα μπορούν να υποβάλουν εβδομήντα προτάσεις μέσα σε περίπου δεκαπέντε λεπτά! Κι έπειτα, ένα σύνθημα: εκατόν τέσσερα συνθήματα μέσα σε τριάντα τέσσερα λεπτά, εκ των οποίων κρατούνται δύο. Η απερισκεψία, η ανορθολογικότητα, οι ανοησίες και οι ξαφνικές αλλαγές θέματος αποτελούν τον κανόνα. Η ποιότητα παραχωρεί τη θέση της στην ποσότητα. Ο βασικός στόχος αυτής της μεθόδου είναι η εξάλειψη των ποικίλων εμποδίων που προέρχονται από τους κοινωνικούς περιορισμούς, από τη συστολή ή το τρακ που απαγορεύουν συχνά σε ορισμένους ανθρώπους να μιλήσουν κατά τη διάρκεια συναντήσεων ή διοικητικών συνεδρίων, να διατυπώσουν βλακώδεις προτάσεις που, ωστόσο, ίσως περιέχουν κάποιον κρυμμένο θησαυρό! Καθώς εξαλείφονται αυτά τα εμπόδια, μπορούμε πλέον να δούμε ότι οι άνθρωποι μιλάνε και, κυρίως, ότι ο καθένας έχει κάτι να πει…
  Ορισμένοι Αμερικανοί μάνατζερ αντιλήφθηκαν γρήγορα τη σημασία μιας τέτοιας τεχνικής στο επίπεδο των εργασιακών σχέσεων: αυτοί που είναι σε θέση να εκφραστούν μπορούν να κερδίσουν περισσότερα. «Οργανώστε συνεδρίες καταιγισμού ιδεών για μας!», λένε στους ειδικούς. «Αυτό θα δείξει στους υπαλλήλους μας ότι ενδιαφερόμαστε για τις ιδέες τους, διότι τους ρωτάμε ποια είναι η γνώμη τους!» Αυτή η τεχνική μετατρέπεται γρήγορα σε εμβόλιο ενάντια στον ιό της επανάστασης.

Μετάφραση: Πριονιστήριο το Χρυσό Χέρι
Αύγουστος 2014

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2014

Σε ποιον ανήκουν η γη, τα φυλλώματα, το νερό;

Κωνσταντίνος Μαλέας: Τοπίο από τη Νάξο 

του Φώτη Τερζάκη

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή τον Νοέμβριο του 1999.

   ΟΤΙ Ο ΓΥΜΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ελεύθερο κάμπινγκ είναι εδώ και χρόνια υπό άτυπο διωγμό είναι σε όλους γνωστό· ο αυστηρός νόμος ενός αχαρακτήριστου υπουργού τού ΠΑΣΟΚ, προστάτη άθλιων και εγκληματικών εργολαβικών συμφερόντων, ήταν απλώς η τελική πράξη που ήρθε να το επικυρώσει. Όσοι προσπερνούν αδιάφορα το θέμα με τη σκέψη ότι στο κάτω-κάτω δεν είναι ελεύθεροι κατασκηνωτές, οφείλουν να γνωρίζουν τι ακριβώς διακυβεύεται εδώ - κι εκείνο που νομιμοποιούν με την παθητική τους αποδοχή. 
    Κατ' αρχάς ποιος ενοχλείται από το ελεύθερο κάμπινγκ, και για ποιο λόγο;
Το συνηθέστερο επιχείρημα είναι ότι πρόκειται για την περιφρούρηση τής καθαριότητας των ακτών. Όλοι όμως γνωρίζουν ότι οι εκ συστήματος ελεύθεροι κατασκηνωτές είναι άνθρωποι με βαθιά περιβαλλοντική ευαισθησία και στην πράξη οι μόνοι που έχουν άμεσο συμφέρον από τη διατήρηση ενός καθαρού και ανεκμετάλλευτου φυσικού περιβάλλοντος - προκειμένου να το βρουν στην ίδια κατάσταση τον επόμενο χρόνο. Όλοι γνωρίζουν ότι πραγματική μάστιγα των ακτών είναι τα μικροαστικά στίφη που ενσκήπτουν οπουδήποτε φτάνει άσφαλτος και υπάρχουν κέντρα διασκέδασης, οι λεγόμενοι εκδρομείς τού Σαββατοκύριακου, που αφήνουν συστηματικά πίσω τους τα θλιβερά τεκμήρια τής καταναλωτικής τους αδηφαγίας. Κατά συνέπεια, ένας μόνο λόγος μένει, ο οποίος ποτέ δεν κατονομάζεται ανοιχτά, που δικαιολογεί μια τέτοια απαγόρευση: τα συμφέροντα των κατά τόπους ξενοδόχων, δωματιούχων και ιδιοκτητών οργανωμένων κάμπινγκ.
   Η τάξη αυτών των επιχειρηματιών, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι αυτοσχέδιοι ερασιτέχνες που συμπληρώνουν τα εισοδήματα τους από άλλες δουλειές παρέχοντας πρόχειρες και κακής ποιότητας υπηρεσίες, διογκώθηκε αναπάντεχα μέσα στην τελευταία εικοσιπενταετία, όταν η αυξανόμενη τουριστική κίνηση στα ελληνικά νησιά τροφοδότησε για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού το πιο τυπικό νεοελληνικό όνειρο: γρήγορα και άκοπα κέρδη. Τσιμέντωσαν όπως-όπως τις ακτές, άνοιξαν δρόμους για αυτοκίνητα, έχτισαν δωμάτια, καφετέριες και εστιατόρια και έγιναν φορτικοί κυνηγοί πελατών σε λιμάνια και παραλίες. Από το όλο σχέδιο δεν εξαιρούνται βεβαίως και οι μεγάλοι, επαγγελματίες επενδυτές τού τουριστικού τομέα, οι οποίοι, διαθέτοντας υλικά και πολιτικά μέσα, επιτάχυναν τη συνολική διαδικασία. Το ρεύμα όμως τού τουρισμού έχει κάπως ανακοπεί αυτήν την τελευταία δεκαετία. Έτσι, μένοντας με άδεια τα δωμάτια και τα καταστήματα τους (που κανείς δεν τους ζήτησε να φτιάξουν), δεν έχουν άλλο τρόπο από το να εξαναγκάσουν ένα κοινό να καταναλώσει τις υπηρεσίες τους. Να παραγάγουν δηλαδή με κάθε τεχνητό μέσο μια ζήτηση.
   Δυστυχώς, το ίδιο το κράτος είναι δέσμιο αυτής τής καταστροφικής επιχειρηματικής λογικής. Σε υπουργικό επίπεδο ο τουρισμός γίνεται αντιληπτός ως μια μεγάλης κλίμακας επιχείρηση που πρέπει να απορροφήσει επενδύσεις και να αποφέρει υπολογίσιμα κέρδη. Πρέπει ως εκ τούτου να χτυπηθεί ο «φτωχός» τουρισμός και η αριθμητική μείωση των επισκεπτών να αντισταθμιστεί από μια υπέρογκη κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών. Με άλλα λόγια, ολόκληρο το περιβάλλον βιομηχανοποιείται, συσκευάζεται καταλλήλως και προσφέρεται ως ακριβό εμπόρευμα στην αγορά τής οργανωμένης αναψυχής.
   Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη οξυδέρκεια για να καταλάβει κανείς ότι η βιομηχανοποίηση τού περιβάλλοντος πλήττει πρώτα-πρώτα το ίδιο το αγαθό που φιλοδοξεί να πουλήσει. Ένας από τους λόγους τού μεγάλου τουριστικού ενδιαφέροντος που παρουσίαζε η Ελλάδα τής δεκαετίας τού '70 είναι ότι παρείχε αφειδώς μια σχετικά αμόλυντη και παρθένα φύση η οποία έχει προ πολλού εξαφανιστεί από τις άλλες μεσογειακές ακτές (τής Ιταλίας, για παράδειγμα, ή τής Ισπανίας) ακριβώς εξαιτίας τής βιομηχανοποίησης τού τουρισμού σε αυτές τις χώρες. Στους παράγοντες τής τουριστικής κάμψης τής τελευταίας δεκαετίας οφείλει να συνυπολογιστεί η ίδια η αύξηση τού κόστους (σε συνδυασμό με την χαμηλή ποιότητα) των προσφερόμενων υπηρεσιών αλλά και η σταδιακή υποβάθμιση τού φυσικού περιβάλλοντος που ήταν προϊόν αυτής καθαυτής τής οικονομικής «αξιοποίησης» του. Πρέπει να είναι τυφλός κάποιος για να μη βλέπει ότι, μακροπρόθεσμα, η εμπορική εκμετάλλευση τής φύσης και η αιχμαλώτιση τού περιβάλλοντος στα συμφέροντα μιας βιομηχανίας αναψυχής θα καταστρέφει αναπότρεπτα το ίδιο το προς πώληση αγαθό και θα υπονομεύει σταθερά την ίδια την επιδίωξη τού κέρδους.
   Η απαγόρευση τού ελευθέρου κάμπινγκ είναι μια ολοκληρωτική πολιτική με βαρύνουσες κοινωνικές, οικονομικές και οικολογικές σημασίες. Στο κοινωνικό επίπεδο αποστερεί από τους λεγόμενους «φτωχούς» πολίτες (κι εδώ αφορά κατεξοχήν τους «φτωχούς» από επιλογή, εκείνους που έχουν διαλέξει να ζουν με χαμηλό επίπεδο καταναλωτικών αναγκών) το αναφαίρετο δικαίωμα να χαίρονται τις φυσικές ομορφιές τής χώρας τους και κατά τρόπον τέτοιο, τους εξαναγκάζει να ενταχθούν στο ανελέητο παιχνίδι τού παραγωγισμού και τής κατανάλωσης με την απειλή ενός πρόσθετου κοινωνικού αποκλεισμού που τους μεταβάλλει σε μετανάστες και απόβλητους μέσα στην ίδια τους τη χώρα. Σε οικολογικό επίπεδο, τώρα, οι συνέπειες είναι ολέθριες. Η φυσική αγριότητα γίνεται στόχος ανελέητων επιθέσεων και εξαφανίζεται σημείο προς σημείο: οι παραδείσιοι κόλποι γίνονται σταθμοί για πετρελαιοκίνητα γιοτ, τα μονοπάτια των οδοιπόρων γίνονται οδικές αρτηρίες που φέρνουν το καυσαέριο μέσα στα δάση και στις θάλασσες, η βλάστηση εκριζώνεται και σκεπάζεται από τόνους τσιμέντου, η γαλήνη των ερημικών τοποθεσιών θρυμματίζεται από την ηχορύπανση μιας φτηνής μουσικής διασκέδασης και οι μικροί παραδοσιακοί οικισμοί που ήταν αιώνες αφομοιωμένοι μέσα στο φυσικό περιβάλλον γίνονται πολυσύχναστοι, κακόγουστοι και ακριβοί τόποι εμπορικής συναλλαγής. Η ίδια η φύση, το «κοινό αγαθό» επί τη βάσει τού οποίου και μόνο μια κοινωνία μπορεί να συγκροτηθεί και να νοηθεί ως κοινωνία, γίνεται ένα απέραντο και καταθλιπτικό περιφραγμένο οικόπεδο, είτε κατεχόμενο δεσποτικά από «προνομιούχους» ιδιώτες, είτε από το κράτος (το οποίο μπορεί εν συνεχεία να το διαπραγματευθεί προσοδοφόρα με τέτοιους «προνομιούχους» ιδιώτες).
   Το ζήτημα δεν είναι δευτερεύον ή επουσιώδες. Είναι πολύ πιο ζωτικό για όλους μας από τις μισθολογικές διεκδικήσεις οποιουδήποτε συνδικάτου. Αφορά το πιο στοιχειώδες, το πιο αρχέγονο και αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα τού ανθρώπου, όχι καν ως πολίτη αλλά ως φυσικού όντος τού οποίου τα ζωτικά συμφέροντα συνδέονται με την αυτονόητη νομή τού αέρα, τού φωτός, τού νερού και τής βλάστησης. Η βιομηχανοποίηση τού περιβάλλοντος από τις κρατικά ελεγχόμενες στρατηγικές τού τουρισμού πρέπει σήμερα να γίνεται αντιληπτή και να αντιμετωπίζεται σε συλλογικό επίπεδο όπως ακριβώς ένας στρατός εισβολής. Το παλιό αναρχικό σύνθημα «Γη και ελευθερία» αποκτά μια καινούργια, ειρωνική και μαζί τραγική, σημασία μέσα στους όρους τού μαζικού πολιτισμού και απέναντι στον καρκίνο τής εμπορευματοποίησης που κατατρώει τα σπλάχνα της γης ώρα με την ώρα. Η απαγόρευση τού ελεύθερου κάμπινγκ είναι ταυτόσημη με την εξόντωση των τελευταίων θυλάκων φυσικής αγριότητας - προάγγελος τής οικολογικής και οικονομικής ερήμωσης τής χώρας.

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2012

Atmo - Action

Shed: Atmo - Action


     Ένας ακόμη βαρύς και απωθητικός χειμώνας! Οι εκπομπές των αερίων του θερμοκηπίου επέφεραν τα αντίθετα από τα προβλεπόμενα αποτελέσματα. Τελικά πύκνωσαν τόσο πολύ στην γήινη ατμόσφαιρα ή σαυτό που θεωρούνταν τέλος πάντων ως ατμόσφαιρα έτσι που το παχύ τους στρώμα να είναι αδιαπέραστο για τις ηλιακές ακτίνες. Σύμπασα η γη βυθίστηκε σ' έναν ατέρμονο χειμώνα! Η θερμοκρασία δεν ξεπερνά στο έδαφος τους 11 βαθμούς C. Ο ουρανός απώλεσε τα βαμβακερά του σύννεφα και μαζί όλη του την υγεία. Στη θέση τους μετεωρίζονται απειλητικά τα υβριδικά ελικόπτερα / μετεωρολογικοί σταθμοί που μετράνε την περιεκτικότητα του αέρα σε ανόθευτο οξυγόνο. Και στην θέση του ουρανού βρίσκεται τώρα μια χλωμή αλλά βαθιά απόχρωση του γκρίζου που με την διάθλαση μετατρέπει κατά την αυγή το ηλιακό φως σε σκουρόχρωμο μπεζ. Στην διάρκεια της ημέρας και όταν ο ήλιος διαγράφει στον ορίζοντα την πιο ψηλή του τροχιά το χρώμα του μετατρέπεται σε μία αποπνικτική απόχρωση του καφέ.

   Η πληθώρα των έμβιων εικόνων διαδραματίζεται στο κιαροσκούρο της πραγματικότητας που αλλάζει μόνο όταν το μαγνητικό πεδίο του ήλιου βρίσκεται σε διέγερση δίνοντας στην απόλυτη μονοχρωμία της ένα τραχύ υποφωτισμένο σέπια. Η καθημερινότητα αποτυπωμένη στις αποχρώσεις της πρωτόλειας φιλμογραφίας με βιασμένη όμως την γοητεία αυτής της αισθητικής. Στις πόλεις υπάρχουν ξέχειλοι δρόμοι και τα αυτοκίνητα συνωθούνται αναμεταξύ τους όταν συναντούν φανάρια. Στην πραγματικότητα οι δρόμοι αντικαταστάθηκαν από τις ροές των αμαξιών όμως αυτά εξακολουθούν να έχουν και τα πιο λαμπερά χρώματα αφού πότε δεν αποποιήθηκαν τον φετιχιστικό τους χαρακτήρα. Το τίμημα είναι αποκρουστικά δυσανάλογο Κανείς δεν μπορεί να ποδηλατήσει και τα μικρά παιδιά έχασαν μία καλπάζουσα ελευθερία. Την αίσθηση της ανέλιξης του καθαρού αέρα επάνω στο πρόσωπο σου όταν καβαλάς με ορμή το ποδήλατο σου.

     Κι' όμως για την εξέλιξη της απρόσκοπτης παραγωγής των αυτοκινούμενων φετίχ δόθηκαν λύσεις στα πιο παράλογα προβλήματα όπως αυτό του κυκλοφοριακού. Τα οχήματα στους δρόμους κινούνται με ποσόστωση. Οι επιβάτες τους επιβιβάζονται με ποσόστωση σε αντιστοιχία με τα ωράρια εργασίας. Οι καταναλωτές τους αποβιβάζονται πάλι με ποσόστωση ανάλογα με τον ελεύθερο χρόνο τους ως απόθεμα που προκύπτει από τα κενά ανάμεσα στις ώρες εργασίας τους. Και όσοι δεν έχουν κενά διαστήματα στις δουλειές τους δεν έχουν και ποσόστωση ελεύθερου χρόνου. Ποσόστωση η λειτουργική έννοια της τεχνοκρατίας σε μαγική χρήση Στην πραγματικότητα τα πάντα προσδιορίζονται με την ποσόστωση ακόμα και οι κοινωνικές τάξεις!

    Η τάξη των μικροαστών στερήθηκε τους οδηγούς ταξί από τότε που οι αυτοκινητοβιομηχανίες παρουσίασαν τα μοντέλα τους με τον αυτόματο πιλότο. Οι μεταφορικές εταιρείες απαλλάχτηκαν από τους περιττούς οδηγούς φιλτράροντας το κόστος τους σε καθαρά κέρδη. Η τροχαία απαλλάχτηκε από τους ζωντανούς τροχονόμους στους οδικούς κόμβους. Και τα τετραγωνισμένα προάστια των μεσοαστών στις μεγαλουπόλεις απαλλάχτηκαν από την ασύντακτη πολεοδομία των παραγκουπόλεων που αναπτύσσονται μόνο σε προκαθορισμένες νησίδες! Τα πάντα βρίσκονται σε μία διηνεκή τάξη για να εξυπηρετούν την αέναη κυκλικότητα του ωφελιμιστικού χρόνου. Και ο χρόνος ωφελεί μονάχα την παραγωγή και τις καριέρες.

   Ο χρόνος είναι χρήμα. Το χρήμα είναι χρόνος που χάνεται. Κι ο χρόνος που χάνεται δεν αναπληρώνεται ποτέ. Η απουσία του χρόνου στην απουσία της πραγματικής ζωής. Η απουσία της έκπληξης στο βίωμα της καθημερινής ζωής. Λόγω της αποπνικτικής ατμόσφαιρας οι πολίτες στους δρόμους κυκλοφορούν μασκοφόροι με τα τυπικά γραφειοκρατικά στοιχεία του βίου τους κρεμασμένα σ' ένα ψηφιακό καντράν στο πέτο. Προ πάντων θα πρέπει να διαφυλαχθεί το αίσθημα της τάξης. Η ευταξία προάγει την παραγωγή. Η παραγωγή διασφαλίζει την αποδοτικότητα. Και η αποδοτικότητα δεν πρέπει να εμποδίζεται από το μποτιλιάρισμα στους δρόμους. Ο χρόνος είναι χρήμα. Το χρήμα είναι χρόνος που χάνεται. Κι ο χρόνος που χάνεται δεν αναπληρώνεται ποτέ στο κενό της ζωής. Η απουσία του πραγματικού βίου στην παρουσία του κυκλικού χρόνου. Η θνησιμότητα του αυθορμητισμού στον θρίαμβο της αυτοματοποιημένης στιγμής. Η απουσία των ονείρων στα παιδικά υποσυνείδητα. Αυτά που ακόμα ονειρεύονται ξύλινα αυτοκινητάκια που περιδιαβαίνουν τους τετραγωνισμένους δρόμους.

Shed: The Traveller

Αποσπάσματα μέσα από έναν από τους καλύτερους δίσκους τέκνο των τελευταίων ετών!
Το βιντεάκι έδωσε το ερέθισμα για το ποστ.
--------------------------------------------------------------------------------
 Σε όσες και όσους αρέσει η εν λόγω μουσική μιας και πλησιάζουν αι γιορταί τσιμπήστε κι' ένα πρόσφατο σετάκι που το βρήκα άκρως απολαυστικό παρ' ότι τα πρώτα δεκαπέντε λεπτά είναι λίγο σούπα!
{resourceTitle} by {username}