Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικροδοκίμια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικροδοκίμια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

Το θεσμικό μονοπώλιο της βίας στην δίκη του Τάσου Θεοφίλου


   Ο Νικολό Μακιαβέλι στον περίφημο Ηγεμόνα αναφέρει στην σημασία της ικανότητας εκείνου που ασκεί την εξουσία πως όταν το πόπολο αρχίζει να χάνει την εμπιστοσύνη του σε αυτόν που άρχει – ας βάλουμε λοιπόν στην θέση αυτή το Κράτος για να δώσουμε μία τωρινή διάσταση ερμηνευτικά – τότε εκείνος θα πρέπει να την διατηρήσει με την βία. Διότι όταν ο λαός θ’ αρχίσει να μην τον πιστεύει πια τότε ο άρχοντας θα κινδυνέψει να πέσει και να τσακιστεί στους θεσμούς που ο ίδιος θεσμοθέτησε. Βέβαια ό,τι έχει ουσιαστική σημασία στην πραγματεία του Μακιαβέλι είναι το συμπέρασμα πως αυτός που ασκεί την εξουσία κατά παράδοση, οφείλει και να διατηρήσει με προσοχή εκείνους τους κοινωνικοπολιτικούς θεσμούς με τους οποίους ο λαός είναι εξοικειωμένος ώστε η εξουσία του να είναι διαρκής. Το αδαμάντινο μας κράτος λοιπόν οφείλει να διατηρεί παντοδύναμους εκείνους τους θεσμούς που αποτελούν την καταστατική του προϋπόθεση και που χωρίς αυτούς μας είναι αδιανόητο ως τέτοιο. Κι αυτοί δεν είναι άλλοι εκτός από όσους συγκροτούν το θεσμικό του μονοπώλιο της βίας και επικαλύπτονται στην διαβαθμισμένη εξουσία των τριών χεριών του, νομοθετικού, εκτελεστικού και δικαστικού.
   Ποιος βέβαια να το φανταζότανε ότι το δικαστικό του χέρι για να εδραιώνει συνεχώς την θέση του Κράτους στην αυγή του 21ου αιώνα θα πρέπει να δικαιώνει τις προτροπές του αναγεννησιακού στοχαστή. Εν τούτοις μία τέτοια εξέλιξη δεν πρέπει να θεωρείται αναχρονιστική αλλά σύμφωνη με το πνεύμα της κρίσης που διέπει την παραπαίουσα κοινωνία της εργασίας. Εδώ και καιρό διαφαίνεται μία διάχυση της κατασταλτικής λαγνείας των δημοκρατικών θεσμών και στις εξοχότερες των ευρωπαϊκών οικογενειών όπως η Γαλλία*, η Βρετανία ή η Ισπανία. Αυτή η διάχυση εφορμά ως θεαματικό αίτημα για περισσότερη τάξη και ασφάλεια από την στιγμή που η ίδια η κοινωνία της εργασίας χαροπαλεύει και το Κράτος, πιεζόμενο πια, πρέπει να αποκαταστήσει τον ετοιμόρροπο θεσμικό του ρόλο. Έτσι και στην Ελλάδα όταν όλες οι άλλες αρμοδιότητες του έχουν αρχίσει να συρρικνώνονται και να περνούν μέσα από το μάτι της βελόνας για να διαμορφώσουν στο τέλος ένα μινιμαλιστικό Λεβιάθαν, επειδή αυτό είναι το αποτέλεσμα της επιταγής των παρανοϊκών νόμων που αξιοποιούν την ανταλλακτική αξία του κεφαλαίου, ο μόνος πόλος που θα σταθεί για να δικαιολογήσει την μορφή του αστικού Κράτους είναι εκείνος που είναι συνυφασμένος από την απαρχή του και προσιδιάζει σε κάθε λογής νεκροταφείο. Η τάξη και η ασφάλεια!
   Χάριν λοιπόν αυτής της αδιαπραγμάτευτης συνθήκης που υποτίθεται ότι συντηρεί την κοινωνική ειρήνη η δικαστική εξουσία είναι διατεθειμένη να κάνει τα δικά της δικονομικά άλματα. Και μπορεί ακόμη και να φτάσει μέχρι το σημείο να πρωτοπορήσει επανερμηνεύοντας τον νομικό της πολιτισμό που βαστάει από την εποχή του Διαφωτισμού. Εφεξής σε ορισμένες περιπτώσεις όταν το δικαστήριο κρίνει κατά το δοκούν, τότε ο κατηγορούμενος θα λογίζεται κατά τεκμήριο ένοχος και δεν θα πρέπει το δικαστήριο να αποδεικνύει την ενοχή του αλλά εκείνος την αθωότητα του.
   Έτσι ακριβώς εξελίχθηκε και η δίκη Θεοφίλου. Ήδη για το πόρισμα της ενοχής του είχαν αποφανθεί τα μαζικά μέσα εξηλιθίωσης του κοινού από την στιγμή που η αντιτρομοκρατική υπηρεσία που τον συνέλαβε για την αιματηρή ληστεία στην Πάρο το καλοκαίρι του 2012, τον προσήγαγε με όλες τις χολιγουντιανές τιμές που αρμόζουν σε κάποιο ταραξία της δημόσιας τάξης και εχθρό της κοινωνικής ασφάλειας ως τρομοκράτη. Στην εξέλιξη της δίκης δεν προέκυψε καμία ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την ενοχή του Τάσου Θεοφίλου. Το μοναδικό πειστήριο που τον ενοχοποιούσε (ένα ψάθινο καπέλο) εμφανίζεται στην δικογραφία μετά την φωτογράφιση όλων των πειστηρίων στον τόπο του εγκλήματος. Δηλαδή σαν να λέμε περίπου: εκ των υστέρων της διαδικασίας συγκέντρωσης των όποιων στοιχείων. Αυτό λοιπόν το καπέλο κατά την διάρκεια της δίκης κατέστη δικονομικά διάτρητο διότι αποσαφηνίστηκε, καθότι κινητό αντικείμενο, πιο πολύ ως ένδειξη παρά ως απόδειξη της όποιας εγκληματικής πράξης.
   Παρ’ όλα αυτά ο Θεοφίλου καταδικάστηκε πρωτόδικα με ποινή ίση με την ακρωτηρίαση 25 χρόνων από την ζωή του ώστε να εξευμενίστει με αυτόν τον τρόπο η περιρρέουσα κατασταλτική προκατάληψη των δικαστών που τον δίκασαν με κριτήριο το μοντέλο καταστολής, που επισείει η τάξη και η ασφάλεια και τείνει πλέον να γίνει ο κανόνας, κι όχι στηριζόμενοι στην αλήθεια των πραγματικών γεγονότων. Το δικαστήριο έτσι θέλησε να δικαιώσει κυνικά και μία άλλη ρήση του Μακιαβέλι που αντιτείνει ότι «όποιος συμπεριφέρεται με καλοσύνη σε μια κοινωνία με τόσους, που είναι κάθε άλλο παρά καλοί, είναι φυσικό να καταστραφεί».
   Αξίζει βεβαίως να αναφερθούμε και στην σημειολογία της μη αναγνώρισης ως ελαφρυντικού από τους δικαστές του πρότερου έντιμου βίου στον κατηγορούμενο. Ενώ απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες που αφορούσαν τα περί τρομοκρατίας ωστόσο δεν του αναγνώρισαν ως ελαφρυντικό το συγγραφικό του έργο ως μέρος μίας έντιμης ζωής επειδή σύμφωνα με την εισαγγελέα είχε ασταθή κοινωνικό βίο γιατί δεν εξασκούσε κάποιο σταθερό επάγγελμα και προετοίμαζε εν τοιαύτη περιπτώσει την ληστεία τράπεζας. Αλήθεια κάποιος που εκφράζει τις λογοτεχνικές του ανησυχίες φτάνοντας στο σημείο να γράφει διηγήματα έστω κι αν παιδεύει ακατάπαυστα το πνεύμα του για να το πετύχει, εάν δεν είναι με αξιακά ανταλλάξιμους όρους αναγνωρισμένος από το κάθε λογής ανερμάτιστο σινάφι αυτής της εργατικής κοινωνίας, παύει να εκλαμβάνεται ως έντιμος; Φυσικά και δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός πως πριν από δύο περίπου εβδομάδες κάποιος τσαρλατάνος που μαϊμουδίζει τον λιμπεράλ πολιτικό (και που η ζωή του μπορεί να απογραφεί τηλεγραφικά σε αυτά τα αστεία βιογραφικά σημειώματα, με τον βαρύγδουπο τίτλο Curriculum Vitae, μέσα σε λιγοστές αράδες) χαρακτήρισε τον Μαρξ τεμπελχανά! Και είναι ενδεικτικό του πως κάποιοι ταγοί της κοινωνίας της εργασίας δηλαδή οι πολιτικοί και δικαστικοί της λειτουργοί αντιλαμβάνονται την έντιμη εικόνα για τα μέλη της: Μακάριους ως φιλόπονους, αφηρημένα εργατικούς και συνάμα φτωχούς τω πνεύματι. Φτυστούς, σαν τη μάπα τους!

ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΟΝ ΑΘΩΟ ΤΑΣΟ ΘΕΟΦΙΛΟΥ!
 
Υποσημειώσεις:
* Βλέπε στις παραπομπές το κεφάλαιο «Violence, mais pour quoi faire?» από το δοκίμιο του Ανσελμ Γιάππε «Credit A Mort»
** Η εικόνα του ποστ αποτελεί εικονογράφηση για το πασίγνωστο μυθιστόρημα του Φραντζ Κάφκα: Η Δίκη

Παραπομπές:
α) Ο Ηγεμόνας  ~ Νικολό Μακιαβέλι,  Εκδόσεις: Περίπλους 2003 ~ 1513
β) Violence, mais pour quoi faire?  ~ Anselm Jappe Editions Lignes ~ 2009
γ) Μαρξ 2000  ~ Ρόμπερτ Κουρτζ ~ 1999

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

Πόλη και ψυχή. Κατασκευάζοντας ΜΝΗΜΕΣ... στο χώρο και στο χρόνο.

Των Χριστίνας-Μαρίας Κοντογιάννη και Κωνσταντίνας Μητροκανέλου 
κλικ πάνω στην εικόνα για να ανοίξει το κείμενο
Η σχέση της μνήμης, ατομικής και συλλογικής, με το χώρο δεν αποτελεί ένα πρόβλημα περιφερειακό αλλά αντίθετα βρίσκεται στο κέντρο μιας συζήτησης για την εμπειρία και τις προοπτικές των σύγχρονων πόλεων. Η παρέμβαση σε μια τέτοια συζήτηση χρειάζεται να αναζητήσει μεθόδους και εννοιολογικές επιλογές αντλώντας υλικό από διαφορετικά πεδία έρευνας, όπως την κοινωνική ανθρωπολογία, την κοινωνιολογία του χώρου, την ιστορία. Τα τελευταία χρόνια, έχει αναδειχθεί ένα αυξανόμενο σώμα της βιβλιογραφίας που πραγματεύεται τη σχέση ανάμεσα στην αρχιτεκτονική και τα αποτελέσματα της συλλογικής μνήμης και της εθνικής ταυτότητας. (.....)
Τι εννοούμε όταν αναφερόμαστε στον όρο μνήμη; Ποιες είναι οι βασικές της λειτουργίες; Πώς παρεμβαίνει στις σχέσεις των ανθρώπων, σε τι μας αφορά και τι μας επιβάλλει; Ποιοι παράγοντες καθορίζουν το περιεχόμενό της; Προκύπτει από μια αυθόρμητη διεργασία και αν όχι, πώς κατασκευάζεται και από ποιους; Ποια είναι η σχέση της με το χώρο; Μήπως, οι χωρικές αποκρυσταλλώσεις της μνήμης αποτελούν εργαλείο χειραγώγησης και επιβολής της εκάστοτε κυρίαρχης ιδεολογίας; Τι ρόλο παίζει σε αυτήν την διαδικασία η εθνική, εθνοτική ή πολιτικοϊδεολογική ταυτότητα και η μνήμη του κάθε κοινωνικού και ιστορικού υποκειμένου; Ποιες διαστρεβλώσεις μπορούμε να παρατηρήσουμε στις χωρικές ή μη αναπαραστάσεις της, με στόχο την αναπαραγωγή μιας επίσημης εκδοχής του παρελθόντος; Αντίθετα, πού μπορούν να εν-τοπιστούν «οι προσπάθειες αντίστασης στις επίσημες εκδοχές για την ιστορική συνέχεια» και ποιες δυνατότητες αλλαγής εγκυμονούν για το παρόν, το παρελθόν και κυρίως για το μέλλον;                                                                     (αποσπάσματα από την εισαγωγή του: Πόλη και Ψυχή. Κατασκευάζοντας ΜΝΗΜΕΣ... στο χώρο και στο χρόνο)

 Ορισμένα από τα παραπάνω ζητήματα ή ερωτήματα έχουν τεθεί κατά καιρούς και έχουν απασχολήσει την κοινωνική πρακτική, τον πολιτικό στοχασμό, την φιλοσοφική σκέψη και την ίδια την αρχιτεκτονική επάνω στο πεδίο της εφαρμογής της. Την προσέγγιση που επιχειρούν δύο νέες αρχιτεκτόνισσες, η Χριστίνα-Μαρία Κοντογιάννη και η Κωνσταντίνα Μητροκανέλου στη διπλωματική τους έρευνα Πόλη και Ψυχή. Κατασκευάζοντας ΜΝΗΜΕΣ... στο χώρο και στο χρόνο (σύνδεσμος: http://www.greekarchitects.gr/site_parts/doc_files/80.13.10.pdf ), τη βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ως προς τα συμπεράσματα της για την χωροποίηση που υφίσταται η μνήμη μέσα από την ανέγερση του δομημένου τοπίου και πως αυτή η χωροποίηση μπορεί να υπηρετεί αλλότριες προθέσεις. Προσωπικά η ανάγνωση της εργασίας τους μου υπενθύμισε επίσης γιατί η αρχιτεκτονική αποτελεί την μητέρα όλων των τεχνών. Επειδή δεν οφείλει να διατελεί, αλλά πρέπει να είναι η ίδια κατεξοχήν διαλεκτική.
 Και κάτι τελευταίο και ασήμαντο! Χριστίνα-Μαρία και Κωνσταντίνα σας ευχαριστώ πάρα πολύ που μέσα στις διαδικτυακές πηγές του πονήματος σας έχετε την παραπομπή του κειμένου: Η εμπορευματική αισθητική ισοπεδώνει κάθε έννοια διαλεκτικής της ανθρώπινης γεωγραφίας. Όταν συνέτασσα αυτό το αποσπασματικό κείμενο ως αιχμηρή κριτική δεν είχα την πρόθεση, και φυσικά ούτε κατά διάνοια δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι μπορεί, αυτό να αποτελέσει μία ελάχιστη ψηφίδα, ένα μικροσκοπικό χαλίκι βοήθειας στην αρχιτεκτονική έρευνα κι ας ήμουν κοινωνός της ως σπουδαστής. Ειλικρινά ρε κορίτσια σας θερμοευχαριστώ! Να 'στε πάντα καλά!

Κυριακή 18 Αυγούστου 2013

Ο νέος κομφορμισμός

Σε κανένα δεν δόθηκε η δυνατότητα να επιλέξει την εποχή στην οποία θα ζήσει ούτε και η δυνατότητα να ζήσει έξω από την εποχή στην οποία γεννήθηκε. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην είναι τέκνο του καιρού του και επομένως που να μην είναι κατά κάποιον τρόπο «ομογενοποιημένος». Σε σχέση με τις εποχές που προηγήθηκαν η εποχή μας είναι η πρώτη που ζητάει την ομογενοποίηση όλων των ανθρώπων ως προϋπόθεση της ύπαρξής τους. Οι λόγοι αυτής της ομογενοποίησης πρέπει να αναζητηθούν σε εκείνη τη συνθήκη σύμφωνα με την οποία, στην εποχή της τεχνικής και της παγκόσμιας οικονομίας, το να «εργάζεται» κανείς σημαίνει να «συνεργάζεται» στο εσωτερικό ενός μηχανισμού, όπου οι ενέργειες του καθένα έχουν ήδη προκαταβολικά περιγραφεί και προδιαγραφεί από το οργανόγραμμα για την καλή λειτουργία αυτού του μηχανισμού.
 1. Η ομογενοποιημένη συνείδηση. Μια δράση είναι ομογενοποιημένη όταν συμμορφώνεται προς έναν κανόνα που την προδιαγράφει, επομένως δεν είναι δράση αλλά συμμόρφωση. Και συμμόρφωση είναι όλες οι ενέργειες που πραγματοποιούνται σε ένα μηχανισμό, στο εσωτερικό του οποίου η αυτενέργεια παύει εκεί όπου αρχίζει αυτό που πρέπει να γίνεται σε τέλειο συντονισμό με τις άλλες συνιστώσες του μηχανισμού. Οι σκοποί που θέτει ο μηχανισμός δεν περιλαμβάνονται στις αρμοδιότητες του μεμονωμένου ατόμου και μερικές φορές, δεδομένης της υψηλής τεχνικής τελειοποίησης, υπερβαίνουν τις ειδικές του γνώσεις. Αυτό συνεπάγεται το ότι η «συνείδηση» του ατόμου υποβαθμίζεται στην «ευσυνειδησία» που δείχνει κατά την εκτέλεση της εργασίας του. Με αυτή την υποβάθμιση γεννιέται η «κομφορμιστική συνείδηση» από την οποία ζητιέται μόνο μια καλή συνεργασία, ανεξάρτητα από τους σκοπούς που υπηρετεί ο μηχανισμός.
2. Ο υγιής ρεαλισμός. Γι' αυτό ήδη από μικροί έχουμε ακούσει να λένε ότι η επιτυχία επιδιώκεται πιο εύκολα αν προσαρμοζόμαστε στις απαιτήσεις των άλλων (απαρνούμενοι προφανώς τη δική μας αυτοπραγμάτωση) και έτσι ενεργούσαμε όταν μιμούμασταν τα χαρακτηριστικά και τις συμπεριφορές όλων των ομάδων στις οποίες ανήκαμε. Από την ομάδα των παιδιών με τα οποία παίζαμε ως τους συμμαθητές μας και τους συναδέλφους μας στην εργασία, διδαχθήκαμε ότι αυτό που ανταμείβεται είναι η πιο αυστηρή ομοιομορφία, αφού η ικανότητα προσαρμογής στην οργάνωση εμφανιζόταν ως η μοναδική προϋπόθεση για να ασκήσουμε μιαν ορισμένη επίδραση πάνω σε αυτήν. Στην παραμικρή μας αντίρρηση υπήρχε πάντοτε κάποιος που μας θύμιζε ότι αυτή η στάση αποκαλείται «υγιής ρεαλισμός», ενώ μέσα μας εκδηλωνόταν η υποψία ότι αυτή η έκφραση δεν αναφερόταν τόσο σε μια πιστή αναπαράσταση του πραγματικού αλλά σε εκείνη την εξωπραγματική θέση που είναι η ανεπιφύλακτη αποδοχή του υπάρχοντος. Η αξία του οποίου έγκειται απλώς στο ότι είναι έτσι όπως αυτό είναι, χωρίς την παραμικρή μέριμνα για την ηθική του ποιότητα.
3. Η ασυνειδησία της ομογενοποιημένης συνείδησης. Προκειμένου η προσαρμογή να μην γίνεται αντιληπτή ως καταναγκασμός, είναι αναγκαίο ο κόσμος στον οποίο ζούμε να μη θεωρείται ως ένας από τους «δυνατούς» κόσμους αλλά ως ο «μοναδικός» κόσμος, έξω από τον οποίο δεν μας προσφέρονται καλύτερες δυνατότητες ύπαρξης. Αν ο κόσμος των αγαθών που παράγουμε και καταναλώνουμε κατορθώσει να συγκροτηθεί ως συνεκτικός κόσμος χωρίς κενά, χωρίς εναλλακτικές λύσεις, οι υποχρεώσεις που μας επιβάλλονται από αυτό τον κόσμο και η υπακοή που μας ζητιέται δεν θα γίνονται πλέον αντιληπτές ως τέτοιες αλλά ως «φυσική συνθήκη» της ύπαρξης. Αλλά όταν ένας κόσμος κατορθώνει να περνιέται ως ο μοναδικός κόσμος, η ομογενοποίηση των ατόμων φτάνει σε επίπεδα τελειότητας τέτοια, που τα απολυταρχικά ή δικτατορικά καθεστώτα των προηγούμενων εποχών δεν είχαν καν φανταστεί ότι θα μπορούσαν να υλοποιήσουν.
4. Ο κομφορμισμός ως συνθήκη ύπαρξης. Δεν αντιλαμβανόμαστε με πόσες αλυσίδες μας έχει δέσει η εποχή της τεχνικής και της παγκόσμιας οικονομίας. Αν στον 19ο αιώνα ο Μαρξ μπορούσε να λέει ότι η πλειονότητα της ανθρωπότητας «δεν έχει τίποτα να χάσει εκτός από τις αλυσίδες της», σήμερα θα μπορούσαμε να πούμε ότι χωρίς αυτές τις αλυσίδες δεν θα έβρισκε τρόπο να επιβιώσει. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο όταν οι αλυσίδες σπάνε (απεργία στα μέσα μεταφοράς, διακοπή στην παροχή ηλεκτρικής ενέργειας, καθυστέρηση στον ανεφοδιασμό με τρόφιμα), όλοι ζητούν αμέσως την επανασυγκόλληση. Αυτή η απαίτηση είναι ο δείκτης όχι μόνον του βαθμού εξάρτησης κάθε ατόμου από τον κόσμο της τεχνικής και της παγκόσμιας οικονομίας αλλά και του βαθμού αυθόρμητης συνεργασίας, επομένως ομογενοποίησης και κομφορμισμού.
5. Τα μέσα επικοινωνίας ως μέσα ομογενοποίησης. Η κομφορμιστική κοινωνία, παρά την πελώρια ποσότητα φωνών που διαδίδονται από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας -ή μάλλον ακριβώς εξαιτίας αυτής της ποσότητας- μιλάει στο σύνολό της μόνο με τον εαυτό της. Όποιος μιλάει και όποιος ακούει δεν έχει πίσω του μια διαφορετική εμπειρία του κόσμου, επειδή ο κόσμος που προσφέρουν σε όλους τα ΜΜΕ είναι όλο και περισσότερο ταυτόσημος, έτσι όπως όλο και περισσότερο ταυτόσημα είναι και τα λόγια που έχουμε στη διάθεσή μας για να τον περιγράψουμε. Το αποτέλεσμα είναι ένα είδος ταυτολογικής επικοινωνίας, όπου όποιος ακούει καταλήγει να ακούει τα ίδια πράγματα που αυτός ο ίδιος θα μπορούσε να πει και όποιος μιλάει λέει τα ίδια πράγματα που θα μπορούσε να ακούσει από οποιονδήποτε (...).

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «La Repubblica» και αναδημοσιεύτηκε τον Μάρτιο του 2007 στην Ελευθεροτυπία σε μετάφραση του Θανάση Γιαλκέτση

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Μικροί και σεξουαλικά φιλελεύθεροι στο φρόνημα σατράπηδες!


Ρενέ Μαγκρίτ: Εραστές, 1928

   «Ανωμαλία στις σεξουαλικές σχέσεις υφίσταται μονάχα όταν ο ένας από τους δύο ερωτικούς συντρόφους αρνείται ή δεν θέλει!» Αυτή την φράση μου είπε ένας φίλος σε μία κατ' ιδίαν κουβέντα που είχαμε ενόσω μου περιέγραφε τις εξελίξεις από ένα δικό του ιντερνετικό φλερτάκι. Σε μία πρώτη απόκριση του απάντησα πως έχει δίκιο, γιατί από την στιγμή που και οι δύο σύντροφοι συναινούν ελεύθερα στο τι θα επιλέξουν για την ικανοποίηση τους - επάνω στην ερωτική σχέση και ανεξαρτήτως φύλου - τότε και οι επιλογές τους είναι σαφέστατα δικός τους λογαριασμός! Με μια ωστόσο βασική κι' αναντικατάστατη προϋπόθεση: να έχουν αναπτύξει μια ώριμη προσωπική βούληση. Μία προσωπικότητα που θα έχει ολοκληρώσει την ψυχική της ωρίμανση.
     Όμως αυτήν την τελευταία που η αξία της είναι απολύτως καταστατική για να μπορεί η εναρκτήρια φράση του κειμένου να στέκεται σαν αξίωμα που διασφαλίζει την γνήσια ελευθερία των διαπροσωπικών σχέσεων δεν την ανέφερα κατά την διάρκεια της κουβέντας μας με αποτέλεσμα η αρχικά αθώα συνομιλία μας να καταλήξει σε μία έντονη λεκτική διαμάχη! Δίχως την ψυχική ωρίμανση ενός χαρακτήρα είναι αδύνατη οποιαδήποτε ελευθερία της επιλογής του και τον οδηγεί αναπόφευκτα επάνω σε ψυχαναγκασμούς. Σε αρκετές περιπτώσεις ο αδύναμος ψυχισμός έχει την εντύπωση πως τους έχει ξορκίσει, αυτοί όμως είναι μονίμως παρόντες. Η φράση διατυπωμένη σκέτη χωρίς την απαραίτητη διευκρίνιση της προϋπόθεσης της, μπορεί να λειτουργήσει σαν βολικό καταφύγιο σε κάθε ανώριμη προσωπικότητα κρύβοντας το γενεσιουργό αίτιο κάτω από το χαλάκι της πόρτας που την εισάγει στα ακατάβλητα πάθη! 
   Ο Χόρκχαϊμερ με τον Αντόρνο στην «Διαλεκτική του Διαφωτισμού» έχουν επισημάνει στα πλαίσια της πατριαρχικής συνθήκης που συνεχίζει να αφήνει επίμονα τα αυταρχικά της σύνδρομα επάνω στο σώμα της σύγχρονης εμπορευματικής κοινωνίας το εξής: «η πόρνη και η σύζυγος είναι συμπληρώματα της γυναικείας αυτοαλλοτρίωσης μέσα στον πατριαρχικό κόσμο: η σύζυγος προδίδει την ηδονή υπέρ της σταθερής οργάνωσης της ζωής και της ιδιοκτησίας, ενώ η πόρνη, κρυφή σύμμαχος της συζύγου, νέμεται ως νόμιμη κάτοχος αυτό που αφήνει ελεύθερο το ιδιοκτησιακό δικαίωμα κατοχής της συζύγου: πουλάει την ηδονή». (1) Και είναι ακριβώς αυτή η πολλά υποσχόμενη συνθήκη της σταθερής οργάνωσης που εξακολουθεί να διυλίζει την κατά τα άλλα "μοντέρνα" σερνική κουλτούρα στην επιλογή ενός υποτιθέμενα κατάλληλου θηλυκού συντρόφου με απώτερο και εξιδανικευμένο στόχο την δημιουργία οικογένειας. 
   Το συναντώ μονίμως στους συλλογισμούς ουκ ολίγων συνομηλίκων (30+) μου! Η ύπαρξη που πλασάρεται για ιδανική σύζυγος / σύντροφος, από μια κατά βάθος αποστειρωμένη πατριαρχική ηθική, είναι κατά κάποιον τρόπο εκείνη η γυναίκα που θα αφοσιωθεί στα του οίκου της και μόνο, που θα κάτσει ευλαβικά στα αβγά της αναλαμβάνοντας τα οικοκυρικά και γονεϊκά της καθήκοντα - παράλληλα αρκετές φορές και με την αφηρημένη εργασία της(2) - και θα λουφάξει στον προκατασκευασμένο ρόλο. Το εκπληκτικό στην υπόθεση αυτή είναι η αλληλουχία που παρουσιάζεται, με αφορμή την εξιδανίκευση της ιδεατής συζύγου, στη διαλογή της από την καθεαυτή ανδρική κρίση όπως εκφράζεται στερεοτυπικά πάνω στα πρότυπα του εργαζόμενου άνδρα. Ο άνδρας από την σκοπιά της εργασίας λογίζεται από μια δήθεν «ορθολογικοποίηση» της προσωπικότητας του. Είναι απολύτως προσηλωμένος στον στόχο του, αποτελεσματικός και πρακτικά γνωρίζει εκείνο που ακριβώς θέλει.(3) Έτσι γαλουχημένος με την αντίστοιχη συλλογιστική θεωρεί πως είναι απολύτως πεπεισμένος ως προς την κρίση του για την επιλογή της ιδανικής αγαπημένης. Κι' αν η εξαθλιωμένη εμπορευματική κοινωνία με την ολοένα αυξανόμενη επισφάλεια που κυριαρχικά επιβάλλει στις αποδεκατιζόμενες θέσεις εργασίας της, οι οποίες προαπαιτούν τις αναφερόμενες ιδιότητες ως ανδρικά χαρακτηριστικά, εξωθεί σιγά, σιγά και τον συγκεκριμένο τύπο άνδρα στο περιθώριο της, τουλάχιστον αυτός ο τελευταίος μπορεί να παραμένει σίγουρος για την ιδεατή επιλογή της συντρόφου του. 
     Και ποια είναι αυτή η επιλογή; Σίγουρα αποκλείει κάποιον συγκεκριμένο τύπο γυναικών. Εκείνο τον τύπο που υπαγορεύεται από σαφή εμπορευματικά πρότυπα εν είδει σεξοβόμβας και κάνει θραύση συνήθως στις γυναίκες λαϊκών μικροαστικών καταβολών. Αυτές οι γυναίκες συνηθίζουν να είναι ευπροσήγορες στον τρόπο ομιλίας τους και υπερτονίζουν τα θηλυκά τους κάλλη όπως είναι τα πόδια τους ή το μπούστο τους γι' αυτό και χαρακτηρίζονται από τον συμπλεγματικό ανδρικό κομφορμισμό προκλητικές. 
     Ας ξεκαθαρίσουμε όμως εδώ μία καθοριστική διάσταση του ζητήματος. Το να επιδιώκει μία γυναίκα να είναι όμορφη και θελκτική εμφανίζοντας σε κοινή θέα τα προαναφερόμενα ανατομικά χαρακτηριστικά του σώματος είναι απολύτως φυσιολογικό! (4) Η προσπάθεια της να δείχνει ποθητή, η θέληση της να την λαχταρούν εμπίπτει σε μία διαδικασία φυσικής επιλογής που υπαγορεύεται από την εξελικτική βιολογία. Το να χειραγωγείς την συγκεκριμένη επιθυμία των γυναικών αποκλειστικά στην βάση έκδηλων εμπορευματικών κοινωνικών σχέσεων που αναπαράγουν τις νεαρές κοπέλες ως κενόδοξες διαφημιστικές «γλάστρες», δηλαδή τις προωθούν σαν θεαματικά ανδρείκελα εν είδει μοσχοπουλημένου προϊόντος,(5) μας δίνει έναν ακόμη καλό λόγο για να ξεμπερδεύουμε οριστικά με την εμπορευματική κοινωνία και τα χάλια της. Το να ποινικοποιείς όμως την εμφάνιση τους και ταυτόχρονα το δισυπόστατο ανθρώπινο σώμα στην θηλυκή του υπόσταση ώστε να τις χαρακτηρίζεις ξέκωλα, τσουλιά ή πορνίδια εκφράζοντας την απέχθεια σου η οποία προέρχεται από έναν συμπλεγματικό ανώριμο ψυχισμό έχοντας μάλιστα για άλλοθι την θρησκόληπτη πατριαρχική συνθήκη περί ηθικών και ανήθικων γυναικών επειδή η τεστοστερόνη δεν ελέγχεται και χτυπάει τα κόκκινα ενός ζώου είναι απόλυτα καταδικαστέο. Ειδικά όταν έχουν προϋπάρξει αισχρά ηθικοπλαστικά σχήματα κοινωνικής αποθυματοποίησης των θυμάτων βιασμού που τα μετατρέπουν αυτόματα σε θύτες των «αθώων» δραστών.
    Έτσι αρκετοί ανώριμοι ψυχικά άνδρες μονίμως επιστρέφουν στην επιλογή του στερεότυπου της συνεσταλμένης ή χαμηλοβλεπούσας γυναίκας ως ιδεατό μοντέλο συντρόφου, ωστόσο αδύναμης να ανταπεξέλθει στον ρόλο της λάγνας ερωτικής παρτενέρ με βάση την τραυματισμένη αντίληψη τους. Αυτή η στάση συσχετίζεται πιο πολύ με την υπόθεση που αναφέρει ο Έριχ Φρομ στο εναρκτήριο κεφάλαιο στο βιβλίο του «Η Τέχνη της Αγάπης» πως η αγάπη συνήθως λογίζεται από τους σύγχρονους ανθρώπους ως πρόβλημα αντικειμένου και όχι ως πρόβλημα ψυχικής ικανότητας. Εάν λοιπόν η γυναικεία υπόσταση διακρίνεται σε δύο μονοδιάστατους χαρακτήρες όπου στον ένα αναγνωρίζεται ως σκοτεινό το ερωτικό αντικείμενο του πόθου και στον άλλο βρίσκεται η χωρίς συγκινήσεις λαμπρή σταθερότητα του συντροφικού ή συζυγικού βίου είναι γιατί ο μπλοκαρισμένος ανδρικός ψυχισμός ίσως δεν έχει μάθει να αναγνωρίζει ισότιμα το πολυδιάστατο ενός ανθρώπινου χαρακτήρα (εν προκειμένω του γυναικείου) και τείνει από φόβο και πατριαρχική προκατάληψη να τον παρερμηνεύει μονοσήμαντα επειδή μάλλον απωθεί οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία αμφισβητεί την δυναμική της αρσενικής του φύσης. Και μέσα στην ανασφάλεια του ενδεχομένως να θεωρεί πως διακινδυνεύεται η δική του υπεροχή. Στα μάτια του αυτό που ορίζει ως προκλητικό από την δική του αδυναμία να το διαχειριστεί είναι ένα αντικείμενο, ένα προϊόν. Και ένα προϊόν όπως εκείνος έχει ορίσει την προστυχιά δεν μπορεί παρά να πουλιέται και να αγοράζεται. Την συγκεκριμένη αγοραπωλησία μόνο ένα «είδος» γυναίκας είναι ικανό να την φέρει εις πέρας. Εκείνο της πόρνης!
    Μεταφρασμένη λοιπόν σαν αντικείμενο στην αντίληψη του και προκαθορισμένη ως προκλητική διότι παρομοιάζεται με μία πόρνη, η "μικροαστή σεξοβόμβα" δίνει την δυνατότητα στον μικρό κομπλεξικό σατράπη να καθυποτάξει αυτό που προσλαμβάνει ως απαγορευμένο και που μάταια αποζητά αλλά δεν μπορεί να το βρει αλλού: την ηδονή. Ο ελλειμματικός ψυχισμός του αποκρύπτει την ικανότητα να χαρεί την πολυπόθητη ηδονή χωρίς την διαμεσολάβηση των πατριαρχικών συνδρόμων.
   Όταν μάλιστα αυτός ο χαρακτήρας θεωρεί εσφαλμένα τον εαυτό του ακομπλεξάριστο άντρα τότε καλύπτει την ανασφάλεια του πίσω από την εναρκτήρια και ηθικώς φιλελεύθερη φράση (του εν λόγω κειμένου που διαβάζετε) όπως ακριβώς καλύπτει το λινό ύφασμα τα πρόσωπα των δύο εραστών στον πίνακα του Μαγκρίτ! Στα έργα του ο σπουδαίος Βέλγος κατόρθωσε να αποτυπώσει γλαφυρά την εντύπωση της ανθρώπινης αλλοτρίωσης. Συνήθιζε λοιπόν να αναπαριστά τα ανθρώπινα σώματα με κάποιο ύφασμα να πέφτει από πάνω τους και να τα καλύπτει όπως επίσης απεικόνιζε μακριές κουρτίνες με την μορφή αυλαίας που απλώνονταν μέσα στο χώρο ή κεφάλια τα οποία κρύβονταν κάτω από κουκούλες και πανιά για να υποδηλώσει πως ό,τι αποκρύπτεται σαν απωθημένο παραμένει πιο σημαντικό από εκείνο που είναι ανοιχτό σε θέα. Κατά τον ίδιο τρόπο και ο ανώριμος ανδρικός ψυχισμός που είναι εγωιστικά σίγουρος για την ηθικά φιλελεύθερη συμπεριφορά του θεωρεί πιο σημαντικό να κρύβει την ανασφάλεια του πίσω από την δεδηλωμένη διακήρυξη του τάχα μου ελευθέριου φρονήματος του αντί να δεχτεί την τραγικά απελπιστική έλλειψη ωριμότητας που τον διακατέχει!


Ρενέ Μαγκριτ: Συμμετρική πονηριά, 1928

 ΥΓ: Na ευχαριστήσω τον συνιστολόγο Ράκο Κουρελάριο που μου επέστησε την προσοχή στην ιδιαιτερότητα και τις λεπτές ισορροπίες που διέπουν ένα θέμα διαπροσωπικών σχέσεων.

----------------------------
Υποσημειώσεις:

(1) Βλέπε σελ:133 Διαλεκτική του Διαφωτισμού Μαξ Χόρκχαϊμερ & Τέοντορ Αντόρνο
(2) Αλήθεια, κι' αυτή η άμοιρη σε πόσους ρόλους είναι ανθρωπίνως δυνατό ν' αντέξει;
(3) ΒλέπεAufstieg und Fall des Arbeitsmanns (Η άνοδος και η πτώση του εργαζόμενου άνδρα) του Νόρμπερτ Τρένκλε
(4) Και για όσους αγαπάμε το ωραίο φύλο ό,τι είναι φυσιολογικό πρέπει να θεωρείται και απολύτως θεμιτό!
(5) Παρθέτω ενδεικτικά μερικά αποσπάσματα όπως τα 4, 37 και 38 σχετικά με την μετατροπή των κυρίαρχων στερεοτυπικών ρόλων και συμπεριφορών σε ευπώλητα εμπορεύματα στην Κοινωνία του Θεάματος του Γκυ Ντεμπορ:
4
Το θέαμα δεν είναι ένα σύνολο εικόνων αλλά μία κοινωνική σχέση ατόμων διαμεσολαβημένη από τις εικόνες.
37
Ο ταυτοχρόνως παρών και απών κόσμος, που το θέαμα καθιστά ορατό, είναι ο κόσμος του εμπορεύματος, που κυριαρχεί σε ό,τι είναι βιωμένο Και έτσι, ο κόσμος του εμπορεύματος εμφανίζεται επίσης ως είναι, διότι η κίνηση του είναι ταυτόσημη με την απομάκρυνση των ανθρώπων μεταξύ τους και έναντι του προϊόντος τους στο σύνολο του 
38
Η απώλεια της ποιότητος, τόσο έκδηλη σε όλα τα επίπεδά της θεαματικής γλώσσας των αντικειμένων που εξυμνεί και των συμπεριφορών που ρυθμίζει, δεν εκφράζει παρά τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της πραγματικής παραγωγής που παρακάμπτει την πραγματικότητα: η μορφή-εμπόρευμα είναι καθ' ολοκληρίαν ταυτόσημη προς τον εαυτό της, η κατηγορία του προσωπικού. Αναπτύσσει το ποσοτικό και δεν δύναται να αναπτυχθεί παρά μόνον εντός αυτού. 
Παραπομπές:
α) Διαλεκτική του Διαφωτισμού ~ Μαξ Χόρκχαϊμερ & Τέοντορ Αντόρνο, Εκδόσεις Νήσος: 1996
β) Aufstieg und Fall des Arbeitsmanns  Zur Kritik der modernen Männlichkeit ~ Norbert Trenkle Gruppe Krisis, 2008
γ) Η κοινωνία του Θεάματος ~ Γκυ Ντεμπόρ, Εκδόσεις Διεθνή Βιβλιοθήκη: 2011
δ) Η Τέχνη της Αγάπης ~ Έριχ Φρομ, Εκδόσεις Μπουκουμάνη: 1978
ε) Magritte ~ Jacques Meuris, Publisher: Taschen, 1998 

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2012

«Η διασημότητα είναι το αντίθετο της ύπαρξης» Γκυ Ντεμπόρ




     Η Μάρι Μπι είναι ένα οποιοδήποτε κορίτσι επειδή ακριβώς είναι το κορίτσι της διπλανής πόρτας. Η Μάρι Μπι θα μπορούσε να είναι η γκόμενα μου με την οποία βγήκαμε μετά το σχόλασμα της αφηρημένης μας εργασίας και πήγαμε για σινεμά μήπως ξεσκάσουμε λιγάκι βλέποντας στο Εκράν την Εβδόμη Σφραγίδα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν! Η Μάρι Μπι είναι η φιλενάδα και συμφοιτήτρια μου από την Νομική. Κάνουμε κολλητή παρέα και πηγαίνουμε σπίτι της πυκνά - συχνά μετά το τέλος των μαθημάτων να πιούμε ένα καφεδάκι ακούγοντας Portishead, ενόσω τσατάρουμε σαν δυο αχώριστες φιλές για τα τεκταινόμενα της σχολής μας. Ιδιαίτερα όταν είμαστε σε περίοδο εξετάσεων αυτή μας η συνήθεια είναι ανακουφιστική κι’ εξάλλου η φωνάρα της Beth Gibbons είναι τόσο αγχολυτική! Η Μάρι Μπι δεν είναι μόνο η συναγωνίστρια και συντρόφισσα μας αλλά είναι και πολύ ατομάκι. Μαζί κατεβαίναμε στην συνέλευση του Συντάγματος και μας ανέλυε κάθε φορά τους προβληματισμούς της για τον συμφυρμό της απολιτίκ μάζας στην επάνω πλατεία που εκδηλώνει σαν εμπόρευμα την δυσαρέσκεια της. Εξάλλου η Μάρι Μπι είναι τόοσο καλλιεργημένη και τόοοσο πολυδιαβασμένη! Αφού να φανταστείς την Κοινωνία Του Θεάματος σαν ευαγγέλιο την προασπίζει!
      Η Μάρι Μπι είναι ακριβώς το κορίτσι της καθημερινότητας. Εκείνη που μέσα από την σκληρή και σταθερή δουλειά της, καθιέρωσε την καριέρα της στις εγχώριες και διεθνείς πασαρέλες. Η Μάρι Μπι είναι μεγάλη δουλευταρού! Δεν έγινε έτσι τυχαία η επιστημονική συνεργάτιδα του αυριανού μας πρωθυπουργού Αλέξη. Κατόρθωσε την επαγγελματική της ανέλιξη μέσα από την αδιάβλητη και αξιοκρατική διαδικασία της επιλογής βιογραφικών. Ξέρετε, εκείνης της διαδικασίας που εκτελούν όλες οι εταιρίες όπου ο προϊστάμενος του ανθρώπινου δυναμικού ίσως εν μέσω χασμουρητών, ίσως εν μέσω επιτακτικών βρυχηθμών προς τους υφιστάμενους του, εξετάζει τις ψηφιακές ή Α4 κόλες που παρουσιάζουν τις ζωές των υποψήφιων υπαλλήλων εντελώς αφηρημένα και αποσπασματικά ωσάν η ζωή τους ολάκερη να συμπυκνώνεται στην έκφραση της στείρας και ακατάπαυστης διεκπεραίωσης στεγνών καθηκόντων. Είναι έκδηλο ότι τα βιογραφικά σημειώματα είναι η επίσημη θέσπιση της αλλοτρίωσης. Οι άνθρωποι θεσμικά πλέον δεν έχουν ούτε ιδιοσυγκρασιακά χαρακτηριστικά, ούτε φυσιογνωμία, ούτε και ψυχισμό! Έχουν μονάχα να επιδείξουν εργαλειακά καταχωρημένες δραστηριότητες που εκλαμβάνονται ως ένα συμπίλημα παραγωγικών ιδιοτήτων και εργασιακά ποιοτικών δεξιοτήτων πάνω στην μορφή της αφηρημένης εργασίας. Οι άνθρωποι στην αφαιρετικά εγκαθιδρυμένη εξουσία του μεγαλοπρεπούς θεάματος που έχει την απατηλή μορφή κοινωνίας είναι κι’ αυτοί κατεξοχήν εργαλεία δηλαδή αντικείμενα. Ένας λαμπρά αντικειμενοποιημένος πολιτισμός, στον λαμπρό πολιτισμό των αντικειμένων.
      Κι’ όμως η Μάρι Μπί είναι τόσο όμορφη για να είναι αντικείμενο! Τόσο όμορφη που η γαλάζια Μπάρμπι και η πράσινη Μπιμπιμπό ίσως αισθάνονται άβολα και αμήχανα μέσα στην αυταρέσκεια τους. Σίγουρα δεν θα τους είναι και τόσο βολικό να έρχεται μία εξωφυλαρούχα από την γυάλα της μόδας με την ποιοτική ιδιότητα της πολιτικής επιστημόνισσας για να επιβάλλει την παρουσία της στην σκιαμαχία των κοινωνικών προσωπικοτήτων. Εξάλλου η Μάρι Μπι είναι ο δούρειος ίππος της Αριστεράς. Όλα τα πατριωτικά και κουτσομπολίστικα ιστολόγια σφάζονται στην ποδιά της από χθες το πρωί. Υποκλίνονται μπροστά σε μία ακραιφνή Ελληνίδα που η πτυχιακή της εργασία είχε πεδίο έρευνας τον Αχμέτ Νταβούτογλου, δηλαδή τον Χένρι Κισσινγκερ της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής όπως τον αποκαλεί η ίδια. Κι’ έτσι η Μάρι Μπί σκορπά ρίγη συγκίνησης στον μέσο Έλλην αυνανιστή - εθνικιστή που για το έκπαγλο κάλλος της θα ήταν διατεθειμένος ακόμα και τις φλέβες του πατριωτικού θυμικού του να κόψει. Η θεαματική αναπαράσταση της φυλής ως αρχαϊκής ιδεολογίας με την μορφή ηθικής ψευδοαξίας αντικαθίσταται από την βιωματική αναπαράσταση της εργαζόμενης σελέμπριτι ως εκμοντερνισμένης ιδεολογίας με την ίδια μορφή ηθικής. 
     Η Μάρι Μπι ως είδωλο αποκαθιστά και πάλι τους ρόλους της εμπορευματικής κοινωνίας. Και ως εκ τούτου απωθεί την δυνατότητα του διαλόγου και κατά συνέπεια της διαλεκτικής έξω από την υπόσταση της δεδομένης κοινωνίας. Εργάστηκε σκληρά ως μοντέλο προκειμένου να ολοκληρώσει τις σπουδές της. Και τώρα δρέπει καρπούς στο επιστημονικό επιτελείο του Τσύριζα ως λαμπερό παράδειγμα σκληρά εργαζόμενης που επέδειξε απαρέγκλιτη προσήλωση στους στόχους της και απέδειξε ότι με ορθολογισμό, αποτελεσματικότητα και πρακτικό μυαλό φτάνεις στην εργασιακή Ιθάκη. Όλοι οι ενσυνείδητα εργατικοί άνθρωποι μπορούν πλέον ξεφυσώντας με ανακούφιση να ταυτιστούν μαζί της και να προσβλέπουν στην αξιοκρατική ανταμοιβή των δικών τους εργασιακών κόπων πάντοτε εντός των ορίων της εκχυδαϊσμένης κοινωνίας. Και το ψεύδος της ευτυχισμένης ενοποίησης αυτής της ηλίθιας κοινωνίας εν τω μέσω του κατακερματισμού της μπορεί ακούσια να επαναλαμβάνεται εις τον αιώνα τον άπαντα.
       Ας μην τρέφουμε αυταπάτες! Η Μάρι Μπι είναι στην πραγματικότητα και κατά την υποκειμενική μου πάντα αισθητική κρίση μία πανέμορφη κοπέλα. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Όλα τα υπόλοιπα υπόκεινται στην εξηλιθίωση του θεάματος ως απτό παράδειγμα διαίρεσης και ενότητας μέσα στην φαινομενικότητα αυτού του κίβδηλου και σιχαμερού κόσμου. Η Μάρι Μπι είναι ένα είδωλο, μία ακόμη αναπαράσταση του άμεσου βιώματος και ως αμιγής αναπαράσταση πανέμορφα θα καταναλωθεί!

Παραπομπές:
Α) Κοινωνία του Θεάματος ~ Γκυ Ντεμπόρ. Εκδόσεις: Διεθνής Βιβλιοθήκη, 2000
ΔAufstieg und Fall des Arbeitsmanns  ~ Norbert Trenkle, Grouppe Krisis Zeitschrift, die theoretische Beiträge 2008


Πέμπτη 23 Αυγούστου 2012

Περί επαναστατικής βίας (Υστερόγραφο στους επαναστάτες του περιθωρίου)




      Το γεγονός της σύλληψης του Τάσσιου Θήτα απορρόφησε πλήρως την προσοχή της κοινής γνώμης κυρίως με την αρνητική κοινωνική προέκταση του. Όπως πάντα ή όποια αρνητικότητα οφείλεται στην ολέθρια εμπορευματική προσέγγιση των ΜΜΕ που δεν χάνουν ποτέ την ευκαιρία να ανανεώνουν το στοκ των θεαματικών εικονικών τους αφηγήσεων που ενέχουν μέσα πακιστανούς βιαστές, αρπακτικούς τραπεζίτες, αναρχικούς ληστές, κοκαϊνομανή μοντέλα, παραχαράκτες ιστοριογράφους και γενικώς ότι συγκροτεί μια απειλητική εικόνα για τον άμωμο μικροαστικό εσμό. Δυστυχώς για τον Τάσσιο ο φερόμενος ως δράστης της ληστείας της Πάρου είτε αποδειχτεί η ενοχή του είτε όχι θα την έχει πάρα πολύ άσχημα μπλεγμένη. Αν και οι ήρωες των διηγημάτων του συνήθως ευρισκόμενοι στο περιθώριο μιας κοινωνικής βιτρίνας, ενώ ήταν μπλεγμένοι μέσα στα ζόρια του υποκόσμου λίγο από επιλογή και λίγο από την εξώθηση του κοινωνικού καταναγκασμού κατάφερναν πάντα στο τέλος μέσα στις συγκυρίες της διαδοχικότητας των στιγμών της καθημερινότητας τους να τις σκαπουλάρουν αυτό δεν συνέβη στην πραγματική ζωή και για  τον δημιουργό τους.
     Ο οποίος σε έναν μάλλον έλεγχο ρουτίνας της αστυνομίας συνελήφθη και οδηγήθηκε ενώπιον της δικαστικής εξουσίας. Ρουτίνα για τις διωκτικές αρχές είναι και η σύλληψη αρκετών αναρχικών κατά την τελευταία δεκαετία από την υπόθεση της πολύκροτης 17Ν και μετά που επιλέγουν ως μορφή αγώνα για την δράση τους την ένοπλη επαναστατική βία του αντάρτικου πόλεων. Αυτή η μορφή δράσης ενώ ήταν πολύ διαδεδομένη στις δυτικές κοινωνίες από τις δεκαετίες του 60 και του 70 στην συνέχεια έφθινε μέχρι να φτάσει στο σημείο να ξεθωριάσει εντελώς. Το κατά πόσο αυτή η μορφή αγώνα συνέβαλε όλα αυτά τα χρόνια στην διάχυση μιας επαναστατικής συνείδησης στην αντίληψη της ακινητοποιημένης κοινωνίας είναι νομίζω ξεκάθαρο. Μάλιστα εάν δεν είχε συλληφθεί ο συγκεκριμένος μπλόγκερ δεν θα έμπαινα καν στον κόπο να σχολιάσω το αδύναμο ανατρεπτικό περιεχόμενο της επιχειρηματολογίας σε ιδεολογικό-πολιτικό επίπεδο του κάθε περιθωριακού γκρουπούσκουλου. Αλλά η περίπτωση της σύλληψης του Θήτα δίνει την αφορμή για μία πιο ξεκάθαρη αλλά σύντομη κριτική προσέγγιση απέναντι σ' αυτήν την μορφή αγώνα.
      Θα πρέπει βέβαια εδώ να κάνουμε ορισμένες διακρίσεις επάνω στο θέμα της βίας. Είναι άλλη η βία όταν προέρχεται από τρία μαλακισμένα με κουκούλα που θα σπάσουν μια τράπεζα για να την κάψουν και θα κάψουν μαζί και τρεις ασκούντες την αφηρημένη τους εργασία μεν αλλά αθώους μέσα στην άγνοια τους δε. Άλλη είναι η βία εξεγερσιακού αλλά όχι επαναστατικού τύπου όπως η Δεκεμβριανή και άλλη είναι η βία που θα συμπαρασύρει σαν ποτάμι εκατομμύρια μέλη μιας κοινωνίας στο αίτημα τους να ανατρέψουν το σαθρό της υπόβαθρο. Η πρώτη περίπτωση είναι καταδικαστέα, η δεύτερη είναι κατανοητή ως ένα βαθμό αλλά αποσπασματική και την τρίτη απλώς δεν μπορείς να την αγνοήσεις γιατί εδράζεται σε ένα συνολικό αίτημα της κοινωνίας. Σε κάθε περίπτωση όμως η βία ως αυτεξούσια πράξη είναι μία απονενοημένη έκφραση παραλογισμού. 
Άλφρεντ Κούμπιν: Κάθε νύχτα μας στοιχειώνει ένα όνειρο, 1902
     Όποιος δηλώνει γνήσιος αντιεξουσιαστής θα πρέπει να έχει κατά νου ότι βρίσκεται από την πλευρά του ορθού λόγου και κατ' επέκταση του ορθολογισμού. Συνεπώς είναι εξ’ ορισμού αντίθετος σε κάθε έκφραση παραλογισμού πόσο μάλλον όταν αυτός ο παραλογισμός εμπεριέχει την βία ως δράση που εκδηλώνει με σαφήνεια αντιεξουσιαστικές αντενδείξεις. Το περιβόητο και γραφικό βία στην βία της εξουσίας είναι το αρνητικό κόντακτ* της κοινωνικής αναπαραγωγής. Τουτέστιν η εξουσιαστική βία της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης ξαναγυρνάει αντεστραμμένα  ωσάν μπούμερανγκ κατά δικαίων και αδίκων ως μία ένδειξη εκδικητικής διαμαρτυρίας χωρίς να καταλαβαίνει ο δράστης ότι η ισορροπία αυτής της δράσης επειδή ακριβώς σχοινοβατεί επάνω στο νήμα που ορίζει η κουλτούρα της σκανδάλης τότε και οι ρόλοι εξουσιαστή/εξουσιαζόμενου είναι πολύ εύκολο να μετατοπιστούν και ο εξουσιαζόμενος με την δύναμη του περιστρόφου να γίνει αντεστραμμένα ο ίδιος εξουσιαστής. Κι’ αυτό επειδή ο δράστης είναι τώρα που ασκεί επιδεικτικά και εκδικητικά την χειρότερη μορφή εξουσίας ανθρώπου επάνω σε άνθρωπο: την ανθρωποκτονία. Κάτω από αυτή την οπτική η βία του "αναρχικού" ως ψυχρού εκτελεστή δεν διαφέρει από την βία του φασίστα όταν και οι δύο τους εδράζονται στην συλλογιστική της εκδίκησης επάνω στην συλλογική ευθύνη.
       Τα δε μίντια χάριν σε αυτή την απερίσκεπτη τακτική κάποιων έχουν χτίσει όλα αυτά τα χρόνια με το αζημίωτο μια στρεψόδικη και παραπλανητική εικόνα τσουβαλιάζοντας ή συγχέοντας την έννοια του αντιεξουσιαστή με την εικόνα του τρομοκράτη. Στην πραγματικότητα επιβάλλουν την δικτατορία των εικόνων ως στερεότυπων των κοινωνικών ρόλων. Τώρα το μόνο που μένει είναι και το κάθε μπαϊλντισμένο σίριαλ και η όποια ηλίθια σαπουνόπερα των ακατοίκητων να αποκτήσει από έναν προκάτ "αναρχικό" ήρωα στο εκάστοτε σενάριο αφασικής αναπαράστασης έτσι ώστε να προκαλεί κι άλλα στείρα δάκρυα ή χαζοχαρούμενους γέλωτες μέσα στα νεόπλουτα, μεσοαστικά αλλά και στα ταπεινά μικροαστικά κι εργατικά σαλονάκια.
     Επάνω στο φαινόμενο της εκμετάλλευσης της ειδησεογραφικής πληροφορίας για τους προπαγανδιστικούς σκοπούς που επιβάλλει με αυταρχισμό η εμπορευματική ηθική φαίνεται ολοφάνερα πως κάποιοι ιεραρχικοί κοινωνικοί θεσμοί όπως είναι τα μίντια μπορούν στην τελική να ανακτούν αυτές τις κατ' επίφαση δράσεις κοινωνικής δολιοφθοράς ενάντια στο σύστημα προς όφελος της εξουσίας του. Με λίγα λόγια παρουσιάζουν στρεβλά αυτές τις πράξεις λόγω της αναποτελεσματικότητας τους ως την τρομοκρατία μίας απεγνωσμένης επανάστασης περιθωριακών που πηγάζει «προκαταβολικά» και προσχηματικά από προβληματικά κοινωνικά υπόβαθρα και χτίζουν επάνω σ’ αυτήν (την τρομοκρατία) στερεότυπους ρόλους από την μοιρολατρική κουλτούρα μιας κοινωνίας που μέσα στην βιοπάλη της κατηγοριοποιεί αφοριστικά με την ετικέτα του περιθωριακού όσους αμφισβητούν την εξουσία με τις όποιες δράσεις τους που δεν είναι κατ' ανάγκη βίαιες.
      Εάν το αντάρτικο πόλης μπορεί να είχε κάποιο αποτέλεσμα πίσω στην δεκαετία του ’70 (αν και αποδείχθηκε ιστορικά ότι πέτυχε το ακριβώς αντίθετο) αυτό θα συνέβαινε γιατί η κριτική της πρωτοποριακής κοινωνικής αμφισβήτησης στη σκέψη ευρύτερων αντιεξουσιαστών στοχαστών (από τον Καστοριάδη μέχρι τον Ντεμπόρ και την σχολή της Φρανκφούρτης ασχέτως εάν αυτοί ποτέ τους δεν έκαναν ρητό και κατηγορηματικό κάλεσμα σε όπλα) κατόρθωσε να συνενώσει την κοινωνική δυσαρέσκεια έστω και πρόσκαιρα σε μαζικές εκδηλώσεις κοινωνικής εξέγερσης όπως ήταν ο γαλλικός Μάης για παράδειγμα. Συγχρόνως τα αυτονομιστικά αντί-αποικιοκρατικά κινήματα σε παγκόσμιο επίπεδο  τροφοδοτούσαν το φαντασιακό δυναμικό των ένοπλων οργανώσεων επαναστατικής βίας.
       Ερχόμενοι στο παρόν αυτού του είδους οι προσπάθειες ένοπλης πάλης είναι αναποτελεσματικές γιατί δεν υπάρχει κανένα γόνιμο περιθώριο για καθολική αμφισβήτηση του σύγχρονου καπιταλισμού στο πλαίσιο που οι ίδιοι οι επαναστάτες θέτουν. Αυτό της επανάστασης δηλαδή. Συγχρόνως σε συνθήκες θεαματικού καπιταλισμού η κοινωνική τάξη πραγμάτων μπορεί με ευκολία να αναστρέφει προς όφελος της αυτού του είδους τις περιθωριακές αντιδράσεις που έχουν μια συνεκτικά αδύναμη επιχειρηματολογία στον πυρήνα τους με την γνωστή τακτική της δαιμονοποίησης.
      Θα μου πείτε τώρα: ωραία ρε μεγάλε κι' ο Τάσσιος που κολλάει σ' όλα αυτά;  Αρχικά  θα μπορούσε να προσφέρει πολλά περισσότερα σε πολιτικό επίπεδο με την ανάπτυξη της απαιτούμενης επιχειρηματολογίας καθώς δείχνει να έχει τα εχέγγυα για να κάνει την πρέπουσα κριτική κοινωνική ανάλυση ενώ τώρα με το κυνήγι των κατασταλτικών μηχανισμών μάλλον θα χάσει αυτή την δυνατότητα. Επιπλέον όποιος κάνει τον κόπο και μπει στο ιστολόγιο του αφού διαβάσει τα διηγήματα του και ύστερα περιηγηθεί στις ειδησεογραφικές ιστοσελίδες για να δει πως οι επαγγελματίες γραφιάδες ως φωστήρες της κοινωνικής κριτικής "ανέλυσαν" μέσα από τα γραπτά και σε τι συμπεράσματα κατέληξαν για το προφίλ του θα καταλάβει πολύ καλά την εμπέδωση των προκατασκευασμένων κοινωνικών ρόλων και την διαδικασία δαιμονοποίησης  που προανέφερα πριν.
     Ο μόνος τρόπος ανατροπής της δεδομένης κοινωνικής κατάστασης είναι η συνεκτική, γόνιμη και ρεαλιστική κριτική ενάντια στην απάνθρωπη εμπορευματική κοινωνία. Ό, τι έκαναν δηλαδή οι προπάτορες αυτής της κριτικής και συνεχίζουν τώρα το έργο τους όσοι ρεαλιστικά αντιλαμβάνονται το τέλος της κοινωνίας της εργασίας.


*κοντάκτ: το δείγμα φωτογραφικού χαρτιού επάνω στο οποίο ο φωτογράφος εμφανίζει ολόκληρο το φιλμ που έχει τραβήξει

Παραπομπές:

Παρασκευή 27 Ιουλίου 2012

Η εμπορευματική αισθητική ισοπεδώνει κάθε έννοια διαλεκτικής της ανθρώπινης γεωγραφίας.

Με αφορμή την αναδρομική έκθεση του αρχιτέκτονα Κυριάκου Κρόκου (που ολοκληρώνεται την προσεχή Κυριακή στις 29 Ιουλίου) και με κίνητρο ένα μικρό κείμενο δοκιμιακού χαρακτήρα του Άνσελμ Γιάππε στο οποίο ο συντάκτης του κριτικάρει την εμπορευματική αξία και την αισθητική που αυτή παράγει σε σχέση με την αρχιτεκτονική των νεότευκτων μουσείων αναδημοσιεύω ενσωματωμένο προς το τέλος αυτού του ποστ, ένα παλαιότερο κείμενο ανάλογης κριτικής με εκείνης του Γιάππε

Μεταμοντέρνα Τούρτα Θράσους

     Κατά το πρόσφατο παρελθόν και με αφορμή τα εγκαίνια του Νέου Μουσείου Ακροπόλεως έχω εκφράσει απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς για αυτό το αλαζονικό οικοδόμημα του Ελβετού Μπερνάρ Τσουμί, ο οποίος κατά την ανέγερση του είχε απαιτήσει επηρμένα την κατεδάφιση των δύο περιβόητων πολυκατοικιών της Διον. Αρεοπαγίτου (η μία ακραιφνής νεοκλασική και η άλλη νεοκλασικού ρυθμού με ενταγμένα στοιχεία του μεσοπολεμικού μοντερνισμού του αρτ ντεκό ρεύματος *) για να υπάρχει απρόσκοπτη θέα από το τερατούργημα του προς τον βράχο του μνημείου αντί να τις εντάξει όπως όφειλε μέσα στην υπερφίαλη μελέτη του. Κι' όμως η στάση του Τσουμί δεν θα έπρεπε  ουσιαστικά να μας προκαλεί την όποια έκπληξη. Ο άνθρωπος ενήργησε μέσα στα πλαίσια του τυπικού εμπορευματικού συμπεριφορισμού. Αυτός ο τρόπος συμπεριφοράς συνηθίζει να καταστρέφει και να ισοπεδώνει κάθε αναχρονιστικό στοιχείο που εμποδίζει την εμπορευματική καινοτομία ακόμα κι' αν αυτό το στοιχείο εμπίπτει ή έχει σαφή αναφορά στην σημασία της ιστορικής μνήμης και στην ζωτική επίδραση που μπορεί αυτή να έχει στην ψυχογεωγραφία του τόπου** ούτως ώστε το εμπόρευμα να μπορεί εν δυνάμει να αναδομεί το περιβάλλον του συνολικά ως προς τις δικές του νόρμες και τις προκαθορισμένες συντεταγμένες που αυταρχικά επιβάλλει.
        Ο Ντεμπόρ εξάλλου το θέτει ρητά και κατηγορηματικά στο κεφάλαιο που αφορά την Χωροταξία στην Κοινωνία του Θεάματος. Και το νέο μουσείο της Ακρόπολης δεν κάνει τίποτα άλλο από το να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του Ντεμπόρ στα εδάφια 169 & 171.*** Πρακτικά το κτίσμα δεν οικειοποιείται τον περιβάλλοντα χώρο του με αθώες και δεξιοτεχνικές χειρονομίες αλλά ανασυνθέτει αυτό το σύνολο του χώρου ως δικό του διάκοσμο. Εν προκειμένω το σημαίνον είναι το ίδιο το κτήριο και η άθλια αισθητική του ενώ όλα τα υπόλοιπα (τα εκθέματα, οι αρχαιολογικοί χώροι, τα γειτνιάζοντα κτήρια με ιστορική σημασία, οι διαδρομές πρόσβασης) έρχονται σε δευτερεύουσα και ασήμαντη μοίρα.
Είναι ολοφάνερη ακόμα και στην μακέτα η αδυναμία συνύπαρξης
  Αναμφισβήτητα αποκομίζεις αυτήν την αίσθηση όταν παρατηρείς ιδίοις όμμασι και βιώνεις το εν λόγω τερατούργημα. Το μουσείο αρνείται να εντάξει τον αρχαίο ερειπιώνα που αναδύεται από τα έγκατα των θεμελίων του όπως επίσης αρνείται περιφρονητικά να συνδιαλεχθεί ως κτιριακός όγκος με το νεοκλασικό κτήριο Βάυλερ που βρίσκεται στα αριστερά της κύριας εισόδου του. Δεν αδυνατεί απλώς να αφομοιώσει το τοπίο που το περιβάλλει αλλά σε προφανή αντίθεση αυτής της αδυναμίας κυριαρχεί επάνω του απολυταρχικά και με αυτοαναφορικό τσαμπουκά. Μετατρέπει τον  περιβάλλοντα χώρο του σε εύπεπτο διάκοσμο αφαιρώντας την ιδιαίτερη σημασία του τοπίου και αναιρεί κάθε σπουδαιότητα που έχουν όλα τα προαναφερόμενα τοπόσημα (Κτήριο Βάυλερ, αρχαίος ερειπιώνας, πολυκατοικίες Αρεοπαγίτου). Λειτουργεί σε πρακτικό επίπεδο ακριβώς όπως λειτουργεί κάθε εμπόρευμα όταν θέλει να σέβεται την ύπαρξη του ως τέτοιο και πλασάρεται εγωκεντρικά με την φετιχιστικά επίμονη αναφορά στον εαυτό του. 
      Εν ολίγοις το Νέο Μουσείο Ακρόπολης κάνει ό, τι κάνουν όλα τα μεταμοντέρνα τερατουργήματα όπως είναι η τενεκεδένια πολιτεία του Γκούγκενχάιμ στο Μπιλμπάο ή ο αλλοπρόσαλλος απειλητικός καθρέφτης της κεντρικής βιβλιοθήκης στο Σιάτλ. Βιάζει την στοιχειώδη συναίσθηση της προσωπικής αισθητικής κάθε ατόμου και αποδομεί κάθε ίχνος φαντασίας στον εκάστοτε επισκέπτη. Με άλλα λόγια ο επισκέπτης λειτουργεί αποκλειστικά ως ένας αυτιστικός θεατής του βιωμένου χώρου του ενόσω υφίσταται τον απόλυτο διαχωρισμό επάνω σε δύο διακριτές ποιότητες του ψυχισμού του όπως είναι η αισθητική και η φαντασία, τις οποίες το "εμπορευματικό κάλλος" διαρκώς του τις ευνουχίζει αποκόπτωντας αυτές τις ποιότητες από την ιδιοσυγκρασία του διαμέσου των ανιαρών βιωμάτων και των αποχαυνωτικών στιγμών που του προσφέρει κατά κόρον η θεαματική τώρα πολεοδομία. Βεβαίως όλα αυτά είναι ασήμαντα για τον εκάστοτε καταπιεσμένο καταναλωτή (ανεξαρτήτως ταξικής προέλευσης) που ως άλλος σύγχρονος ιθαγενής όταν το εμπόρευμα του προσφέρει χάντρες και καθρεφτάκια ανάλογα με τα μπιχλιμπίδια του Νέου Μουσείου Ακρόπολης, εκείνος από δουλικότητα τρέχει έμπλεος μέσα στην άγνοια της χαράς του να τα αποδεχθεί και να υποταχθεί όπως ακριβώς έπραξε και ο τότε υπουργός πολιτισμού στα εγκαίνια αυτού του τερατουργήματος και τωρινός αρχοντοχωριάτης πρωθυπουργός.
     Θα μπορούσαμε επίσης να υποθέσουμε πως τα τα μόνα κτίσματα που θα έπρεπε να γκρεμιστούν γύρω από το νέο μουσείο Ακροπόλεως, δεν είναι οι δύο διατηρητέες πολυκατοικίες της Διονυσίου Αρεοπαγίτου αλλά ολόκληρη η οικοδομική λαίλαπα των εργολάβων που περικυκλώνει το καινούργιο αρχιτεκτόνημα σε ακτίνα μισού μιλίου. Μόνο έτσι θα ανέπνεε ο αστικός χώρος και θα μπορούσε ίσως να αποδοθεί με ευκρίνεια η δίκαιη κλίμακα ενός νέου Μουσείου. Ανάμεσα σε όλη αυτή την αμείλικτη κακογουστιά που πνίγει το μάτι, το κτίσμα του νέου μουσείου αδυνατεί να δώσει το ακριβές του στίγμα και συνάμα φαντάζει στο βλέμμα μας ως απειλητικός τσιμεντογυάλινος Κύκλωπας που ήρθε για να εγκατασταθεί μέσα στην οικοδομική βαβούρα αυθαίρετα και ετσιθελικά. Όπως αναδύεται μέσα από τον αντιαισθητικό ορυμαγδό, νομίζεις πλέον ότι μας παριστάνει τον νέο νταή της τσαμπουκαλίδικης νοοτροπίας του πτωχαλαζονικού μεταπολιτευτικού κράτους.
     Και αυτό το κτίσμα δεν μπόρεσε να ξεφύγει από έναν αδυσώπητο κανόνα. Ειδικά σε μία χώρα όπως η δική μας όπου η αρχιτεκτονική παραμερίζεται αδιαμαρτύρητα από τα οικονομικά συμφέροντα και τις εργολαβικές παρεμβάσεις κανένα κτήριο πλην ελαχίστων εξαιρέσεων δεν μπορεί να συνταιριάξει με το υπόλοιπο αστικό περιβάλλον μέσα στην αχανή οικοδομική έρημο της Αθήνας. Τα παραδείγματα είναι πάμπολλα και εκτεταμένα. Στην περίπτωση του μουσείου το νέο αρχιτεκτόνημα των Τσουμί και Φωτιάδη όπως προαναφέρθηκε αδυνατεί να αφομοιώσει το αίσθημα του τοπίου αλλά και του αρχαίου ερειπιώνα από κάτω του.
Πρόσοψη Νέου Μουσείου στην αρχιτεκτονική μελέτη που υποβλήθηκε το 1990
  Ως εκ τούτου η σύγκριση του με την μελέτη σε παλαιότερο δημόσιο διαγωνισμό του Κυριάκου Κρόκου είναι αναπόφευκτη και αναγκαία. Στο πόνημα του Κρόκου για το νέο μουσείο όπου δεσπόζουν τα εσωτερικά αίθρια και το μοναστηριακό κλίμα αναδύεται μια αύρα κλασικότητας που παραπέμπει άμεσα στην λατρεία του αρχιτέκτονα για τον νεοκλασικισμό. Σε όλα του τα έργα η χρήση του τσιμέντου ως πρωταρχικού δομικού υλικού εμπίπτει με σεβασμό σε αυτό που η φύση υπαγορεύει και μαζί της το ίδιο το ελληνικό φως απαιτεί στη σχέση τους με τους κτιριακούς όγκους και τις ύλες τους. Ο Κρόκος φανερώνει στην αρχιτεκτονική του τα αισθήματα ενός σεμνού λυρισμού και μιας δωρικότητας ώστε να τα ανακαλέσει πίσω στην λησμονημένη μας μνήμη, διαφυλάττοντας ουσιαστικά την αρχιτεκτονική κληρονομιά.
    Στον αντίποδα το νέο μουσείο είναι ένα πομπώδες μεταμοντέρνο αρχιτεκτόνημα μνημειακού τύπου που κουβαλάει στην πλάτη του εξ ορισμού μια αήττητη αντίφαση και καμία κληρονομιά. Στην πραγματικότητα το κτίριο ως αυτόνομο οικοδόμημα δεν ανακαλεί τίποτα στην μνήμη κι ας έχει σαφείς προθέσεις ηθελημένης αναφοράς στο μνημείο που δεσπόζει από πάνω του. Το μόνο που ανακαλεί είναι τα δομικά υλικά των κτιριακών γραφείων στην Βωβούπολη της Λεωφόρου Κηφισίας ήτοι ανοικονόμητο μπετόν αρμέ με ατέρμονα υαλοπετάσματα. Κούφια αίσθηση και εκκωφαντικό κενό. Ακριβώς ό,τι συντάσσει η αρχιτεκτονική του Θεάματος. Κανένα ίχνος συγκίνησης, καμία οικειότητα στο βλέμμα. Μόνο ρηχός και εύπεπτος εντυπωσιασμός, μία μεταμοντέρνα τούρτα θράσους.
Βυζαντινό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Ελληνικός Εξπρεσιονισμός
   Η σύγκριση των δύο σχεδίων ρέπει συντριπτικά προς την πλευρά του Κυριάκου Κρόκου παρ' όλο που το δικό του σχέδιο παρέμεινε στο στάδιο της μελέτης γιατί η αρχιτεκτονική του επέλεξε συνειδητά να αναζωπυρώνει την ευαισθησία της μνήμης. Να προκαλεί στοχασμούς και συγκινήσεις, μικρές συνειδησιακές περιπέτειες που λείπουν τόσο έντονα από την κακοποιημένα λειψή ζωή μας. Συγκινήσεις που καθίστανται ασύμβατες μέσα στην κυρίαρχη εμπορευματική ζωή και που αυτού του είδους η δημιουργία μπορεί να επαναφέρει. Και αν και η αρχιτεκτονική του Κρόκου δεν ήταν καταστασιακή γιατί εκκινούσε από κίνητρα άσχετα με αυτά των καταστασιακών (και πως θα μπορούσε άλλωστε να είναι αφού δεν εφαρμόστηκε εκτός των πλαισίων της εμπορευματικής κοινωνίας ούτε αποσκοπούσε στην ανατροπή της) εν τούτοις πετυχαίνει τον στόχο της διέγερσης των αισθήσεων και της συνείδησης επειδή επέλεγε με πλήρη συναίσθηση να συνδιαλεχθεί με την ιστορία και την φύση του τόπου που την ανέθρεψε. Και ίσως γι' αυτό η αρχιτεκτονική του να είναι ευεπίφορη στην πρόκληση συνειδησιακής και ψυχικής ατμόσφαιρας η οποία θα μπορούσε υπό αυστηρές προϋποθέσεις να οδηγήσει σε αυτό που έθεταν ως αίτημα οι καταστασιακοί δηλαδή την δημιουργία καταστάσεων μέσα από την ενιαία πολεοδομία και κατ' αυτόν τον τρόπο και την απόρριψη του θεατή ως ρόλου που η εμπορευματική κοινωνία απολυταρχικά μας επιβάλλει.


* Art Deco είναι το αρχιτεκτονικό ρεύμα που συνηθίζουμε να βλέπουμε σε κτίρια που απεικονίζονται στα κόμικ υπερηρώων της μεσοπολεμικής εποχής τύπου Μπάτμαν.
** Και συγκεκριμένα στην διέγερση των συναισθημάτων που προκαλούν τα δύο κτίσματα της Διονυσίου Αρεοπαγίτου

*** 169: Η κοινωνία που διαπλάθει ολόκληρο το περιβάλλον της, συγκρότησε την ειδική τεχνική της ώστε να επεξεργασθεί τη συγκεκριμένη βάση αυτού του συνόλου των έργων: το ίδιο της το έδαφος. Η πολεοδομία είναι η οικειοποίηση του φυσικού και ανθρώπινου περιβάλλοντος από τον καπιταλισμό, που εξελισσόμενος λογικά σε απόλυτη κυριαρχία, δύναται και οφείλει να ανασυνθέσει το σύνολο του χώρου ως δικό του διάκοσμο.
171: Εάν όλες οι τεχνικές δυνάμεις της καπιταλιστικής οικονομίας πρέπει να νοούνται ως δρώσες δυνάμεις διαχωρισμών, στην περίπτωση της πολεοδομίας έχουμε να κάνουμε με τον εξοπλισμό της γενικής τους βάσης, με την προπαρασκευή του εδάφους που είναι πρόσφορο για την ανάπτυξη τους, δια της ίδιας τεχνικής του διαχωρισμού.
Εσωτερική άποψη από το Βυζαντινό Μουσείο

 Παραπομπές:
α) Κοινωνία του Θεάματος ~ Γκυ Ντεμπόρ. Εκδόσεις: Διεθνής Βιβλιοθήκη, 2000
β) Το Κεφάλαιο, 1ος τόμος ~ Κάρλ Μαρξ. Εκδόσεις: Σύγχρονη Εποχή, 2002
γ) Η "αύρα" των παλιών μουσείων εναντίον της "εμπειρίας" των καινούριων ~ Άνσελμ Γιάππε. Ιστοσελίδα Exit 22/5/2011
δ) Κυριάκος Κρόκος ~ Μονογραφία. Εκδόσεις Μουσείο Μπεάκη, 2012