Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Επανεξετάζοντας το Κεφάλαιο υπό το φως των «Grundrisse»


Επανεξετάζοντας το Κεφάλαιο υπό το φως των «Grundrisse» (των Βασικών γραμμών της κριτικής της πολιτικής οικονομίας) (1)
του Moishe Postone 




Η Κοινωνική κριτική θεωρία στον σύγχρονο κόσμο


Η κριτική κοινωνική θεωρία δεν ακολούθησε τους εκτεταμένους κοινωνικούς μετασχηματισμούς σε παγκόσμιο επίπεδο κατά την διάρκεια των τριών τελευταίων δεκαετιών που διανύουμε. Την σφοδρή και γόνιμη αναγέννηση της Μαρξιστικής σκέψης και επιστημολογίας των δεκαετιών του ’60 και του ’70 επακολούθησε μία σταθερή στροφή απομάκρυνσης από τον Μαρξισμό από την πλευρά αρκετών θεωρητικών. Η σφαίρα της διανόησης κυριαρχήθηκε από μεταμοντέρνες και ματαστρουκτουραλιστικές προσεγγίσεις που εμφανίζονταν σε πολλούς ως εύλογες κριτικές του Μαρξισμού. Ωστόσο κατέστη όλο και πιο σαφές ότι αυτού του είδους οι προσεγγίσεις δεν αντιλαμβάνονται επαρκώς την σημερινή εποχή. Αποτυγχάνουν να διαφωτίσουν τις βασικές ιστορικές αλλαγές που έχουν αναδιαρθρώσει τον κόσμο στις πρόσφατες δεκαετίες. Ακόμη και μεγάλοι στοχαστές, όπως ο Χάμπερμας, ο Φουκό και ο Ντεριντά εμφανίζονται τώρα ως θεωρητικοί μιας φθίνουσας ιστορικής κοινωνικής διαμόρφωσης - του παρακμάζοντος Φορντισμού. Οι κριτικές τους προσεγγίσεις διασαφηνίζουν όλο και λιγότερο το σύγχρονο κοινωνικό σύμπαν.
      Ένα προφανές μειονέκτημα αυτών των μετα-μαρξιστικών πραγματειών είναι η απουσία σημαντικών οικονομικών και πολιτικών ζητημάτων, μία απουσία που είναι κραυγαλέα επάνω στην αντιμετώπιση της συνεχούς εξέλιξης της παγκοσμιοποίησης. Συγχρόνως είναι ξεκάθαρο πως όσο απαραίτητη κι' αν είναι η ενσωμάτωση αυτών των οικονομικών και πολιτικών δεδομένων στις κριτικές θεωρίες του παρόντος δεν μπορεί να υπάρξει καμία εύσχημη επιστροφή στον παραδοσιακό Μαρξισμό. Η παραδοσιακή θεωρητική δομή απέτυχε να παρέχει την βάση για μία επαρκή ιστορική ανάλυση των Κομμουνιστικών καθεστώτων της συσσώρευσης. Οι πολιτικές και οικονομικές προϋποθέσεις τους τέθηκαν σε αμφισβήτηση επί τη βάσει της αυξανόμενης σπουδαιότητας των επιστημονικών γνώσεων και της προηγμένης τεχνολογίας στην εξέλιξη της παραγωγής. Και τα ιδανικά της χειραφεσίας τους ολοένα και περισσότερο απομακρύνονται από τις τρέχουσες κοινωνικές και πολιτισμικές δυσαρέσκειες.
       Παρ’ όλα αυτά οι τωρινές ιστορικές τάσεις υποδηλώνουν την σπουδαιότητα για την εκπόνηση μίας πιο επαρκούς κριτικής θεωρίας του καπιταλισμού. Αν και αυτές οι τάσεις περιλαμβάνουν μέσα τους τις εξελίξεις που υπογραμμίζουν τον αναχρονιστικό χαρακτήρα της παραδοσιακής Μαρξιστικής θεωρίας - όπως είναι για παράδειγμα ο πολλαπλασιασμός των νέων κοινωνικών κινημάτων με τα μαζικά οικολογικά κινήματα, τα φεμινιστικά και τα κινήματα των γκέι, τα κινήματα χειραφέτησης των μειονοτήτων, καθώς επίσης, και η αυξανόμενη δυσαρέσκεια που εκφράζεται σε διάφορα «φονταμενταλιστικά» κινήματα - οι πρόσφατες δεκαετίες χαρακτηρίστηκαν από την επανεμφάνιση των οικονομικών εξαρθρώσεων που εξαπλώθηκαν σε όλο τον πλανήτη και την εντατικοποίηση των ένδο-καπιταλιστικών αντιπαλοτήτων σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτές οι εξελίξεις υποδηλώνουν πως μία επαρκής κριτική ανάλυση του σύγχρονου κόσμου θα πρέπει να είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται αφενός τις σημαντικές νέες του διαστάσεις και αφετέρου την υποκείμενη συνέχεια του ως καπιταλισμού.
     Οι Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας (Grundrisse) μπορούν να παρέχουν το σημείο εκκίνησης για μία αναζωογονημένη κριτική ανάλυση βασισμένη σε μία θεμελιακή επανεξέταση της καπιταλιστικής φύσης. Αυτό το χειρόγραφο συντάχθηκε μεταξύ των ετών 1857-58 και αφού εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1939 δεν είχε γίνει ευρέως γνωστό μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και έως τις αρχές της δεκαετίας του '70. Καίτοι ο Μαρξ δεν πρόλαβε να επεξεργαστεί όλες τις πτυχές της ώριμης κριτικής θεωρίας του μέσα στις Βασικές Γραμμές, η γενική κατεύθυνση της για την καπιταλιστική νεωτερικότητα όπως και η φυσιογνωμία και η σημασία των θεμελιακών κατηγοριών αυτής της κριτικής προκύπτουν ξεκάθαρα σε αυτό το χειρόγραφο. Το Κεφάλαιο είναι πιο δύσκολο να αποκρυπτογραφηθεί και υπόκειται εύκολα σε παρανοήσεις καθόσον είναι πολύ αυστηρά δομημένο ως μία έμφυτη κριτική - κριτική που επιχειρήθηκε από μία σκοπιά σύμφυτη με το αντικείμενο της ερευνάς της. Για τον λόγο αυτό οι κατηγορίες του μπορούν να παρεξηγηθούν ως καταφατικές και όχι ως κριτικές. Ως εκ τούτου, πολύ συχνά, το αντικείμενο της κριτικής του Μαρξ θεωρήθηκε σαν να είναι η σκοπιά της κριτικής του - ένα ζήτημα στο οποίο θα επανέλθουμε αργότερα. Αυτή η παρανόηση δεν αποτελεί πρόβλημα για τις Βασικές Γραμμές αφού αυτές δεν είναι τόσο αυστηρά δομημένες. Επειδή ο Μαρξ ακόμα επεξεργαζόταν την κατηγορική (2) ανάλυση του σ’ αυτό το χειρόγραφο, η στρατηγική του πρόθεση είναι πιο προσιτή απ’ ό,τι στο Κεφάλαιο. Ως εκ τούτου οι Βασικές Γραμμές (Grundrisse) μπορούν να διαφωτίσουν την φύση και την κατεύθυνση της συνεκτικής κριτικής του Μαρξ για την πολιτική οικονομία. Η ανάγνωση υπό το πρίσμα του χειρογράφου του 1857-8 αυτής της κριτικής μπορεί να παρέχει την βάση για μία καταλληλότερη κριτική θεωρία του σύγχρονου κόσμου από αυτή που είναι εφικτή μέσα στο παραδοσιακό Μαρξιστικό πλαίσιο θεωρίας. (3)


Παραδοσιακός Μαρξισμός



Πριν αναπτύξω λεπτομερώς τον συγκεκριμένο ισχυρισμό με τις αντίστοιχες παραπομπές από τις Βασικές Γραμμές (Grundrisse) θα περιγράψω εν συντομία την έννοια του «παραδοσιακού Μαρξισμού» σ’ αυτό το κεφάλαιο. Η έννοια αυτή δεν αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη ιστορική τάση του Μαρξισμού, αλλά γενικότερα στην εν γένει ανάλυση του καπιταλισμού η οποία βασίζεται ουσιαστικά σε όρους που αφορούν τις ταξικές σχέσεις, που εκπορεύονται από την ατομική ιδιοκτησία και δέχονται την μεσολάβηση της αγοράς. Οι σχέσεις κυριαρχίας γίνονται κατανοητές κυρίως από την σκοπιά της ταξικής κυριαρχίας και εκμετάλλευσης. Μέσα σ' αυτήν την γενικευμένη ερμηνευτική δομή ο καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από μία διογκούμενη δομική αντίφαση μεταξύ των βασικών κοινωνικών σχέσεων (που ερμηνεύονται ως ατομική ιδιοκτησία και αγορά) και των παραγωγικών δυνάμεων (που ερμηνεύονται ως ο βιομηχανικός τρόπος παραγωγής). Ο σοσιαλισμός κατανοείται πρωταρχικά από την θέση της συλλογικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και τον κεντρικό τους σχεδιασμό/συντονισμό εντός ενός βιομηχανοποιημένου πλαισίου. Δηλαδή συλλαμβάνεται ως ένας ακριβοδίκαιος και ρυθμιζόμενος τρόπος διανομής κατάλληλος για την βιομηχανική παραγωγή (αυτή γίνεται αντιληπτή ως μία διαδικασία ουσιαστικά ανεξάρτητη του καπιταλισμού).
     Αυτή η καθολική κατανόηση είναι δεσμευμένη σε μια νομοτελειακή επεξήγηση των βασικών κατηγοριών της κριτικής του Μαρξ στην πολιτική οικονομία. Για παράδειγμα η κατηγορία της αξίας θεωρήθηκε γενικά ως μια προσπάθεια να καταδειχθεί πως η άμεση ανθρώπινη εργασία συνεχώς και παντού δημιουργεί κοινωνικό πλούτο, που στον καπιταλισμό ο κύριος μεσολαβητής του είναι η αγορά. Η θεωρία του Μαρξ για την υπεραξία σύμφωνα με τις συγκεκριμένες γνώμες περιγράφει την ύπαρξη της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης υποδηλώνοντας την εργασία που δημιουργεί μονάχα προϊόντα σε πλεόνασμα τα οποία στην συνέχεια ιδιοποιούνται από τον καπιταλιστή.(4)
     Αυτή η συγκεκριμένη ερμηνεία βασίζεται σε μία διιστορική αντίληψη της εργασίας ως δραστηριότητας που διαμεσολαβεί τους ανθρώπους και την ίδια την φύση μετασχηματίζοντας την ύλη με τρόπους ηθικής στοχοπροσήλωσης και τίθεται ως προϋπόθεση της κοινωνικής ζωής. Η αντίληψη για την «δουλειά» την τοποθετεί ως πηγή του πλούτου σε όλες τις κοινωνίες και ως έννοια που συγκροτεί ό,τι είναι απολύτως οικουμενικό και πραγματιστικά κοινωνικό. Ωστόσο στον καπιταλισμό, η ιδιαιτερότητα και ο κατακερματισμός των κοινωνικών σχέσεων παρεμποδίζουν την αντίληψη μας ώστε να αποσαφηνίσει εντελώς ρεαλιστικά την έννοια της «δουλειάς». Γι' αυτό και η χειραφέτηση συνειδητοποιείται μέσα σε μία κοινωνική μορφή όπου η υπεριστορική «εργασία» απελευθερωμένη από τις διαστρεβλώσεις της αγοράς και της ατομικής ιδιοκτησίας έχει ρητά αναδειχθεί ως η κανονιστική αρχή της κοινωνίας. (Βεβαίως αυτή η ιδέα είναι οριοθετημένη μέσα σ' εκείνη της σοσιαλιστικής επανάστασης που πραγματώνεται ως «αυτό-συνείδηση» του προλεταριάτου). Η «εργασία» εδώ προσφέρει την σκοπιά από την οποία πραγματώνεται η κριτική του καπιταλισμού.
       Εντός της βασικής εννοιολογικής δομής του «παραδοσιακού Μαρξισμού» υφίσταται ένα ευρύ φάσμα πολύ διαφορετικών θεωρητικών, μεθοδολογικών και πολιτικών προσεγγίσεων. (5) Έστω κι' αν παράχθηκαν πολύ ισχυρές οικονομικές, πολιτικές, κοινωνικές, ιστορικές και πολιτισμικές αναλύσεις μέσα σε αυτό το σχήμα οι περιορισμοί του έχουν προ πολλού γίνει ευδιάκριτοι επάνω στο μέτωπο των ιστορικών εξελίξεων του 20ου αιώνα. Ερχόμενοι αντιμέτωποι με τους όρους που θέτει η αναπόφευκτη παγκοσμιοποίηση του καπιταλισμού σήμερα, θα πρέπει τότε να θέσουμε και τον επαναπροσδιορισμό της έννοιας του κεφαλαίου που αποκόπτεται πλήρως από την παραδοσιακή Μαρξιστική δομή. 
    Έχει καταστεί σαφές, εξετάζοντας εκ των υστέρων, ότι η κοινωνική / πολιτική /οικονομική / πολιτισμική διαμόρφωση της ηγεμονίας του κεφαλαίου ήταν ιστορικά ποικιλόμορφη – από τον μερκαντιλισμό μέσω του φιλελεύθερου καπιταλισμού του 19ου αι. και του καπιταλισμού του Φορντισμού με επίκεντρο του το κράτος στον 20ο αι. στον σύγχρονο νέο-φιλελεύθερο παγκόσμιο καπιταλισμό. Και αυτό μας υποδεικνύει πως ο καπιταλισμός δεν μπορεί να ταυτοποιηθεί πλήρως με καμία από τις ιστορικές του διαμορφώσεις με αποτέλεσμα να ανακύπτει το ζήτημα της φύσης του θεμελιώδη πυρήνα του ως μορφή της κοινωνικής ζωής, δηλαδή αυτό που αφορά την ίδια την φύση του κεφαλαίου.


Grundrisse (Βασικές Γραμμές): ο καπιταλιστικός πυρήνας

 


Οι Βασικές γραμμές – Grundrisse βοηθούν στην αποσαφήνιση της συνεκτικής αντίληψης του Μαρξ για τον κατεξοχήν πυρήνα του καπιταλισμού και για την ουσία της ιστορικής του υπέρβασης με τρόπους που στοχεύουν πέρα από τα όρια της παραδοσιακής Μαρξιστικής ερμηνείας. Σε μία παράγραφο κρίσιμης σημασίας του χειρογράφου που τιτλοφορείται «Αντίφαση ανάμεσα στη βάση* της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής (μέτρο αξίας) και την ίδια την ανάπτυξη της» (Μάρξ, Βασικές Γραμμές, σελ: 536)** ο Μαρξ υποδηλώνει πως αντιλαμβάνεται κατά βάση τον πυρήνα του καπιταλισμού και μαζί τη θεμελιώδη αντίφαση του που γεννά το ιστορικό ενδεχόμενο της μετά-καπιταλιστικής μορφής της κοινωνικής ζωής. Ξεκινάει την παράγραφο δηλώνοντας ότι «Η ανταλλαγή ζωντανής με αντικειμενοποιημένη εργασία, δηλαδή η τοποθέτηση της κοινωνικής εργασίας στη μορφή της αντίθεσης κεφαλαίου και μισθωτής εργασίας, είναι η τελευταία ανάπτυξη της αξιακής σχέσης και της παραγωγής που βασίζεται στην αξία». (Μάρξ, Βασικές Γραμμές, σελ: 538) Ο τίτλος και η αρχική πρόταση της εν λόγω παραγράφου υποδεικνύουν ότι για τον Μαρξ η κατηγορία της αξίας εκφράζει τις βασικές σχέσεις της καπιταλιστικής παραγωγής – εκείνες τις κοινωνικές σχέσεις που χαρακτηρίζουν με τον πιο θεμελιώδη τρόπο τον ίδιο τον καπιταλισμό ως μορφή της κοινωνικής ζωής. Συγχρόνως η κατηγορία της αξίας εκφράζει μία συγκεκριμένη μορφή πλούτου. Η ανάλυση της αξίας λοιπόν, θα πρέπει να διευκρινίζει αμφότερες αυτές τις όψεις. Ως μορφή πλούτου η αξία έχει γενικώς κατανοηθεί σαν η κατηγορία της διαμεσολάβησης της αγοράς επάνω στον πλούτο που δημιουργεί η εργασία. Κι’ όμως όταν ο Μαρξ αναφέρεται στην «ανταλλαγή» κατά την οποία εξετάζει την «αξιακή σχέση», στα αποσπάσματα που παρατίθενται, δεν εννοεί την ανταλλαγή της κυκλοφορίας αλλά εκείνη της παραγωγής – «την ανταλλαγή ζωντανής με αντικειμενοποιημένη εργασία». Ο χαρακτηρισμός του Μαρξ για την αξία ως «βάση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής» υποδηλώνει ότι αυτή δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται απλούστατα ως μία κατηγορία διανομής των εμπορευμάτων δηλαδή ως απόπειρα να θεμελιώσουμε την αποκαλούμενη αυτό-ρυθμιζόμενη αγορά. Αντίθετα, θα πρέπει να νοείται πρωτίστως ως κατηγορία της ίδιας της καπιταλιστικής παραγωγής.
     Στις Βασικές γραμμές – Grundrisse, λοιπόν, η ανάλυση του Μαρξ επάνω στην αντίφαση που εμφανίζεται στον καπιταλισμό ανάμεσα στις «σχέσεις της παραγωγής» και στις «δυνάμεις της παραγωγής» διαφέρει από εκείνη των παραδοσιακών Μαρξιστικών θεωριών, οι οποίες εστιάζουν κριτικά στον τρόπο της διανομής (αγορά, ατομική ιδιοκτησία) και αντιλαμβάνονται αυτή την αντίφαση ανάμεσα στις σφαίρες της διανομής και της παραγωγής. Εκείνος κατηγορηματικά, ασκεί κριτική στις θεωρητικές προσεγγίσεις που εννοιοδοτούν τον ιστορικό μετασχηματισμό με όρους που αφορούν τον τρόπο της διανομής χωρίς να αναλογίζονται την δυνατότητα ότι ο τρόπος της παραγωγής δύναται να μεταμορφωθεί, παίρνοντας ως παράδειγμα την δήλωση του Τζον Στιούαρτ Μιλλ πως «οι νόμοι και οι όροι της παραγωγής πλούτου έχουν τον χαρακτήρα αληθειών του φυσικού κόσμου... Αυτό δεν συμβαίνει με την διανομή του πλούτου, Αυτή είναι ζήτημα αποκλειστικά των ανθρώπινων θεσμών». (6) Αυτός ο διαχωρισμός σύμφωνα με τον Μαρξ είναι αβάσιμος: «Οι ‘‘νόμοι και όροι’’ της παραγωγής του πλούτου και οι ‘‘νόμοι της διανομής του πλούτου’’ είναι οι ίδιοι νόμοι με διαφορετική μορφή, μεταβάλλονται και οι δύο, υφίστανται την ίδια ιστορική διαδικασία και γενικά δεν είναι παρά συνθετικά στοιχεία μιας ιστορικής διαδικασίας» (Μαρξ, Βασικές Γραμμές, σελ: 642).
      Αν η διαδικασία της παραγωγής είναι αλληλένδετη με τις θεμελιώδεις κοινωνικές σχέσεις του καπιταλισμού, εν τούτοις, η πρώτη δεν μπορεί να εξισωθεί με τις δυνάμεις της παραγωγής που τελικώς έρχονται σε αντίφαση με τις καπιταλιστικές σχέσεις της παραγωγής. Άντ’ αυτού, η ίδια η διαδικασία της παραγωγής θα πρέπει να θεωρηθεί εγγενώς συνδεδεμένη με τον καπιταλισμό. Αυτά τα αποσπάσματα δείχνουν με άλλα λόγια, ότι η αντίληψη του Μαρξ για την θεμελιώδη αντίφαση του καπιταλισμού δεν θα πρέπει να νοείται μεταξύ της βιομηχανικής παραγωγής από την μία πλευρά και της αγοράς μαζί με την καπιταλιστική ατομική ιδιοκτησία από την άλλη. Αυτή η αντίφαση απαιτεί περαιτέρω εξέταση.  
     Όταν ο Μαρξ μιλάει για την παραγωγή που βασίζεται στην αξία την περιγράφει ως τρόπο παραγωγής που «προϋπόθεση της είναι και παραμένει: η μάζα άμεσου χρόνου εργασίας, (δηλαδή) η ποσότητα καταβλημένης εργασίας να αποτελεί τον αποφασιστικό παράγοντα στην παραγωγή του πλούτου» (Μαρξ Βασικές Γραμμές σελ: 538). Εκείνο που χαρακτηρίζει την αξία ως μορφή πλούτου, σύμφωνα με τον Μαρξ, είναι ό,τι συνίσταται από την δαπάνη της άμεσης ανθρώπινης εργασίας στην διαδικασία της παραγωγής η οποία προσμετρείται χρονικά. Η αξία είναι μια κοινωνική μορφή που εκφράζει και μαζί βασίζεται επάνω στην δαπάνη του άμεσου εργασιακού χρόνου. Αυτή η μορφή για τον Μαρξ βρίσκεται μέσα στην ίδια την καρδιά του κεφαλαίου. Ως κατηγορία των θεμελιακών κοινωνικών σχέσεων που αποτελούν τον καπιταλισμό η αξία εκφράζει αυτό που είναι και παραμένει το βασικό θεμέλιο της καπιταλιστικής παραγωγής. Ωστόσο η παραγωγή που βασίζεται στην αξία δημιουργεί μία δυναμική που οδηγεί σε εντεινόμενη όξυνση μεταξύ του θεμέλιου λίθου του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και των αποτελεσμάτων της δικής του ιστορικής εξέλιξης:

Όμως στο μέτρο που αναπτύσσεται η μεγάλη βιομηχανία, η δημιουργία του πραγματικού πλούτου ολοένα λιγότερο εξαρτιέται από τον χρόνο εργασίας και  την ποσότητα καταβλημένης εργασίας· ολοένα περισσότερο από τη δύναμη  των υλικών παραγόντων που κινητοποιούνται στη διάρκεια του εργάσιμου χρόνου· και η δύναμη αυτή –η ισχυρή τους αποτελεσματικότητα– δεν βρίσκεται σε καμιά σχέση προς τον άμεσο χρόνο εργασίας που κοστίζει η παραγωγή τους, αλλά αντίθετα εξαρτιέται από τη γενική κατάσταση της επιστήμης και την πρόοδο της τεχνολογίας, δηλαδή λόγια της εφαρμογής αυτής  της επιστήμης στην παραγωγή... (Η ανάπτυξη αυτής της επιστήμης, ιδιαίτερα  της φυσικής επιστήμης, και μαζί της όλων των άλλων, συνδέεται κι αυτή πάλι με την ανάπτυξη της υλικής παραγωγής.) Αντίθετα, ο πραγματικός πλούτος εκδηλώνεται –κι αυτό είναι το σημάδι της μεγάλης βιομηχανίας– στην τεράστια δυσαναλογία ανάμεσα στον καταβλημένο χρόνο εργασίας και το προϊόν του, όπως και στην ποιοτική δυσαναλογία  ανάμεσα στην εργασία, που έχει αναχθεί σε καθαρή αφαίρεση, και τη δύναμη της παραγωγικής διαδικασίας που η εργασία επιβλέπει.
(Μαρξ: Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας (Grundrisse), τετράδιο VII, 3, σελ. 538)**

Η αντίθεση μεταξύ αξίας και “πραγματικού πλούτου” είναι μεταξύ μίας μορφής πλούτου που βασίζεται επάνω στον “χρόνο εργασίας και την ποσότητα καταβλημένης εργασίας” και μίας που δεν εξαρτάται στον άμεσο χρόνο εργασίας. Αυτή η αντίθεση είναι ζωτικής σημασίας ώστε να κατανοήσουμε την θεωρία της αξίας του Μαρξ και την αντίληψη του πάνω στην βασική αντίφαση της καπιταλιστικής κοινωνίας. Σημειώνει ολοφάνερα ότι η αξία δεν αναφέρεται ως επί το πλείστον στον κοινωνικό πλούτο, αλλά είναι μία ιστορικά συγκεκριμένη, πιθανώς παροδική κατηγορία που νοηματοδοτεί το θεμέλιο της καπιταλιστικής κοινωνίας. Πέραν τούτου, η αξία δεν είναι αμιγώς μία κατηγορία της αγοράς που συλλαμβάνει έναν ιστορικά συγκεκριμένο τρόπο της κοινωνικής διανομής του πλούτου. Μία τέτοια ερμηνεία με επίκεντρο την αγορά – που σχετίζεται με την θέση του Μιλλ πως ο τρόπος της διανομής είναι ιστορικά ευμετάβλητος όχι όμως και ο τρόπος της παραγωγής – συνεπάγεται την ύπαρξη μιας υπεριστορικής μορφής πλούτου που κατανέμεται διαφορετικά σε ξεχωριστές κοινωνίες. Ωστόσο σύμφωνα με τον Μαρξ, η αξία είναι ιστορικά μία ειδική μορφή του κοινωνικού πλούτου και είναι ουσιαστικά εγγενής σ’ ένα ιστορικά συγκεκριμένο τρόπο της παραγωγής. Συνεπώς αυτό μας δείχνει ότι διαφορετικές μορφές της κοινωνίας συσχετίζονται με διαφορετικές μορφές του πλούτου. (Ο προβληματισμός του Μαρξ σ’ αυτό το σημείο δείχνει ότι η μορφή του πλούτου, το είδος της εργασίας και η ακριβής διάρθρωση των κοινωνικών σχέσεων διαφέρουν σε ποικίλους κοινωνικούς σχηματισμούς.)
     Αρκετοί ισχυρισμοί που ασπάζονται την ανάλυση του Μαρξ επάνω στην μοναδικότητα της εργασίας ως πηγή της αξίας – τόσο υποστηρικτικοί όσο και επικριτικοί – παραβλέπουν την διάκριση του, μεταξύ ‘‘πραγματικού πλούτου” (ή ‘‘υλικού πλούτου”) και αξίας. Ωστόσο οι Βασικές Γραμμές – Grundrisse υποδεικνύουν ότι η «εργατική θεωρία της αξίας» δεν είναι μία θεωρία για την μοναδικότητα των ιδιοτήτων της εργασίας αορίστως, αλλά μία ανάλυση της ιστορικής ιδιαιτερότητας της αξίας ως μορφής πλούτου και ως εκ τούτου εξυπακούεται και ως ανάλυση της εργασίας που υποθετικά τον συγκροτεί. Επομένως είναι αποπροσανατολιστικό να επιχειρηματολογούμε υπέρ η κατά της θεωρίας του Μαρξ για την αξία σαν να επρόκειτο για την θεωρία της εργασίας του (υπεριστορικού) πλούτου – δηλαδή σαν ο Μαρξ να έχει συγγράψει μία πολιτική οικονομία αντί για την κριτική της πολιτικής οικονομίας. (7) Βεβαίως αυτό δεν σημαίνει πως η ερμηνεία του Μαρξ για την κατηγορία της αξίας ως μίας συγκεκριμένης ιστορικά κατηγορίας αποδεικνύει ότι η ανάλυση του για την σύγχρονη κοινωνία είναι άψογη, αλλά προϋποθέτει ότι αυτή η ανάλυση θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη με τους δικούς της ιστορικά καθορισμένους όρους και όχι σαν να ήταν μία διιστορική θεωρία της πολιτικής οικονομίας και μάλιστα του είδους εκείνου που ο Μαρξ επέκρινε εντονότατα.
     Αύτές οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι η αξία μέσα στο πλαίσιο της ανάλυσης του Μαρξ είναι μία κριτική κατηγορία που αποκαλύπτει, αφενός την ιστορική ιδιαιτερότητα της μορφής του πλούτου, και αφετέρου της παραγωγής που χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό. Η παράγραφος που παρατίθεται πιο πάνω δείχνει πως σύμφωνα με τον Μαρξ, η μορφή της παραγωγής που βασίζεται στην αξία αναπτύσσεται με τρόπο που φανερώνει την πιθανή ιστορική αυτοαναίρεση αυτής της αξίας. Σε μία ανάλυση που φαίνεται απολύτως σχετική με τις σύγχρονες συνθήκες ο Μαρξ ισχυρίζεται ότι καθώς η καπιταλιστική βιομηχανική παραγωγή αναπτύσσεται, η αξία καθίσταται ως μέτρο του κοινωνικού πλούτου όλο και λιγότερο κατάλληλη. Και αντιπαραβάλλει την αξία, μία μορφή πλούτου που είναι δέσμια με την δαπάνη ανθρώπινου εργασιακού χρόνου, με την γιγάντια πλουτοπαραγωγική δυνατότητα της σύγχρονης επιστήμης και τεχνολογίας: η αξία καθίσταται αναχρονιστική με τους όρους των δυνατοτήτων του συστήματος παραγωγής που αυτή δημιουργεί. Η πραγματοποίηση αυτής της δυνητικής τάσης θα είχε ως αποτέλεσμα την κατάργηση της αξίας.
      Εν τούτοις αυτή η ιστορική δυνατότητα δεν σημαίνει απλά και μόνο πως όλο και μεγαλύτερες ποσότητες εμπορευμάτων είναι πλέον εφικτό να παραχθούν επάνω στην βάση του υφιστάμενου τρόπου βιομηχανικής παραγωγής και να κατανεμηθούν πιο δίκαια. Η λογική της αυξανόμενης αντίφασης, μεταξύ του ‘‘πραγματικού πλούτου’’ και της αξίας, που εμφανίζει την πιθανότητα ο πρώτος να εκτοπίσει την τελευταία ως (καθ)οριστική μορφή του πλούτου, υποδηλώνει επίσης και την δυνατότητα μίας διαφορετικής παραγωγικής διαδικασίας που θα βασίζεται επάνω σε μια καινούργια και πιο απελευθερωτική κοινωνική οργάνωση της εργασίας:

Η εργασία δεν εμφανίζεται πια τόσο πολύ σαν ενταγμένη στην παραγωγική διαδικασία, όσο  αντίθετα ο άνθρωπος συμπεριφέρεται ο ίδιος σαν επόπτης και ρυθμιστής της παραγωγικής διαδικασίας... Προβάλλει δίπλα στην παραγωγική διαδικασία αντί να αποτελεί τον κυριότερο παράγοντα της. Σ΄ αυτή τη μεταλλαγή, σαν ο μεγάλος ακρογωνιαίος λίθος της παραγωγής και του πλούτου δεν εμφανίζεται η άμεση εργασία που εκτελεί ο ίδιος ο άνθρωπος, ούτε ο χρόνος αυτής της εργασίας, αλλά η ιδιοποίηση της γενικής παραγωγικής δύναμης του ανθρώπου, η δική του κατανόηση της φύσης και ο εξουσιασμός της διαμέσου της ύπαρξης του ανθρώπου σαν κοινωνικού σώματος – μ΄ ένα λόγο, η ανάπτυξη του κοινωνικού ατόμου. Η κλοπή ξένου εργάσιμου χρόνου, όπου  βασίζεται ο σημερινός πλούτος, παρουσιάζεται σαν μίζερη βάση μπροστά σ' αυτή τη νέα βάση που δημιούργησε και ανάπτυξε η ίδια η μεγάλη  βιομηχανία.
(Μαρξ: Βασικές γραμμές…(Grundrisse), τετράδιο VII, 3, σελ. 538)

Η συγκεκριμένη παράγραφος των Βασικών Γραμμών – Grundrisse καθιστά απολύτως σαφές ότι για τον Μαρξ η υπέρβαση του καπιταλισμού έχει ως συνέπεια την απενεργοποίηση της αξίας ως κοινωνικής μορφής του πλούτου, και εκείνη με τη σειρά της συνεπάγεται και το ξεπέρασμα του προκαθορισμένου τρόπου παραγωγής, που αναπτύχθηκε μέσα στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Ο χρόνος της εργασίας πλέον δεν θα χρησιμεύει ως μέτρο του πλούτου και η παραγωγή του πλούτου αυτού δεν θα πραγματοποιείται στο εξής, κυρίως από την άμεση ανθρώπινη εργασία στην διαδικασία της παραγωγής: «Από την στιγμή που η εργασία στην άμεση μορφή παύει να αποτελεί την μεγάλη πηγή του πλούτου, παύει – αναγκαστικά – ο χρόνος εργασίας να είναι μέτρο του πλούτου, και άρα η ανταλλακτική αξία μέτρο της αξίας χρήσης» (Μαρξ Βασικές Γραμμές σελ: 538).
     Με άλλα λόγια ο Μαρξ αναλύει τις βασικές καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις, την μορφή του πλούτου τους, την υλική μορφή της παραγωγής του και τον τρόπο που όλες αυτές είναι αλληλένδετες: η παραγωγή που επαφίεται στην αξία, ο τρόπος της παραγωγής που θεμελιώνεται στην μισθωτή εργασία και η βιομηχανική παραγωγή που βασίζεται στην εργασία των προλετάριων συνδέονται ουσιαστικώς στην ανάπτυξη της ανάλυσης του. Όθεν ο αυξανόμενα αναχρονιστικός χαρακτήρας της αξίας δηλοποιεί επίσης τον αυξανόμενα αναχρονιστικό χαρακτήρα της βιομηχανικής παραγωγικής διαδικασίας που εξελίσσεται μέσα στον καπιταλισμό. Η υπέρβαση της καπιταλιστικής κοινωνίας, σύμφωνα με τον Μαρξ, συνεπάγεται τον εκ βάθρων μετασχηματισμό της υλικής μορφής της παραγωγής, του τρόπου δηλαδή με τον οποίο οι άνθρωποι δουλεύουν.
     Παρ’ όλα αυτά η σοσιαλιστική κοινωνία, σύμφωνα με τον Μαρξ, δεν θα αναδυθεί αυτομάτως ως το αποτέλεσμα μίας γραμμικής, επαναστατικής ιστορικά εξέλιξης. Ο ριζικός μετασχηματισμός της παραγωγικής διαδικασίας που σκιαγραφείται ανωτέρω δεν είναι ένα οιονεί αυτόματο επακόλουθο της αστραπιαίας αύξησης της επιστημονικής και τεχνολογικής γνώσης ή της εφαρμογής τους. Είναι περισσότερο μια δυνατότητα που παρουσιάζεται από την αυξανόμενη εσωτερική κοινωνική αντίφαση. Μολονότι η διαδρομή της καπιταλιστικής ανάπτυξης προκαλεί την δυνατότητα μιας νέας, απελευθερωτικής κοινωνικής οργάνωσης της εργασίας, η γενική της συνειδητοποίηση είναι αδύνατη εντός του καπιταλισμού.

Το ίδιο το κεφάλαιο είναι η κινούμενη αντίφαση: προσπαθεί να περιορίσει τον χρόνο εργασίας στο ελάχιστο, ενώ από την άλλη μεριά τοποθετεί τον χρόνο εργασίας σαν μοναδικό μέτρο και πηγή του πλούτου. Μειώνει άρα τον εργάσιμο χρόνο με τη μορφή της αναγκαίας εργασίας για να τον αυξήσει με τη μορφή της υπερεργασίας· άρα τοποθετεί την υπερεργασία ολοένα περισσότερο σαν όρο –ζήτημα ζωής και θανάτου– για την αναγκαία.
(Μαρξ: Βασικές γραμμές…(Grundrisse), τετράδιο VII, 3, σελ. 539)**

Το ζήτημα του ‘‘αναγκαίου’’ και του ‘‘υπερεργασιακού’’(πλεονασματικού)*** χρόνου εργασίας δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν εδώ πλήρως. Είναι σημαντικό να προσέξουμε ότι, σύμφωνα με τον Μαρξ, καίτοι ο καπιταλισμός τείνει να αναπτύσσει ισχυρότατες παραγωγικές δυνάμεις οι δυνατότητες των οποίων καθιστούν τάχιστα απαρχαιωμένη την οργάνωση της παραγωγής που είναι βασισμένη στην άμεση δαπάνη εργασιακού χρόνου, η δομή της οργάνωσης είναι αυτή που δεν επιτρέπει την πλήρη πραγμάτωση αυτής της δυνατότητας. Η μόνη μορφή πλούτου που συγκροτεί το κεφάλαιο είναι αυτή που βασίζεται επάνω στην άμεση δαπάνη εργασιακού χρόνου. Γι’ αυτό τον λόγο ανεξαρτήτως της αυξανόμενης ασυμφωνίας μεταξύ της αξίας ως μέτρου και του υλικού πλούτου, η αξία εν τέλει δεν αντικαθίσταται από μία νέα μορφή πλούτου. (8) Άντ’ αυτού και σύμφωνα με τον Μαρξ, παραμένει η απαραίτητη δομική προϋπόθεση της καπιταλιστικής κοινωνίας (παρ’ ότι εκείνος υποστηρίζει σε ολόκληρο το Κεφάλαιο, εμφανώς κριτικά πως αυτή δεν είναι ρεαλιστική).

      Στην βάση των κατηγοριών του, της αξίας, του εμπορεύματος και του κεφαλαίου, ο Μαρξ δείχνει πως ο καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από μία εγγενή αναπτυξιακή δυναμική. Ωστόσο αυτή η δυναμική παραμένει εντός των καπιταλιστικών ορίων: δεν υπερβαίνει την ίδια της την κατάσταση. Οι κατηγορίες καθηλώνουν αμφότερες, τόσο την δυναμική όσο και τα όρια της: εκείνο που καθίσταται ως «υπερεργασία» (σ.τ.μ. πλεονασματική) υπό τους όρους της παραγωγής του υλικού πλούτου παραμένει δομικά ‘‘αναγκαίο’’ για το κεφάλαιο. Ο καπιταλισμός δίνει την αφορμή για το ενδεχόμενο της αναίρεσης του, χωρίς όμως αυτή να σημαίνει αυτόματα ότι αυτός θα εξελιχθεί σε κάτι άλλο. Ήτοι η δαπάνη της άμεσης ανθρώπινης εργασίας ενώ παραμένει κεντρική και απαραίτητη για το κεφάλαιο, παρά το γεγονός ότι η πρώτη καθίσταται αναχρονιστική από τις εξελίξεις που προκαλούνται από το τελευταίο, δημιουργεί μια εσωτερική όξυνση. Όπως έχω αναπτύξει λεπτομερώς στο «Χρόνος, Εργασία και Κοινωνική Κυριαρχία / Time, Labour, and Social Domination: A Reinterpretation of Marx’s Critical Theory» ο Μαρξ αναλύει την φύση της βιομηχανικής παραγωγής και την αναπτυξιακή της τροχιά με αναφορά σε αυτή την όξυνση (Postone 1993: 307-66).
     Τα συγκεκριμένα αποσπάσματα των Βασικών Γραμμών – Grundrisse υποδεικνύουν πως η ιδέα του Μαρξ για την δομική αντίφαση του καπιταλισμού δεν θα πρέπει να ταυτίζεται άμεσα με τον κοινωνικό ανταγωνισμό, όπως είναι η ταξική πάλη. Επίσης αποκαλύπτουν ότι η κατανόηση του Μαρξ για την καπιταλιστική αντίφαση δεν αναφέρεται με τον πλέον θεμελιώδη τρόπο σε μία αντίφαση μεταξύ του ιδιωτικού σφετερισμού και της κοινωνικοποιημένης παραγωγής. (9) Ως εκ τούτου διαφέρει θεμελιακά από εκείνη του παραδοσιακού Μαρξισμού. Στις Βασικές Γραμμές – Grundrisse ο Μαρξ δεν αναλύει την αντίφαση του καπιταλισμού ως εκείνης που βρίσκεται μεταξύ της διαδικασίας της παραγωγής και της αξίας, δηλαδή μεταξύ της καπιταλιστικής παραγωγής και των υφιστάμενων κοινωνικών σχέσεων εντός του καπιταλισμού. Αντιθέτως ο ίδιος αντιμετωπίζει την πρώτη όπως έχει διαμορφωθεί από την τελευταία: η παραγωγή του καπιταλισμού είναι ‘‘ο τρόπος της παραγωγής που βασίζεται στην αξία’’. Καθ’ αυτήν την έννοια στα τελευταία του γραπτά, ο Μαρξ αναφέρεται κατηγορηματικά στον βιομηχανικό τρόπο της παραγωγής ως «ειδικά καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής… (τεχνολογικά εξ ίσου)» (Καρλ Μαρξ: Αποτελέσματα της Άμεσης Διαδικασίας Παραγωγής, Εκδόσεις  Α/Συνέχεια: 1990 // Marx, Karl 1994: 428). Αυτά τα χωρία από τις Βασικές Γραμμές – Grundrisse υπονοούν ότι είναι η υλική μορφή της παραγωγής που πρόκειται να μετασχηματιστεί ταυτόχρονα με την υπέρβαση του καπιταλισμού. Επίσης διαψεύδουν την ιδέα πως η κριτική θεωρία του Μαρξ είναι ένα είδος επαναστατικής τεχνολογικής αιτιοκρατίας. (10) Απεναντίας εκείνος πραγματεύεται την τεχνολογία και την διαδικασία της παραγωγής ως εκ της κοινωνίας συγκροτούμενες: είναι αυτές οι δύο που μορφοποιούνται από την αξία. Επομένως δεν θα πρέπει απλά να ταυτίζονται με τις ‘δυνάμεις της παραγωγής’ που έρχονται σε αντίφαση με τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις. Ωστόσο, παρ’ όλο που η τεχνολογία και η διαδικασία της παραγωγής διαπλάθονται από τις καπιταλιστικές σχέσεις, ενσωματώνουν μαζί τους μία ανακολουθία. Η ανάλυση του Μαρξ κάνει διάκριση μεταξύ της πραγματικότητας από την μορφή που έχει λάβει η παραγωγή που συνίσταται από την αξία και της ροπής  της – μιας ροπής που καθηλώνει την πιθανότητα μιας νέας μορφής παραγωγής. Αυτή η διάκριση σε τελευταία ανάλυση προέρχεται από την αντιφατική φύση των καπιταλιστικών σχέσεων, τις οποίες ο Μαρξ στο Κεφάλαιο, τις θεμελιώνει επάνω στον διπλό χαρακτήρα των κατηγοριών της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνικής ζωής.
       Είναι σαφές από τα αποσπάσματα που παρατέθηκαν πως όταν ο Μαρξ στις Βασικές Γραμμές περιγράφει την υπέρβαση της αντίφασης του καπιταλισμού και δηλώνει ότι «η εργατική μάζα πρέπει η ίδια να ιδιοποιείται την υπερεργασία της» (Μαρξ: Βασικές Γραμμές σελ:541) δεν υπαινίσσεται μόνο την απαλλοτρίωση της ατομικής ιδιοκτησίας και την χρήση των προϊόντων που είναι σε πλεόνασμα με ένα πιο ορθολογικό, δίκαιο και αποτελεσματικό τρόπο. Η ιδιοποίηση για την οποία ο Μαρξ κάνει λόγο περιλαμβάνει επίσης την αυτοπαθή εφαρμογή της δυνατότητας, που είναι ενσωματωμένη στην προηγμένη καπιταλιστική παραγωγή, επάνω στην ίδια την διαδικασία της παραγωγής. Το σύστημα  της κοινωνικής αναπαραγωγής στο οποίο, ο πλούτος του δημιουργείται διά μέσου του σφετερισμού του άμεσου εργασιακού χρόνου και της δουλειάς των εργαζομένων ως γραναζιών ενός παραγωγικού μηχανισμού, είναι εφικτό να καταργηθεί. Αυτές οι δύο πλευρές του βιομηχανικού καπιταλιστικού τρόπου της παραγωγής είναι συνδεδεμένες, σύμφωνα με τον Μαρξ. Συνεπώς η υπέρβαση του καπιταλισμού όπως παρουσιάζεται στις Βασικές Γραμμές εμμέσως προβλέπει το ξεπέρασμα αμφότερων των τυπικών και ουσιαστικών πτυχών του τρόπου παραγωγής που στηρίζεται στην μισθωτή εργασία. Συνεπάγεται την κατάργηση ενός συστήματος διανομής που είναι βασισμένο επάνω στην ανταλλαγή εργασιακής δύναμης ως εμπορεύματος για έναν μισθό με τον οποίο αποκτώνται τα μέσα κατανάλωσης: και συνεπάγεται επίσης την κατάργηση ενός συστήματος παραγωγής που βασίζεται επάνω στην προλεταριακή εργασία, δηλαδή από την μονόπλευρη και κατακερματισμένη εργασία που είναι χαρακτηριστική της καπιταλιστικής βιομηχανικής παραγωγής. Όσον αφορά την κοινωνική οργάνωση της εργασίας η μαρξική αντίφαση πρέπει να γίνει κατανοητή ως μία διογκούμενη αντίφαση μεταξύ του είδους της εργασίας που οι άνθρωποι εκτελούν υπό καπιταλιστικές συνθήκες και του είδους της εργασίας που θα μπορούσαν να εξασκούν εάν η αξία καταργούταν καθώς και της παραγωγικής τάσης που αναπτύχθηκε εξαρτώμενη του καπιταλισμού και που θα χρησιμοποιούταν αυτομάτως για να απελευθερώσει τους ανθρώπους από την τυραννία της αλλοτριωμένης κοινωνικής οργάνωσης που συντίθεται από την ίδια τους την εργασία. Μακριά από τη συνεπαγωγή της συνειδητοποίησης του προλεταριάτου, η υπέρβαση του καπιταλισμού ενέχει την υλική κατάργηση της προλεταριακής εργασίας. Η χειραφέτηση της εργασίας απαιτεί την χειραφέτηση από την (αλλοτριωμένη) εργασία.
     Αυτή η ερμηνεία, παρέχοντας την βάση για μία ιστορική κριτική της συγκεκριμένης μορφής της παραγωγής εντός του καπιταλισμού (καθώς επίσης και της αφηρημένης διαμεσολάβησης και κυριαρχίας που εκφράζονται με τις κατηγορίες της αξίας και του κεφαλαίου) ρίχνει άπλετο φως στον πολύ γνωστό ισχυρισμό του Μαρξ  πως ο καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός σηματοδοτεί την ολοκλήρωση της προϊστορίας της ανθρώπινης κοινωνίας (Καρλ Μαρξ: Συμβολή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας // Marx 1987: 264). Η έννοια της υπέρβασης της προλεταριακής εργασίας υποδηλώνει ότι η «προϊστορία» θα πρέπει να νοηθεί αναφορική με εκείνους τους κοινωνικούς σχηματισμούς στους οποίους η αδιάλειπτη παραγωγή πλεονάσματος είναι υπαρκτή και κυρίως βασίζεται στην άμεση ανθρώπινη εργασία. Αυτό το χαρακτηριστικό είναι κοινό στις κοινωνίες που το πλεόνασμα δημιουργείται από τους σκλάβους, τους δουλοπάροικους ή τη μισθωτή εργασία. Ωστόσο ο σχηματισμός που βασίζεται επάνω στην μισθωτή εργασία, σύμφωνα με τον Μαρξ, χαρακτηρίζεται μοναδικά από μία δυναμική που μπορεί να προκαλέσει το ιστορικό ενδεχόμενο να καταστεί εφικτή η υπέρβαση του παραγωγικού πλεονασμού προϊόντων ο οποίος στηρίζεται στην ανθρώπινη εργασία ως εσωτερικό στοιχείο της παραγωγικής διαδικασίας. Ένας νέος κοινωνικός σχηματισμός θα μπορούσε να είναι δημιουργημένος μέσα στον οποίο «η υπερεργασία των πολλών έπαψε να είναι όρος για την ανάπτυξη του γενικού πλούτου, όπως και η μη-εργασία των λίγων έπαψε να είναι όρος για την ανάπτυξη των γενικών δυνάμεων του ανθρώπινου μυαλού» (Μαρξ: Βασικές Γραμμές σελ: 538).
     Για τον Μαρξ, λοιπόν, το τέλος της προϊστορίας σημαίνει την υπέρβαση της αντίθεσης ανάμεσα στην χειρωνακτική και την διανοητική εργασία. Ωστόσο, αυτή η αντίθεση δεν μπορεί να ξεπεραστεί απλώς και μόνο με την συγχώνευση της υπάρχουσας χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας. Η πραγμάτευση της παραγωγής από τον Μαρξ στις Βασικές Γραμμές υποδεικνύει πως εκτός από τον διχασμό των δύο συγκεκριμένων τρόπων εργασίας, συνεπάγεται επίσης και ο προκαθορισμός των χαρακτηριστικών τους, που βρίσκει την προέλευση του στην υπάρχουσα μορφή της παραγωγής. Ο διχασμός τους θα μπορούσε να ξεπεραστεί μόνο με την μετατροπή αμφότερων των υφιστάμενων τρόπων της χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας, δηλαδή με την ιστορική συγκρότηση μιας νέας δομής και συνάμα κοινωνικής οργάνωσης της εργασίας. Μία τέτοια καινούργια δομή καθίσταται εφικτή, σύμφωνα με την ανάλυση του Μαρξ όταν το πλεόνασμα της παραγωγής παύει πλέον να στηρίζεται πρωταρχικά στην άμεση ανθρώπινη εργασία.
     Το παράθεμα των Βασικών Γραμμών – Grundrisse επάνω στην θεμελιακή αντίφαση του καπιταλισμού καθιστά σαφές, λοιπόν, πως η κριτική θεωρία του Μαρξ πρέπει ουσιαστικά να είναι κατανοητή ως η κριτική της εργασίας μέσα στον καπιταλισμό αντί να είναι η κριτική του καπιταλισμού από την σκοπιά της εργασίας (όπως υφίσταται στον παραδοσιακό Μαρξισμό). Αυτό έχει εκτεταμένες επιπτώσεις επάνω στην πρόσληψη του Κεφαλαίου και σκιαγραφεί μία θεμελιώδη διάκριση ανάμεσα στην κριτική του Μαρξ επάνω στην πολιτική οικονομία και της διαδεδομένης (παρ)ερμηνείας της ως μίας πολιτικής οικονομίας της κατάκρισης. Βεβαίως δεν είναι εφικτή η λεπτομερής επεξεργασία μιας τέτοιας ανάγνωσης στο Κεφάλαιο, επάνω στην βάση των Βασικών Γραμμών, εντός της δομής του παρόντος κεφαλαίου. Όμως για να είμαστε σε θέση να σκαριφίσουμε περιληπτικά τα κύρια σημεία της είναι σημαντικό να εξετάσουμε εν συντομία μία άλλη κρίσιμη ενότητα των Βασικών Γραμμών με τίτλο «Η μέθοδος της πολιτικής οικονομίας» (Μαρξ: Βασικές Γραμμές σελ: 66). 

Οι Βασικές Γραμμές: οι κατηγορίες του Μαρξ.


 Κάπου στο απώτερο μέλλον στον γαλαξία Λενινόια....

Σε αυτήν την ενότητα ο Μαρξ πραγματεύεται το ζήτημα ενός κατάλληλου σημείου εκκίνησης για την κριτική ανάλυση του. Καθιστά σαφές ότι οι κατηγορίες της ανάλυσης του δεν θα πρέπει να νοούνται με αυστηρούς οικονομικούς όρους. Τουναντίον, αυτές «εκφράζουν τις μορφές ύπαρξης [Daseinsformen], τους υπαρξιακούς προσδιορισμούς [Existenz- bestimmungen] …αυτής της καθορισμένης κοινωνίας» (Μαρξ: Βασικές Γραμμές σελ: 70, η πρόταση έχει ανασυνταχθεί). Ως τέτοιες είναι, ταυτοχρόνως, μορφές υποκειμενικότητας και αντικειμενικότητας: εκφράζουν «ότι είναι δοσμένο στο νου, όπως και στην πραγματικότητα» (Μαρξ: Βασικές Γραμμές η πρόταση έχει ανασυνταχθεί σελ: 70). Δηλαδή οι κατηγορίες του Μαρξ εμφανίζονται να συλλαμβάνουν ως ουσιαστικά αλληλένδετες διαστάσεις, την οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική έκφανση του σύγχρονου καπιταλιστικού βίου ενώ αυτές συνήθως αντιμετωπίζονται σαν ενδεχόμενα που σχετίζονται ως εξωγενή το ένα με το άλλο. Αυτή η κατηγορική προσέγγιση αντικρούει τις αντιλήψεις για τις σχέσεις της κοινωνικής αντικειμενικότητας και υποκειμενικότητας με συλλογιστικούς όρους που στηρίζονται σ’ ένα θεμελιακό/υπερδομικό μοντέλο. (11)
     Κι’ εκτός αυτού ο Μαρξ καθιστά σαφές ότι οι κατηγορίες τις κριτικής του είναι ιστορικά συγκεκριμένες. Ακόμα και οι κατηγορίες που παρουσιάζονται να είναι διιστορικές και πράγματι παίζουν έναν ρόλο αρκετά πρώιμα ιστορικά – όπως το χρήμα και η εργασία – είναι πλήρως ανεπτυγμένες και καταλήγουν ως αυτούσιες μόνο στην καπιταλιστική κοινωνία (Μαρξ: Βασικές Γραμμές σελ: 70).

Το παράδειγμα αυτό της εργασίας δείχνει έντονα, πώς ακόμα και οι πιο αφηρημένες κατηγορίες, παρόλο που –ακριβώς επειδή είναι αφηρημένες– ισχύουν για όλες τις εποχές, ωστόσο στον καθορισμένο χαρακτήρα αυτής της αφαίρεσης αποτελούν οι ίδιες εξίσου το προϊόν ιστορικών σχέσεων και έχουν την πλήρη τους ισχύ μονάχα γι αυτές και μέσα σ' αυτές τις σχέσεις.
     (Μαρξ: Βασικές γραμμές…(Grundrisse), εισαγωγή Μ, 18, σελ. 69-70)

Με άλλα λόγια σαν απλές, αφηρημένες κατηγορίες είναι «τόσο σύγχρονη(ες)… όσο και οι σχέσεις που δημιουργούν αυτή την απλή αφαίρεση» (Μαρξ: Βασικές Γραμμές σελ: 68). (12) Διότι οι κατηγορίες αφού είναι πλήρως ανεπτυγμένες, είναι και ιστορικά συγκεκριμένες,

Θα ’ταν λοιπόν άβολο και λαθεμένο να αφεθούν οι οικονομικές κατηγορίες να διαδεχτούν η μια την άλλη με τη σειρά που ιστορικά υπήρξαν καθοριστικές. Η σειρά τους καθορίζεται, αντίθετα, από τη σχέση που έχουν μεταξύ τους μέσα στη σύγχρονη αστική κοινωνία, σχέση που είναι ακριβώς η αντίστροφή από εκείνη που εμφανίζεται σαν η φυσική τους σχέση ή που αντιστοιχεί στη σειρά της ιστορικής εξέλιξης.
(Μαρξ: Βασικές γραμμές…(Grundrisse), εισαγωγή Μ, 18, σελ. 71)

Αντί αυτού, η κριτική ανάλυση θα πρέπει να εκκινεί με εκείνο που είναι το πλέον ουσιώδες για το αντικείμενο της. Στην αστική κοινωνία «το κεφάλαιο είναι η κυρίαρχη πάνω σε όλα οικονομική δύναμη», και επομένως «πρέπει να αποτελεί αφετηρία και τέρμα» (Μαρξ: Βασικές Γραμμές σελ: 71).
     Η έμφαση του Μαρξ επάνω στην ιστορική ιδιαιτερότητα του ερευνητικού αντικείμένου είναι εγγενώς συνδεδεμένη με το ζήτημα του εναρκτήριου σημείου της κριτικής του ανάλυσης. Όπως το είχε κάνει πρώιμα και στην Γερμανική Ιδεολογία ο Μαρξ επέμεινε στην κοινωνική και ιστορική συγκρότηση των μορφών συνείδησης, μια θέση που είναι πιο εκλεπτυσμένη στις Βασικές Γραμμές και αναφορική με την έννοια αντικειμενικού/υποκειμενικού χαρακτήρα των δομικών κατηγοριών της καπιταλιστικής κοινωνίας. Και αυτό υποδηλώνει ότι καμία θέση, συμπεριλαμβανομένης και του Μαρξ,  δεν έχει οικουμενική και υπεριστορική σημασία. Ωστόσο η ιστορική σχετικοποίηση της σκέψης δεν σημαίνει ότι μία βάσιμη θεωρία δεν είναι εφικτή: μία ιστορικά συγκεκριμένη θεωρία μπορεί να είναι σχολαστικά επαρκής ως προς το αντικείμενο της. Αυτό προϋποθέτει πως η θεωρία είναι αυτοαναφορική: πρέπει να είναι σε θέση να εξηγεί τα ενδεχόμενα με τους δικούς της όρους, με την βοήθεια των ίδιων κατηγοριών με τις οποίες εξετάζει το αντικείμενο της, δηλαδή να επεξηγεί το δικό της περιεχόμενο.
     Επιπλέον ο ιστορικά συγκεκριμένος χαρακτήρας της θεωρίας δεν είναι αμιγώς ένα ζήτημα του περιεχομένου αλλά είναι και ζήτημα της δομής: η δομή της δεν θα πρέπει να αντιβαίνει τον ιστορικά καθορισμένο χαρακτήρα της θεωρίας. Η θεωρία δεν μπορεί να παρουσιαστεί σε διιστορική μορφή, όπως για παράδειγμα σαν μία οικουμενικά έγκυρη μέθοδος που μπορεί απλώς να είναι εφαρμόσιμη σε ποικίλα αντικείμενα, με τα οποία σχετίζεται μόνο φαινομενικά. Αντίθετα η ιστορική ιδιαιτερότητα της θεωρίας απαιτεί ότι η γενική της ιδέα είναι η έννοια του αντικειμένου της. (Κατά ειρωνικό τρόπο όταν η θεωρία έχει αυτεπίγνωση και είναι ιστορικώς αυτό-αναφορικά καθορισμένη, αυτή η φαινομενικά υπεριστορική ρήση του Χέγκελ αποκτά την εγκυρότητα της.)
      Επομένως το σημείο εκκίνησης της κριτικής ανάλυσης δεν μπορεί να θεμελιώθει κατά τρόπο Καρτεσιανό, σε μία αναφορικά αναμφισβήτητη και υπεριστορικά έγκυρη αλήθεια. Αντίθετα το σημείο εκκίνησης πρέπει να είναι ιστορικά συγκεκριμένο, ο πυρήνας μιας ιστορικώς καθορισμένης ανάλυσης του ιστορικά συγκεκριμένου σχηματισμού που είναι δηλαδή το περιεχόμενο της. Εάν ο ‘Έγελος στην Επιστήμη της Λογικής ασχολούταν με το πρόβλημα του σημείου εκκίνησης για την ανάλυση μίας λογικής που δεν την προϋποθέτει, που σημαίνει με άλλα λόγια, την θεμελίωση της έξω από εκείνο που αναζητά να αποδείξει, ο Μαρξ απασχολούταν με το πρόβλημα ενός ιστορικά συγκεκριμένου, εναρκτήριου σημείου για μία κοινωνική κριτική θεωρία, η οποία δεν θεμελιώνει την υπόσταση της έξω από το αντικείμενο/περιεχόμενο της.
     Επειδή ένα τέτοιο σημείο εκκίνησης δεν μπορεί να θεσπιστεί σε κανένα διιστορικά έγκυρο θεώρημα, μπορεί μόνο να καταστεί εύλογο εμμενώς – με την εξελισσόμενη τροχιά του, σύμφωνα με την οποία κάθε διαδοχική στιγμή που εκτυλίχθηκε δικαιώνει αναδρομικά εκείνη που προηγήθηκε. Και κατ’ αυτό τον τρόπο το Κεφάλαιο πράγματι, είναι διαρθρωμένο. Οι κατηγορίες από την αρχή – παραδείγματος χάριν το εμπόρευμα, η αξία, η αξία χρήσης, η αφηρημένη εργασία, η συγκεκριμένη εργασία – δικαιολογούνται στην πραγματικότητα μόνο από την επακόλουθη (διαδοχική) εξέλιξη αυτής της ανάλυσης. (13) Εκείνο που εμφανίζεται να είναι η διιστορική θεμελίωση τους στο πρώτο κεφάλαιο του Κεφαλαίου πρέπει να κατανοείται αναφορικά με την οργάνωση του Μαρξ στην αυστηρώς εγγενή λειτουργία της παρουσίασης τους η οποία δεν λαμβάνει μία εξωγενή θέση προς το αντικείμενο της. Κατανοητό με τον τρόπο αυτό, εκείνο που παρουσιάζεται ως διιστορική θέσπιση (όπως για παράδειγμα η αξία) δεν είναι παρά η θέση στην οποία οι υποκειμενικοί/αντικειμενικοί τύποι αυτό-προβάλλονται. Είναι ένας κατά συνέπεια-σχολιασμός, επάνω στον τρόπο σκέψης που παραμένει δέσμιος μέσα στα όρια των κατασκευασμένων μορφών της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας. (14)
 

Το Κεφάλαιο υπό το φως των Grundrisse


Σε αυτό το σημείο μπορούμε να σκιαγραφήσουμε εν συντομία μία ανάγνωση του Κεφαλαίου με βάση τους προσεκτικούς συλλογισμούς που έχουμε αναπτύξει έως τώρα. Όπως είναι ευρέως γνωστό το σημείο έναρξης του Κεφαλαίου είναι το εμπόρευμα. Επί τη βάσει των Βασικών Γραμμών είναι πλέον προφανές ότι η κατηγορία του εμπορεύματος δεν αναφέρεται στα εμπορεύματα όπως ίσως υφίστανται σε πολλούς κοινωνικούς σχηματισμούς. Ούτε εκφράζει ένα (πλασματικό) ιστορικό στάδιο της «αμιγούς εμπορευματικής παραγωγής» που υποτίθεται πως προϋπήρχε του καπιταλισμού. Αντιθέτως η κατηγορία του εμπορεύματος εδώ είναι ιστορικά συγκεκριμένη. Προσδιορίζει την πλέον στοιχειώδη κοινωνική μορφή της καπιταλιστικής κοινωνίας, την μορφή από την οποία ο Μαρξ ακολούθως συνέχισε, ώστε να αναπτύξει τα ουσιώδη γνωρίσματα και την δυναμική ιδιότητα αυτής της κοινωνίας. (15). Τα χαρακτηριστικά αυτής της μορφής – που είναι ταυτοχρόνως αξία και αξία χρήσης, επί παραδείγματι – θα πρέπει επίσης να κατανοούνται ως ιστορικά συγκεκριμένα. (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, α’ τόμος σελ: 75, 83 Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2002)
     Ως μορφή κοινωνικών σχέσεων το εμπόρευμα είναι παράδοξο σύμφωνα με τον Μαρξ: η συγκρότηση του γίνεται από την εργασία. Επομένως, αναγκαστικά υφίσταται σε αντικειμενοποιημένη μορφή και έχει ένα δισυπόστατο χαρακτήρα ως μορφή κοινωνικής διαμεσολάβησης και ως προϊόν, ως αξία και αξία χρήσης. Η έννοια του Μαρξ για την ιστορική ιδιαιτερότητα της εργασίας μέσα στον καπιταλισμό αποτελεί την βάση για την περιγραφή του εμπορεύματος. Υποστηρίζει ότι η εργασία έχει «διπλό χαρακτήρα» : είναι μαζί «συγκεκριμένη εργασία» και «αφηρημένη εργασία» (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, α’ τόμος σελ: 52, 55-60). Η «συγκεκριμένη εργασία» αναφέρεται στις εργασιακές δραστηριότητες που διαμεσολαβούν την αλληλεπίδραση του ανθρώπου με την φύση. Αν και μόνο στον καπιταλισμό όλες αυτές οι δραστηριότητες θεωρούνται τύποι μιας ευρύτερης δραστηριότητας – (συγκεκριμένη) εργασία – και όλα τα προϊόντα κατατάσσονται ως όμοια σαν αξίες χρήσης, αυτού του είδους η διαμεσολαβητική δραστηριότητα είναι υπεριστορική: υπάρχει σε όλες τις κοινωνίες. Η διάσταση της αξίας χρήσης που έχει το εμπόρευμα δεν είναι ιστορική αποκλειστικότητα του καπιταλισμού. Ωστόσο όμως, αυτό συνεπάγεται ότι η διάσταση της αξίας και η εργασία που την θεσπίζει είναι ιστορικά συγκεκριμένες. Γι’ αυτό το λόγο η «αφηρημένη εργασία» δεν είναι ως επί το πλείστον συγκεκριμένη εργασία, αλλά είναι μία διαφορετική, ιστορικά συγκεκριμένη κατηγορία. Όπως έχει υποστηριχθεί στο Χρόνος, Εργασία και Κοινωνική Κυριαρχία / Time, Labour and Social Domination αυτή η κατηγορία δηλοποιεί πως η εργασία στον καπιταλισμό έχει μια αποκλειστική κοινωνική λειτουργία η οποία δεν είναι ενδογενής με την εργασιακή δραστηριότητα ως τέτοια (Postone 1993: 123-85). Αντιθέτως, η προσδιορισμένη εκ του εμπορεύματος εργασία υπηρετεί το είδος ενός οιονεί αντικειμενικού μέσου με το οποίο τα προϊόντα των άλλων αποκτώνται (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, α’ τόμος σελ: 75, 78). Εν ολίγοις, μεσολαβεί μια νέα μορφή αλληλεξάρτησης στην οποία η εργασία των ανθρώπων ή τα προϊόντα της εργασίας τους λειτουργούν σαν αντικειμενικά μέσα για την προμήθευση των προϊόντων των άλλων. Η χρησιμότητα της εργασίας και των προϊόντων της, ως μέσων με τον συγκεκριμένο σκοπό, προκαταλαμβάνει αυτή την λειτουργία από την πλευρά των πρόδηλων κοινωνικών σχέσεων.
     Έτσι λοιπόν στα ώριμα έργα του Μαρξ η έννοια της απαραίτητης κεντρικότητας της εργασίας μέσα στην κοινωνική ζωή είναι ιστορικά συγκεκριμένη. Η πρόσληψη της δεν θα πρέπει να σημαίνει ότι η υλική παραγωγή είναι η πιο ουσιώδης διάσταση της κοινωνικής ζωής γενικά, ή του καπιταλισμού ειδικότερα. Εν αντιθέσει, αναφέρεται στην ιστορικώς συγκεκριμένη συγκρότηση από την εργασία μέσα στον καπιταλισμό, μιας μορφής διαμεσολάβησης η οποία χαρακτηρίζει εκ βάθρων αυτή την κοινωνία. Εν τούτοις, αυτή η διαμεσολαβητική δραστηριότητα δεν είναι ένα χαρακτηριστικό που είναι εγγενές στην εργασιακή δραστηριότητα. Συνεπακόλουθα δεν πρέπει – και δεν μπορεί – να παρουσιάζεται ως τέτοια. Αντί αυτού όταν το εμπόρευμα υπόκειται σε ανάλυση, η ιστορικά συγκεκριμένη διάσταση του, η αξία εμφανίζεται να συγκροτείται από την εργασία εν γένει χωρίς περαιτέρω ενδοιασμούς – είναι το «παραγωγικό ξόδεμα ανθρώπινου μυαλού, ανθρώπινων μυώνων, νεύρων, χεριών κ.λ.π.» (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, α’ τόμος σελ: 58). Κοντολογίς, η ιστορικά συγκεκριμένη και κοινωνικά διαμεσολαβητική λειτουργία της εργασίας, στον καπιταλισμό εμφανίζεται σαν υπεριστορική συγκεκριμένη εργασία, ως ‘‘επάγγελμα’’ – δηλαδή σαν μία οντολογική ουσία και όχι σαν μια ιστορικά συγκεκριμένη μορφή. Αυτή η οντολογική μορφή της εμφάνισης, της ιστορικά μοναδικής και κοινωνικά θεσπισμένης λειτουργίας που έχει η εργασία στον καπιταλισμό, αποτελεί τον θεμελιώδη ορισμό εκείνου που ο Μαρξ αποδίδει με τον όρο οι φετιχιστικές μορφές του καπιταλισμού. Διέπει όλες τις προσεγγίσεις που ιστορικοποιούν καθ’ υπέρβαση την κοινωνική θέσμιση του ρόλου της εργασίας μέσα στον καπιταλισμό, είτε καταφατικά (όπως στην κλασική πολιτική οικονομία του παραδοσιακού Μαρξισμού) είτε αρνητικά (όπως στην Διαλεκτική του Διαφωτισμού). (16)
     Η εργασία λοιπόν στον καπιταλισμό, δεν μεσολαβεί μόνο την αλληλεπίδραση των ανθρώπων και της φύσης αλλά καθιερώνει επίσης μια ιστορικά συγκεκριμένη κοινωνική διαμεσολάβηση σύμφωνα με τον Μαρξ. Ως εκ τούτου, οι αντικειμενοποιήσεις της (εμπόρευμα, κεφάλαιο) είναι αμφότερες καθορισμένα προϊόντα της εργασίας και αντικειμενοποιημένες μορφές της κοινωνικής διαμεσολάβησης. Επί τη βάσει της ανάλυσης αυτής, οι κοινωνικές σχέσεις που με τον πλέον θεμελιώδη τρόπο χαρακτηρίζουν την καπιταλιστική μορφή της κοινωνικής ζωής είναι εντελώς διαφορετικές σε χαρακτήρα από τις ποιοτικά συγκεκριμένες και φανερές κοινωνικές σχέσεις, όπως είναι οι σχέσεις της συγγένειας, που χαρακτηρίζουν άλλες μορφές κοινωνικής ζωής. Οι βασικές μορφές των κοινωνικών σχέσεων, που έχουν συσταθεί εντός του καπιταλισμού, είναι παραδόξως οιονεί αντικειμενικές και μαζί ρυθμιστικές, χαρακτηρίζονται δε από μια διχαστική αντίθεση ανάμεσα σε μία αφηρημένη, γενική, ομοιογενή διάσταση και σε μία συγκεκριμένη, ιδιαίτερη, υλική διάσταση (όπου αμφότερες εμφανίζονται να είναι εκ φύσεως παρά κοινωνικές).
     Αυτή η ιδιάζουσα μορφή διαμεσολάβησης συνίσταται από προσδιορισμένες μορφές της πρακτικής, αλλά καθίσταται κατά κάποιο τρόπο ανεξάρτητη των πρακτικών αυτών. Το αποτέλεσμα είναι μια νέα μορφή κοινωνικής κυριαρχίας που υποβάλλει τους ανθρώπους σε όλο και πιο απρόσωπες, «ορθολογικές» προσταγές και εξαναγκασμούς που δεν μπορούν να νοηθούν επαρκώς με τους όρους της απτής καθυπόταξης των κοινωνικών ομάδων, όπως είναι η κοινωνική τάξη ή οι θεσμικοί φορείς του κράτους και / ή της οικονομίας. Αντιστοίχως με την εξουσία, όπως εκείνη γίνεται αντιληπτή από τον Φουκώ, αυτή η μορφή κυριαρχίας δεν έχει καθορισμένο τόπο και παρουσιάζεται σαν να μην είναι καθόλου κοινωνική. Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι στατική, αλλά χρονικά δυναμική. Στο Κεφάλαιο, ο Μαρξ πραγματεύεται τον ιστορικά δυναμικό χαρακτήρα του καπιταλισμού ως ιστορικά καθορισμένο και προδιαγεγραμμένο χαρακτηριστικό αυτού του σχηματισμού της κοινωνικής ζωής, που στηρίζεται στον τρόπο της απρόσωπης κυριαρχίας, ως έμφυτου στις βασικές μορφές διάρθρωσης αυτής της κοινωνίας. Με τον τρόπο αυτό, σχετικοποιεί ιστορικώς την έννοια της εγγενούς ιστορικής δυναμικής.
     Εκείνο που οδηγεί αυτή την δυναμική είναι ο διπλός χαρακτήρας των υποκείμενων στον καπιταλισμό κοινωνικών μορφών. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να σημειωθεί εν προκειμένω ότι ο διαχωρισμός που κάνει ο Μαρξ στις Βασικές Γραμμές μεταξύ της αξίας και του ‘‘πραγματικού πλούτου’’ επανεμφανίζεται στο πρώτο κεφάλαιο του Κεφαλαίου ανάμεσα στην αξία και τον ‘‘υλικό πλούτο’’ (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, α’ τόμος σελ: 57-60). Ο υλικός πλούτος μετριέται από την ποσότητα που έχει παραχθεί και είναι η λειτουργία ενός αριθμού παραγόντων που είναι επιπρόσθετοι της εργασίας όπως η γνώση, η κοινωνική οργάνωση και οι φυσικές συνθήκες. (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, α’ τόμος σελ: 54). Η αξία, η κυρίαρχη μορφή του πλούτου στον καπιταλισμό, συγκροτείται μονάχα από τον (κοινωνικά αναγκαίο) ανθρώπινο χρόνο που αναλώθηκε, σύμφωνα με τον Μαρξ (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, α’ τόμος σελ: 53-54, 58-60).
     Δοθέντος ότι, ο υλικός πλούτος ως η κυρίαρχη μορφή του πλούτου μεσολαβείται από τις έκδηλες κοινωνικές σχέσεις, η αξία είναι η ίδια μία διαμεσολαβημένη μορφή του πλούτου.
     Εκκινώντας με την μελέτη του για το μέγεθος της αξίας υπό τους όρους του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας, ο Μαρξ περιγράφει την διαλεκτική αλληλεπίδραση της αξίας και της χρήσης – η αξία που καθίσταται ιστορικά σημαίνουσα με την ανάδυση της σχετικής υπεραξίας και δημιουργεί μια αρκετά περίπλοκη, μη γραμμική, ιστορική δυναμική, υποκείμενη στη σύγχρονη κοινωνία. Με την ανάπτυξη της δυναμικής αυτής γίνεται όλο και πιο σαφές ότι ο ιστορικά συγκεκριμένος τρόπος της κοινωνικής καθυπόταξης, που είναι εσωτερικός στις πιο βασικές μορφές της κοινωνικής διαμεσολάβησης, εντός του καπιταλισμού, είναι η κυρίευση των ανθρώπων από τον χρόνο. Η δυναμική που περιγράφεται από τον Μαρξ στο Κεφάλαιο χαρακτηρίζεται, από την μία πλευρά, από τους διαρκείς μετασχηματισμούς της παραγωγής και γενικότερα της κοινωνικής ζωής, ενώ από την άλλη πλευρά αυτή η ιστορική δυναμική συνεπάγεται την συνεχή ανασύσταση των δικών της θεμελιακών όρων ως ένα αμετάβλητο γνώρισμα της κοινωνικής ζωής – ήτοι η κοινωνική διαμεσολάβηση πραγματοποιείται τελικά από την εργασία και γι΄ αυτό τον λόγο, η έμβια εργασία παραμένει αναπόσπαστο μέρος στην διαδικασία της παραγωγής (λαμβάνοντας ως προϋπόθεση την κοινωνία στο σύνολο της) ανεξάρτητα από το επίπεδο της παραγωγικότητας. Ο καπιταλισμός ακατάπαυστα δημιουργεί το καινούργιο ενώ αδιαλείπτως ανασυγκροτεί το ίδιο.
     Αυτή η κατανόηση της περίπλοκης καπιταλιστικής δυναμικής λαμβάνει υπ’ όψιν την κριτική, κοινωνική ανάλυση (αντί για την τεχνολογική) της τροχιάς της ανάπτυξης και της δομής της παραγωγής στην σύγχρονη κοινωνία. Παρ’ ότι δεν μπορώ εδώ να την αναπτύξω διεξοδικά, η έννοια – κλειδί του Μαρξ για την υπεραξία δεν υποδηλώνει μόνο πως το πλεόνασμα παράγεται από την εργατική τάξη, όπως τονίζουν οι παραδοσιακές ερμηνείες, αλλά ότι ο καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από μια καθορισμένη, ανεξέλεγκτη μορφή ανάπτυξης. Το πρόβλημα μέσα στο πλαίσιο της οικονομικής ανάπτυξης του καπιταλισμού, δεν είναι αποκλειστικά οι διαρκείς κλυδωνισμοί κρίσεων όπως έχει επανειλημμένα και σωστά τονιστεί από τις παραδοσιακές μαρξιστικές προσεγγίσεις. Αλλά η καθαυτή μορφή ανάπτυξης, που συνεπάγεται την επιτάχυνση της καταστροφής του φυσικού περιβάλλοντος για ολοένα και πιο μικρές προσαυξήσεις στην υπεραξία, είναι από την φύση της προβληματική. Η πορεία της ανάπτυξης θα ήταν πολύ διαφορετική, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, εάν ο τελικός στόχος της παραγωγής ήταν οι αυξημένες ποσότητες των αγαθών και όχι οι αυξήσεις σε υπεραξία.
     Αυτή η προσέγγιση παρέχει επίσης την βάση για μία κριτική ανάλυση της κοινωνικής οργάνωσης της εργασίας και της φύσης της παραγωγής μέσα στον καπιταλισμό. Δείχνει πως η βιομηχανική διαδικασία της παραγωγής δεν θα πρέπει να νοείται ως μία τεχνολογική διαδικασία που, παρ’ ότι καθίσταται όλο και πιο κοινωνικοποιημένη, χρησιμοποιείται από τους καπιταλιστές ιδιώτες ώστε να υπηρετήσουν τους δικούς τους σκοπούς. Αντιθέτως η προσέγγιση που περιγράφω, κατανοεί την ίδια την διαδικασία ως εκ φύσεως καπιταλιστική. Με την πραγματική υπαγωγή της εργασίας στην θεωρία του Μαρξ, το κεφάλαιο καθίσταται ολοένα και λιγότερο ως η συγκεχυμένη μορφή των παραγωγικών δυνάμεων που «στην πραγματικότητα» είναι οι δυνάμεις των εργαζομένων. Εν προκειμένω, οι παραγωγικές δυνάμεις του κεφαλαίου γίνονται όλο και περισσότερο στο σύνολο τους, κοινωνικά παραγωγικές δυνάμεις που δεν μπορούν πλέον να κατανοηθούν επαρκώς μόνο ως δυνάμεις των άμεσων παραγωγών. Αυτή η θέσπιση και συσσώρευση της κοινωνικά γενικής γνώσης καθιστά την προλεταριακή εργασία συνεχώς πιο αναχρονιστική. Δηλαδή καθιστά την παραγωγή του υλικού πλούτου ουσιαστικά ανεξάρτητη από την άμεση δαπάνη ανθρώπινου εργασιακού χρόνου. Το γεγονός αυτό με την σειρά του ανοίγει την δυνατότητα για μια γενική ελάττωση, μεγάλης κοινωνικά κλίμακας, στον χρόνο της εργασίας και για ριζικές αλλαγές επάνω στην φύση και την κοινωνική οργάνωση της εργασίας. Ωστόσο αυτές οι πιθανότητες δεν είναι δυνατό να συνειδητοποιηθούν πλήρως μέσα στον καπιταλισμό: η διαλεκτική της αξίας και της αξίας χρήσης συγκροτεί εκ νέου την αναγκαιότητα της προλεταριακής εργασίας  Ο συνδυασμός της κίνησης του κεφαλαίου για την αδιάλειπτη αύξηση της παραγωγικότητας και της καθήλωσης του επάνω στην δαπάνη του άμεσου ανθρώπινου εργασιακού χρόνου οδηγεί σ’ έναν προκαθορισμένο τρόπο της παραγωγής στον οποίο η ανάπτυξη της τεχνολογικά προηγμένης παραγωγής, ενώ θα μπορούσε να απελευθερώσει τους ανθρώπους από την αποσπασματική και επαναλαμβανόμενη εργασία τους, ενισχύει αυτού του είδους την εργασία εκ νέου. Παρομοίως ο χρόνος εργασίας δεν ελαττώνεται σ’ ένα κοινωνικά γενικό επίπεδο, αλλά κατανέμεται άνισα και αυξάνεται ακόμη για τους πιο πολλούς.
     Αυτή η προκαταρκτική επεξήγηση της έννοιας του Μαρξ για την αντίφαση του καπιταλισμού υποδηλώνει ότι η ανάλυση του επιδιώκει να συλλάβει την πορεία της καπιταλιστικής ανάπτυξης σαν μια διπλής όψεως ανάπτυξη του εμπλουτισμού και της εξαθλίωσης. Αυτό σημαίνει ότι η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί να κατανοηθεί επαρκώς με μία μονοδιάστατη μέθοδο είτε ως πρόοδος της γνώσης και της ευτυχίας, είτε ως «πρόοδος» της κυριαρχίας και της καταστροφής. Συμφώνως προς την ανάλυση του, καίτοι η ιστορική δυνατότητα προβάλλει τον τρόπο ούτως ώστε η εργασία να μπορεί να είναι βελτιωμένη μέσα στην κοινωνία για τον καθένα μας, στην πραγματικότητα η εργασία κοινωνικά έχει καταστεί εξαθλιωμένη για τους πιο πολλούς. Ως εκ τούτου, η ραγδαία αύξηση της επιστημονικής και τεχνολογικής γνώσης μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού δεν σημαίνει την γραμμική πρόοδο προς την χειραφέτηση. Σύμφωνα με την ανάλυση του Μαρξ για το εμπόρευμα και το κεφάλαιο αυτή η αυξημένη γνώση – η οποία συντελείται από την κοινωνία – έχει οδηγήσει στον κατακερματισμό και την κενότητα της ατομικής εργασίας και στην μεγέθυνση του ελέγχου της ανθρωπότητας από τα αποτελέσματα της ίδιας της αντικειμενοποιημένης δραστηριότητας της: όμως επίσης αύξησε και την δυνατότητα της πιθανής εξατομικευμένης βελτίωσης της εργασίας αλλά και της άσκησης μεγαλύτερου ελέγχου της ανθρωπότητας επάνω στην ίδια της τη μοίρα. Αυτή η διπλής όψεως ανάπτυξη έχει τις ρίζες της στις αλλοτριωμένες δομές της καπιταλιστικής κοινωνίας και είναι εφικτό να ξεπεραστεί, σύμφωνα με την διαλεκτική ανάλυση του Μαρξ, η όποια δεν θα πρέπει, στη συνέχεια, να ταυτίζεται με οποιοδήποτε τρόπο με την πίστη στη γραμμική επιστημονική πρόοδο και / ή στην κοινωνική πρόοδο.
     Κατ’ αυτόν τον τρόπο η ανάλυση του Μαρξ συνεπάγεται την ιδέα της υπέρβασης του καπιταλισμού που δεν επιβεβαιώνει άκριτα την βιομηχανική παραγωγή ως όρο για την ανθρώπινη πρόοδο, ούτε απορρίπτει ρομαντικά την ίδια την τεχνολογική πρόοδο. Με την υπόδειξη της δυναμικής του συστήματος παραγωγής που αναπτύχθηκε μέσα στο καπιταλιστικό πλαίσιο και η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ώστε να μετασχηματίσει το ίδιο το σύστημα, η ανάλυση του Μαρξ υπερβαίνει την αντίθεση των συγκεκριμένων θέσεων και δείχνει ότι η καθεμιά τους λαμβάνει μία στιγμή από μία πιο περίπλοκη ιστορική εξέλιξη και την ανάγει σε ιστορική πληρότητα. Αυτή η προσέγγιση αντιλαμβάνεται την αντίθεση της πίστης στην γραμμική πρόοδο και την ρομαντική απόρριψη της ως εκφράζουσες μία ιστορική αντινομία η οποία και στις δύο περιπτώσεις είναι χαρακτηριστική της καπιταλιστικής εποχής (Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, α’ τόμος σελJ / Marx, Karl  1996: 568-9, 798ff. 'Capital, vol. I'). Γενικότερα, η κριτική θεωρία του Μαρξ δεν υποστηρίζει ούτε την αμιγή διατήρηση, ούτε την κατάργηση εκείνου που έχει ιστορικά συντελεσθεί μέσα στον καπιταλισμό. Αντιθέτως, η θεωρία του επισημαίνει την δυνατότητα πως εκείνο που ιστορικά θεσπίστηκε σε αλλοτριωμένη μορφή είναι πλέον εφικτό να εξοικειωθεί και ως εκ τούτου να μετασχηματιστεί ριζικά.
     Σύμφωνα με την ερμηνεία που περιγράφτηκε εδώ συνοπτικά, οι Βασικές Γραμμές μας επιτρέπουν να δούμε πως η κριτική του Μαρξ στο Κεφάλαιο επεκτείνεται πιο μακριά από την παραδοσιακή κριτική που εστιάζεται στις αστικές σχέσεις της διανομής (αγορά και ατομική ιδιοκτησία). Δεν συνεπάγεται μοναχά την κριτική της εκμετάλλευσης και της άνισης κατανομής του πλούτου και της εξουσίας, αν και βεβαίως, περιλαμβάνει αυτή την κριτική. Εν προκειμένω, αντιλαμβάνεται την μοντέρνα βιομηχανική κοινωνία ως καθαυτή καπιταλιστική και αναλύει κριτικά τον καπιταλισμό κυρίως από την πλευρά των αφηρημένων δομών κυριαρχίας, του αυξανόμενου κατακερματισμού που υφίσταται η εξατομικευμένη εργασία και το άτομο ως ύπαρξη, καθώς και της τυφλής ανεξέλεγκτης αναπτυξιακής λογικής. Πραγματεύεται την εργατική τάξη ως το βασικό στοιχείο του κεφαλαίου παρά ως την ενσάρκωση της άρνησης του και έμμεσα εννοιοδοτεί τον σοσιαλισμό, όχι με όρους συναίσθησης της εργασίας και της βιομηχανικής παραγωγής, αλλά με όρους της εφικτής κατάργησης του προλεταριάτου και της οργάνωσης της εργασίας που βασίζεται πάνω στην προλεταριακή εργασία (όπως επίσης και του δυναμικού συστήματος του αφηρημένου εξαναγκασμού που θεσπίζεται από την εργασία ως κοινωνικά διαμεσολαβητική δραστηριότητα). Αυτή η προσέγγιση νοηματοδοτεί εκ νέου μια μετακαπιταλιστική κοινωνία με όρους υπέρβασης του προλεταριάτου – την αυτοκατάργηση του προλεταριάτου και της δουλειάς που εκείνο κάνει – δηλαδή με όρους ενός μετασχηματισμού της γενικής οργάνωσης της εργασίας και του χρόνου. Υπ’ αυτήν την έννοια διαφοροποιείται και από την παραδοσιακή μαρξιστική αντίληψη της «συνειδητοποίησης» του προλεταριάτου, και από την καπιταλιστική μέθοδο κατάργησης των εθνικών εργατικών τάξεων δημιουργώντας μία κατώτατη κοινωνική τάξη (λούμπεν) μέσα στο πλαίσιο της άνισης κατανομής της εργασίας και του χρόνου, εθνικά και παγκόσμια.
     Μολονότι το προφανές θεωρητικό επίπεδο της ανάλυσης που σκιαγραφήθηκε εδώ δεν αντιμετωπίζει άμεσα το ζήτημα των ειδικών παραγόντων που υπόκεινται στους δομικούς μετασχηματισμούς των τελευταίων τριάντα χρόνων, δύναται να παρέχει ένα πλαίσιο εντός του οποίου αυτοί οι μετασχηματισμοί μπορούν να εδραιωθούν κοινωνικά και να επεξηγηθούν ιστορικά. Συγχρόνως μπορεί να παρέχει και την βάση για μία επικριτική θεωρία των χωρών του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ως εναλλακτικών μορφών της καπιταλιστικής συσσώρευσης και όχι ως κοινωνικών συστημάτων που αντιπροσώπευαν την ιστορική άρνηση του καπιταλισμού σε μία, ωστόσο, ατελή μορφή. Στο μέτρο που επιδιώκει να εδραιώσει κοινωνικά και να επικρίνει τις αφηρημένες κοινωνικές σχέσεις ως οιονεί αντικειμενικές και την ιδιοσυστασία της παραγωγής, την εργασία και τις επιταγές της ανάπτυξης μέσα στον καπιταλισμό, η προσέγγιση αυτή θα μπορούσε επίσης να ασχοληθεί με ένα εύρος μεριμνών, δυσαρεσκειών και βλέψεων με τρόπους που μπορούν να προσαρτηθούν στην εξέλιξη του κεφαλαίου χωρίς απαραίτητα να λαμβάνουν υπόψη τους παραδοσιακούς ταξικούς όρους.
     Η συγκεκριμένη ανάγνωση του Μαρξ λοιπόν, επιχειρεί να συνεισφέρει σε μία κριτική κατανόηση των βασικών μετασχηματισμών του κοινωνικού μας σύμπαντος με τρόπους που υπερβαίνουν τις αδυναμίες της μετα-μαρξιστικής θεωρίας και  επίσης αποφεύγοντας τις παγίδες των παραδοσιακών Μαρξιστικών προσεγγίσεων.

 


Υποσημειώσεις: 
(1)   Ευχαριστίες του συγγραφέα στους: Ρόμπιν Μπέιτς και Τζέικ Σμιθ για τον αμοιβαία ανατροφοδότηση κριτικού αναστοχασμού.
(2) Προς αποφυγή παρεξηγήσεων που θα μπορούσαν να αναπτυχθούν με τον όρο «κατηγορηματικός», χρησιμοποιώ τον όρο «κατηγορικός» για να αναφερθώ στην προσπάθεια του Μαρξ να κατανοήσει τις μορφές του σύγχρονου κοινωνικού βίου με την βοήθεια των κατηγοριών της συνεκτικής κριτικής του
(3)  Μερικοί από τους ισχυρισμούς που παρουσιάζονται εδώ έχουν αναπτυχθεί και στο: «Time, Labour, and Social Domination: A Reinterpretation of Marx's Critical Theory» (Postone 1993)
(4)   Δες για παράδειγμα: G.A. Cohen, History, Labour and Freedom (Cohen 1988: 209-38); Maurice Dobb, Political Economy and Capitalism (Dobb 1940: 70-8); Jon Elster, Making Sense of Marx (Elster 1985: 127); Ronald Meeks, Studies in the Labour Theory of Value (Meeks 1956); John Roemer, Analytical Foundations of Marxian Economic Theory (Roemer 1981: 158-9); Ian Steedman, 'Ricardo, Marx, Sraffa' (Steedman 1981: 11-19); Paul Sweezy, The Theory of Capitalist Development (Sweezy 1968: 52-3).
(5)  Αυτό περιλαμβάνει αμφότερα τα κυρίαρχα σκέλη των πιο πρόσφατων κριτικών ερμηνειών του Μαρξ – του Στρουκτουραλισμού και της Κριτικής Θεωρίας. Για παράδειγμα ο Αλτουσέρ διατύπωσε μια επιστημολογικά εξεζητημένη και δριμεία κριτική του «ιδεαλισμού της εργασίας» και της σχετιζόμενης ιδέας περί των ανθρώπων ως υποκειμένων: εισήγαγε την έννοια των κοινωνικών σχέσεων ως δομών που δεν είναι αναγώγιμες στην ανθρωπολογική διυποκειμενικότητα. Παρ' όλα αυτά, η εστίαση του επάνω στο ζήτημα της υπεραξίας από την άποψη της εκμετάλλευσης καθώς επίσης και επάνω στην φυσική, «υλική» διάσταση της παραγωγής είναι συσχετισμένη με αυτό που σε τελευταία ανάλυση είναι μία παραδοσιακή κατανόηση του καπιταλισμού (Althusser and Balibar 1970. 145-54, 165-82). Ο Λούκατς και ορισμένα μέλη της σχολής της Φρανκφούρτης επιχειρώντας να ανταποκριθούν θεωρητικώς στον ιστορικό μετασχηματισμό του καπιταλισμού - που εξελισσόταν από μία μορφή που τοποθετούσε την αγορά στον πυρήνα της σε μία γραφειοκρατική μορφή που την αντικαθιστούσε με την τοποθέτηση του Κράτους στο κέντρο της - σιωπηρά παραδέχτηκαν τις ανεπάρκειες της κριτικής θεωρίας της νεωτερικότητας που προσδιόριζε τον καπιταλισμό αποκλειστικά με όρους του 19ου αιώνα, ήτοι με τους όρους της αγοράς και της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Ωστόσο κι' εκείνοι παρέμειναν δεσμευμένοι σε ορισμένες από τις προϋποθέσεις της εν λόγω κοντόφθαλμης θεωρίας. (βλ: Πόστοουν 1993: σελ 71-120).
(6) Τζ. Στ. Μιλλ: Αρχές Πολιτικής Οικονομίας (2η έκδοση Λονδίνο 1849 τ.1 σελ. 240) παρατίθεται από τον Μαρξ στις Βασικές Γραμμές – Grundrisse σελ: 642 Τετράδιο VII, 44
(7) Ο Τζον Έλστερ μας παρέχει ένα παράδειγμα ενός τέτοιου ισχυρισμού. Επιχειρηματολογεί εναντίον της θεωρίας του Μαρξ για την αξία και την υπεραξία αρνούμενος «ότι οι εργάτες έχουν μια μυστηριώδη ικανότητα να δημιουργούν εκ του μηδενός» και άντ' αυτού υποστηρίζει πως «η ικανότητα του ανθρώπου να κεφαλαιοποιεί το περιβάλλον καθιστά δυνατό ένα πλεόνασμα πέρα και πάνω από ένα δεδομένο επίπεδο κατανάλωσης» (Elster 1985: 141). Αντιμετωπίζοντας το ζήτημα της δημιουργίας του πλούτου κατ’ αυτόν τον τρόπο ο ισχυρισμός του Έλστερ λαμβάνει ανεπιφύλακτα την αξία ως διιστορική κατηγορία, συσκοτίζοντας ως εκ τούτου την διάκριση που κάνει ο Μαρξ μεταξύ «αξίας» και «πραγματικού πλούτου».
(8) Η ιδέα πως η αξία, για τον Μαρξ, δεν είναι μία γενική κατηγορία του πλούτου, αλλά ορίζει την μορφή του πλούτου και τις κοινωνικές σχέσεις που υφίστανται στην ‘καρδιά’ της καπιταλιστικής νεωτερικότητας έχει παρανοηθεί από στοχαστές τόσο ανόμοιους μεταξύ τους όπως ο Γιούργκεν  Χάμπερμας, ο Ντάνιελ Μπελλ και ο Αντόνιο Νέγκρι. Αμφότεροι ο Χάμπερμας με τον Μπελλ υποστήριξαν στις αρχές της δεκαετίας του ’70 ότι η εργασιακή θεωρία της αξίας είχε εκτοπιστεί ιστορικά και πως η σύγχρονη κοινωνία απαιτεί μία ‘‘επιστημονική και τεχνολογική θεωρία της αξίας’’. Και οι δυο τους τοιουτοτρόπως συσκότισαν τον διάχωρισμό του Μαρξ ανάμεσα στην αξία και τον ‘‘πραγματικό πλούτο’’ και ως εκ τούτου την διαλεκτική δυναμική που εκείνος είχε αναπτύξει (Habermas 1973: 222-9); (Bell 1973: xiv). Ο Νέγκρι ισχυρίστηκε ότι η περιγραφή του Μαρξ σε αυτό που έχω εκθέσει ως μία μετα-καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής στις Βασικές Γραμμές στην πραγματικότητα περιγράφει τον σύγχρονο καπιταλισμό, ο οποίος δεν βασίζεται πλέον στον Νόμο της Αξίας, αλλά στον ‘‘Νόμο της Προσταγής’’ (Negri 1989: 144ff.). Τέτοιες θέσεις αντικαθιστούν σιωπηρά μια γραμμική θεώρηση της ιστορίας σύμφωνα με την διαλεκτική ανάλυση του Μαρξ επάνω στην αναγκαιότητα και τον πλεονασμό. 
(9) Το επιχείρημα πως η πρωταρχική καπιταλιστική αντίφαση για τον Μαρξ είναι δομική και δεν αναφέρεται απλά στον κοινωνικό ανταγωνισμό έχει τεθεί επίσης κι’ από τον Άντονυ Γκίντενς. Όμως εκείνος εντοπίζει αυτή την αντίφαση μεταξύ του ιδιωτικού σφετερισμού και της κοινωνικοποιημένης παραγωγής, δηλαδή μεταξύ των αστικών σχέσεων της διανομής και της βιομηχανικής παραγωγής (Giddens 1979: 135-41). 
(10)  Για μία τέτοια γνώμη, δες: G. A. Cohen, Forces and Relations Of Production (Cohen 1986:   19-22).
(11)   Παρ’ όλες τις διαφορές τους ο Γκυόργκ Λούκατς, ο Θιοντόρ Αντόρνο και ο Άλφρεντ Σον Ρεθελ αναγνώρισαν τον υποκειμενικό/αντικειμενικό χαρακτήρα των κατηγοριών του Μαρξ κι’ ως εκ τούτου αποκόπηκαν εντελώς από το θεμελιακό/υπερδομικό σχήμα.
(12)   Ένα από τα πολλά επιτεύγματα του Μαρξ στο Κεφάλαιο ήταν να εμπεδώσει κοινωνικά την διιστορική προβολή των κατηγοριών που είναι σε πλήρη ισχύ αποκλειστικά και μόνο στην καπιταλιστική κοινωνία επάνω σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής. Και το επιτυγχάνει θεμελιώνοντας αυτές τις προβολές στις ποικίλες φετιχιστικές μορφές των κατηγοριών που δημιουργούνται από την αλληλεπίδραση των ιδιαίτερων, αφηρημένων και συγκεκριμένων διαστάσεων των τύπων της κοινωνικής διαμεσολάβησης που εγκαθιδρύονται από την καπιταλιστική κοινωνία. 
(13) Το σημείο αυτό αναπτύσσεται λεπτομερώς στο βιβλίο του M. Postone, Time, Labour, and Social Domination (Postone 1993: 138-44, 267-72).
(14) Βλέπε: John Patrick Murray, 'Enlightenment Roots of Habermas' Critique of Marx', The Modern Schoolman, 57, no. 1 (November 1979), pp. 13ff.
(15)     Ο Ρόμαν Ροσντόλσκυ επισήμανε ότι η ύπαρξη του προηγμένου κεφαλαίου λαμβάνεται ως δεδομένο από την απαρχή της κριτικής του Μαρξ. (Rosdolsky 1977: 46).
 (16)     Δες: Θιοντόρ Αντόρνο και Μαξ Χορκχάιμερ, Η Διαλεκτική του Διαφωτισμού Εκδόσεις: Νήσος, 1996


Σημειώσεις του μεταφραστή:

 *       (σ.τ.μ.) Η σηματοδότηση των λέξεων σε μορφή BOLD - μαύρα γράμματα ή ITALIC - πλάγια γράμματα, γίνεται από τον ίδιο τον συγγραφέα ώστε να δώσει την απαιτούμενη έμφαση στη σημασία των συγκεκριμένων όρων.
**        (σ.τ.μ.) Τα αποσπάσματα των Βασικών Γραμμών - Grundrisse που παρατίθενται είναι παρμένα από την μετάφραση της Ελληνικής έκδοσης: Καρλ Μαρξ - Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, Εκδόσεις: Στοχαστής. Όσα αποσπάσματα έχουν μεταφερθεί από άλλη ελληνική έκδοση, τα στοιχεία της 'εκδοσης αυτής αναφέρονται μετά το πέρας κάθε κομματιού.Τα αποσπάσματα των άλλων συγγραφικών έργων που παρατίθενται στο δοκίμιο του Πόστοουν και έχουν δίπλα τους τα στοιχεία της Αγγλικής έκδοσης, έχουν μεταφραστεί εκ νέου γιατί, αφενός δεν υπήρχε η αντικειμενική δυνατότητα πρόσβασης σε όσα από αυτά είναι ήδη μεταφρασμένα στην Ελληνική εκδοτική σφαίρα. αφετέρου ορισμένα από αυτά προέρχονται από συγγραφικά έργα που δεν έχουν Ελληνική μετάφραση.
***  (σ.τ.μ.) μεταφέρω τον αντίστοιχο όρο από το κείμενο του Μαρξ όπως αυτός είναι μεταφρασμένος στην Ελληνική έκδοση των Βασικών Γραμμών ώστε ο αναγνώστης να μπορέσει να κάνει την ανάλογη αντιστοιχία από το άνωθι εδάφιο. Η πλέον δόκιμη λέξη είναι αυτή του «πλεονασματικού» χρόνου εργασίας που την χρησιμοποιεί και ο Πόστοουν από την αγγλική μετάφραση του πρωτότυπου.


Βιβλιογραφία:

1.        Adorno, Theodor and Horkheimer, Max (2002) Dialectic of Enlightenment, Stanford: Stanford University Press.
2.        Althusser, Louis and Balibar, Etienne (1970) Reading Capital, London: NLB.
3.        Bell, Daniel (1973) The Coming of Post-Industrial Society, New York: Basic Books.
4.        Cohen, G.A. (1986) 'Forces and Relations of Production', in J. Roemer (ed.), Analytical Marxism, Cambridge: Cambridge University Press.
5.        Cohen, G.A. (1988) History, Labour and Freedom, Oxford: Clarendon Press.
6.        Dobb, Maurice (1940) Political Economy and Capitalism, London: G. Routledge & Sons.
7.        Elster, Jon (1985) Making Sense of Marx, Cambridge: Cambridge University Press.
8.        Giddens, Anthony (1979) Central Problems in Social Theory, Berkeley: University of California Press.
9.        Habermas, Jürgen (1973) 'Between Philosophy and Science: Marxism as Critique', in Jürgen Habermas, Theory and Practice, Boston: Beacon Press.
10.    Marx, Karl (1973) Grundrisse: Foundations of the Critique of Political Economy, Har- mondsworth: Penguin.
11.     Marx, Karl (1987) 'A Contribution to the Critique of Political Economy', in Marx and Engels Collected Works, vol. 29: Marx 1857-61, New York: International Publishers.
12.     Marx, Karl (1994) 'Results of the Direct Process of Production', in Marx and Engels Col­lected Works, vol. 34: Marx 1861-64, New York: International Publishers.
13.     Marx, Karl (1996) 'Capital, vol. I', in Marx and Engels Collected Works, vol. 35: Capital, Vol. I, New York: International Publishers.
14.     Meeks, Ronald (1956) Studies in the Labour Theory of Value, New York and London: Lawrence and Wishart.
15.     Murray, John Patrick (1979) 'Enlightenment Roots of Habermas' Critique of Marx', The Modern Schoolman, 57(1).
16.     Negri, Antonio (1989) Marx Beyond Marx: Lessons on the Grundrisse, New York: J.F. Bergin Publishers.
17.    Postone, Moishe (1993) Time, Labour, and Social Domination: A Reinterpretation of Marx's Critical Theory, Cambridge and New York: Cambridge University Press.
18.     Roemer, John (1981) Analytical Foundations of Marxian Economic Theory, Cambridge: Cambridge University Press.
19.     Rosdolsky, Roman (1977) The Making of Marx's Capital, London: Pluto Press.
20.     Steedman, Ian (1981) 'Ricardo, Marx, Sraffa', in Ian Steedman (ed.), The Value Contro­versy, London: NLB.
21.     Sweezy, Paul (1968) The Theory of Capitalist Development, New York: Oxford Univer­sity Press.
22.     Μαρξ, Καρλ (1984) Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας (Grundrisse), τόμοι 3, Αθήνα: Στοχαστής



Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012

Μικρό σχόλιο αντί προλόγου





   Ένα σύντομο σχόλιο αντί προλόγου στο μεταφρασθέν κείμενο του Πόστοουν: Επανεξετάζοντας το Κεφάλαιο υπό το φως των Βασικών Γραμμών - Grundrisse, λίγο πριν την δημοσίευση των πρώτων μερών. Η πρώτη εντύπωση που μου δημιουργεί η λεπτομερής προσέγγιση του είναι ότι έχουμε να κάνουμε με ένα θεωρητικό κείμενο διττής υπόστασης. Τι θέλω να πω με αυτό; Ότι εκτός από τις κατευθύνσεις που δίνει ως κριτική ερμηνεία της τρέχουσας κοινωνικής διάστασης και της ανάλυσης που αυτή απαιτεί υπό το πρίσμα πιο επίκαιρων οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών δεδομένων το δοκίμιο αυτό αποτελεί και μία συνεκτική κριτική με πολλές γόνιμες προεκτάσεις προς την Αριστερά και την ανούσια και ανόητη αντιλογία που αυτή επιμένει να αρθρώνει σήμερα ενάντια στον καπιταλισμό. Εν πάση περιπτώσει ίσως επανέλθω με ένα πιο ολοκληρωμένο κείμενο μετά το πέρας της μετάφρασης. 

Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012

Let's celebrate

     Αφού ο σύντροφος Αθέμιτα έδωσε το έναυσμα για την εορταστική διάσταση του τρέχοντος μήνα με την επέτειο των 150 χρόνων από την έκδοση του Κεφαλαίου του Καρλ Μαρξ ας συνεισφέρω κι' εγώ από την πλευρά μου σε αυτή την γιορτή μ' ένα έργο σε εξέλιξη: την μετάφραση του κειμένου: Επανεξετάζοντας το Κεφάλαιο υπό το φως του «Grundrisse» (των Βασικών γραμμών της κριτικής της πολιτικής οικονομίας). Είναι το όγδοο κεφάλαιο που έχει συγγράψει ο Moishe Postone από  το πρώτο μέρος του βιβλίου: Karl Marx’s Grundrisse, Foundations of the critique of political economy 150 years later. Η συγκεκριμένη δοκιμιακή μελέτη έχει ένα εύρος της τάξεως των 18 σελίδων και απαιτεί μία σεβαστή αφιέρωση χρόνου για κάποιον που δεν είναι επαγγελματίας μεταφραστής οπότε και το εγχείρημα θα κατανεμηθεί σε 5 μέρη σχεδόν όσα είναι και τα μέρη του εν λόγω κεφαλαίου. Προς το παρόν σας αφήνω με ένα ελάχιστο sneak preview:
    Η κριτική κοινωνική θεωρία δεν ακολούθησε τους εκτεταμένους κοινωνικούς μετασχηματισμούς σε παγκόσμιο επίπεδο κατά την διάρκεια των τριών τελευταίων δεκαετιών που διανύουμε. Την σφοδρή και γόνιμη αναγέννηση της Μαρξιστικής σκέψης και επιστημολογίας των δεκαετιών του ’60 και του ’70 επακολούθησε μία σταθερή στροφή απομάκρυνσης από τον Μαρξισμό από την πλευρά αρκετών θεωρητικών. Η σφαίρα της διανόησης κυριαρχήθηκε από μεταμοντέρνες και ματαστρουκτουραλιστικές προσεγγίσεις που εμφανίζονταν σε πολλούς ως εύλογες κριτικές του Μαρξισμού. Ωστόσο κατέστη όλο και πιο σαφές ότι αυτού του είδους οι προσεγγίσεις δεν αντιλαμβάνονται επαρκώς την σημερινή εποχή. Αποτυγχάνουν να διαφωτίσουν τις βασικές ιστορικές αλλαγές που έχουν αναδιαρθρώσει τον κόσμο στις πρόσφατες δεκαετίες. Ακόμη και μεγάλοι στοχαστές, όπως ο Χάμπερμας, ο Φουκό και ο Ντεριντά εμφανίζονται τώρα ως θεωρητικοί μιας φθινουσας ιστορικής κοινωνικής διαμόρφωσης - του παρακμάζοντος Φορντισμού. Οι κριτικές τους προσεγγίσεις διασαφηνίζουν όλο και λιγότερο το σύγχρονο κοινωνικό σύμπαν.

Επιτείνω το εορταστικό κλίμα με ολίγη μουσική. Με δύο δείγματα της επανοικειοποίησης των μηχανών από το λούμπεν προλεταριάτο του Ντιτρόιτ στην υπηρεσία της αδιαμεσολάβητης ανθρώπινης δημιουργίας και δη της ηλεκτρονικής μουσικης.



Να μην ξεχάσω να δώσω τις ευχαριστίες μου στον σύντροφο Αθέμιτα για την δημοσιοποίηση του εν λόγω κειμένου

Update: Συμπληρώνονται 145 χρόνια όπως επισημαίνει ευγενικά ο σύντροφος σε σύντομο σχόλιο του.

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012

Work for peace



           Το σφαγείο στην Συρία καλά κρατεί εδώ και 17 μήνες! Διαβάζοντας τις δηλώσεις της νέας μαριονέτας του κουκλοθέατρου που λέγεται ΟΗΕ ή τις οφ δι ρεκορντ προειδοποιήσεις ενός Ιρανού στρατιωτικού αξιωματικού μαζί με τις απειλές του Ιρανού παράφρονα μου ήρθε στο νου το εν λόγω τραγουδάκι. Αν και κυκλοφόρησε το σωτήριο έτος 1994 οι στίχοι του παραμένουν διαχρονικά επίκαιροι καθώς εξιστορούν μικρά περιστατικά που είναι απότοκα της διαρκούς γεωπολιτικής επιρροής της απολυταρχικής αφαίρεσης που λέγεται συσσώρευση κεφαλαίου και που ως θεωρούμενος "αυθύπαρκτος" διαμεσολαβητής των κοινωνικών σχέσεων φθείρει με δολιότητα οποιαδήποτε προσπάθεια ειρήνευσης. Όπως αναφέρει και ο ποιητής στους στίχους αυτού του κομματιού η ειρήνη δεν είναι η απουσία πολέμου όπως έχουμε συνηθίσει να την αντιλαμβανόμαστε μέσα στη δική μας ζωή. Η ειρήνη και μαζί η διασφάλιση της είναι η αδιαπραγμάτευτη απουσία των αρχών και των κανόνων που υποθάλπουν τον πόλεμο.

 Work for peace 
Gil Scott Heron

Back when Eisenhower was the President,
Golf courses was where most of his time was spent.
So I never really listened to what the President said,
Because in general I believed that the General was politically dead.
But he always seemed to know when the muscles were about to be flexed,
Because I remember him saying something, mumbling something about a Military Industrial Complex.
Americans no longer fight to keep their shores safe,
Just to keep the jobs going in the arms making workplace.
Then they pretend to be gripped by some sort of political reflex,
But all they're doing is paying dues to the Military Industrial Complex.

The Military and the Monetary,
The Military and the Monetary,
The Military and the Monetary.
The Military and the Monetary,
get together whenever they think its necessary,
They turn our brothers and sisters into mercenaries, they are turning the planet into a cemetery.
The Military and the Monetary, use the media as intermediaries,
they are determined to keep the citizens secondary, they make so many decisions that are arbitrary.

We're marching behind a commander in chief,
who is standing under a spotlight shaking like a leaf.
but the ship of state had landed on an economic reef,
so we knew he was going to bring us messages of grief.
The Military and the Monetary,
were shielded by January and went storming into February,
Brought us pot bellied generals as luminaries,
two weeks ago I hadn't heard of the son of a bitch,
now all of a sudden he's legendary.
They took the honour from the honourary,
they took the dignity from the dignitaries,
they took the secrets from the secretary,
but they left the bitch in obituary.
The Military and the Monetary,
from thousands of miles away in a Saudi Arabian sanctuary,
had us all scrambling for our dictionaries,
cause we couldn't understand the fuckin vocabulary.
Yeah, there was some smart bombs,
but there was some dumb ones as well,
scared the hell out of CNN in that Baghdad hotel.
The Military and the Monetary,
they get together whenever they think its necessary,
War in the desert sometimes sure is scary,
but they beamed out the war to all their subsidiaries.
Tried to make So Damn Insane a worthy adversary,
keeping the citizens secondary,
scaring old folks into coronaries.
The Military and the Monetary,
from thousands of miles in a Saudi Arabian sanctuary,
kept us all wondering if all of this was really truely, necessary.
We've got to work for Peace,
Peace ain't coming this way.
If we only work for Peace,
If everyone believed in Peace the way they say they do,
we'd have Peace.
The only thing wrong with Peace,
is that you can't make no money from it.

The Military and the Monetary,
they get together whenever they think its necessary,
they've turned our brothers and sisters into mercenaries,
they are turning the planet, into a cemetery.
Got to work for Peace,
Peace ain't coming this way.
We should not allow ourselves to be mislead,
by talk of entering a time of Peace,
Peace is not the absence of war,
it is the absence of the rules of war and the threats of war and the preparation for war.
Peace is not the absence of war,
it is the time when we will all bring ourselves closer to each other,
closer to building a structure that is unique within ourselves
because we have finally come to Peace within ourselves.

The Military and the Monetary,
The Military and the Monetary,
The Military and the Monetary.
Get together whenever they think its necessary,
they've turned our brothers and sisters into mercenaries,
they are turning parts of the planet, into a cemetery.
The Military and the Monetary,
The Military and the Monetary,
We hounded the Ayatollah religiously,
Bombed Libya and killed Quadafi's son hideously.
We turned our back on our allies the Panamanians,
and saw Ollie North selling guns to the Iranians.
Watched Gorbachev slaughtering Lithuanians,
We better warn the Amish,
they may bomb the Pennsylvanians.
The Military and the Monetary,
get together whenever they think its necessary,
they have turned our brothers and sisters into mercenaries,
they are turning the planet, into a cemetery.
I don't want to sound like no late night commercial,
but its a matter of fact that there are thousands of children all over the world
in Asia and Africa and in South America who need our help.
When they start talking about 55 cents a day and 70 cents a day,
I know a lot of folks feel as though that,
thats not really any kind of contribution to make,
but we had to give up a dollar and a half just to get in the subway nowadays.
So this is a song about tommorrow and about how tommorrow can be better. if we all,
"Each one reach one, Each one try to teach one".
Nobody can do everything,
but everybody can do something,
everyone must play a part,
everyone got to go to work, Work for Peace.
Spirit Say Work, Work for Peace
If you believe the things you say, go
If you believe in Peace, time to go to work.
Cant be wavin your head no more, go to work.  

Πέμπτη 23 Αυγούστου 2012

Περί επαναστατικής βίας (Υστερόγραφο στους επαναστάτες του περιθωρίου)




      Το γεγονός της σύλληψης του Τάσσιου Θήτα απορρόφησε πλήρως την προσοχή της κοινής γνώμης κυρίως με την αρνητική κοινωνική προέκταση του. Όπως πάντα ή όποια αρνητικότητα οφείλεται στην ολέθρια εμπορευματική προσέγγιση των ΜΜΕ που δεν χάνουν ποτέ την ευκαιρία να ανανεώνουν το στοκ των θεαματικών εικονικών τους αφηγήσεων που ενέχουν μέσα πακιστανούς βιαστές, αρπακτικούς τραπεζίτες, αναρχικούς ληστές, κοκαϊνομανή μοντέλα, παραχαράκτες ιστοριογράφους και γενικώς ότι συγκροτεί μια απειλητική εικόνα για τον άμωμο μικροαστικό εσμό. Δυστυχώς για τον Τάσσιο ο φερόμενος ως δράστης της ληστείας της Πάρου είτε αποδειχτεί η ενοχή του είτε όχι θα την έχει πάρα πολύ άσχημα μπλεγμένη. Αν και οι ήρωες των διηγημάτων του συνήθως ευρισκόμενοι στο περιθώριο μιας κοινωνικής βιτρίνας, ενώ ήταν μπλεγμένοι μέσα στα ζόρια του υποκόσμου λίγο από επιλογή και λίγο από την εξώθηση του κοινωνικού καταναγκασμού κατάφερναν πάντα στο τέλος μέσα στις συγκυρίες της διαδοχικότητας των στιγμών της καθημερινότητας τους να τις σκαπουλάρουν αυτό δεν συνέβη στην πραγματική ζωή και για  τον δημιουργό τους.
     Ο οποίος σε έναν μάλλον έλεγχο ρουτίνας της αστυνομίας συνελήφθη και οδηγήθηκε ενώπιον της δικαστικής εξουσίας. Ρουτίνα για τις διωκτικές αρχές είναι και η σύλληψη αρκετών αναρχικών κατά την τελευταία δεκαετία από την υπόθεση της πολύκροτης 17Ν και μετά που επιλέγουν ως μορφή αγώνα για την δράση τους την ένοπλη επαναστατική βία του αντάρτικου πόλεων. Αυτή η μορφή δράσης ενώ ήταν πολύ διαδεδομένη στις δυτικές κοινωνίες από τις δεκαετίες του 60 και του 70 στην συνέχεια έφθινε μέχρι να φτάσει στο σημείο να ξεθωριάσει εντελώς. Το κατά πόσο αυτή η μορφή αγώνα συνέβαλε όλα αυτά τα χρόνια στην διάχυση μιας επαναστατικής συνείδησης στην αντίληψη της ακινητοποιημένης κοινωνίας είναι νομίζω ξεκάθαρο. Μάλιστα εάν δεν είχε συλληφθεί ο συγκεκριμένος μπλόγκερ δεν θα έμπαινα καν στον κόπο να σχολιάσω το αδύναμο ανατρεπτικό περιεχόμενο της επιχειρηματολογίας σε ιδεολογικό-πολιτικό επίπεδο του κάθε περιθωριακού γκρουπούσκουλου. Αλλά η περίπτωση της σύλληψης του Θήτα δίνει την αφορμή για μία πιο ξεκάθαρη αλλά σύντομη κριτική προσέγγιση απέναντι σ' αυτήν την μορφή αγώνα.
      Θα πρέπει βέβαια εδώ να κάνουμε ορισμένες διακρίσεις επάνω στο θέμα της βίας. Είναι άλλη η βία όταν προέρχεται από τρία μαλακισμένα με κουκούλα που θα σπάσουν μια τράπεζα για να την κάψουν και θα κάψουν μαζί και τρεις ασκούντες την αφηρημένη τους εργασία μεν αλλά αθώους μέσα στην άγνοια τους δε. Άλλη είναι η βία εξεγερσιακού αλλά όχι επαναστατικού τύπου όπως η Δεκεμβριανή και άλλη είναι η βία που θα συμπαρασύρει σαν ποτάμι εκατομμύρια μέλη μιας κοινωνίας στο αίτημα τους να ανατρέψουν το σαθρό της υπόβαθρο. Η πρώτη περίπτωση είναι καταδικαστέα, η δεύτερη είναι κατανοητή ως ένα βαθμό αλλά αποσπασματική και την τρίτη απλώς δεν μπορείς να την αγνοήσεις γιατί εδράζεται σε ένα συνολικό αίτημα της κοινωνίας. Σε κάθε περίπτωση όμως η βία ως αυτεξούσια πράξη είναι μία απονενοημένη έκφραση παραλογισμού. 
Άλφρεντ Κούμπιν: Κάθε νύχτα μας στοιχειώνει ένα όνειρο, 1902
     Όποιος δηλώνει γνήσιος αντιεξουσιαστής θα πρέπει να έχει κατά νου ότι βρίσκεται από την πλευρά του ορθού λόγου και κατ' επέκταση του ορθολογισμού. Συνεπώς είναι εξ’ ορισμού αντίθετος σε κάθε έκφραση παραλογισμού πόσο μάλλον όταν αυτός ο παραλογισμός εμπεριέχει την βία ως δράση που εκδηλώνει με σαφήνεια αντιεξουσιαστικές αντενδείξεις. Το περιβόητο και γραφικό βία στην βία της εξουσίας είναι το αρνητικό κόντακτ* της κοινωνικής αναπαραγωγής. Τουτέστιν η εξουσιαστική βία της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης ξαναγυρνάει αντεστραμμένα  ωσάν μπούμερανγκ κατά δικαίων και αδίκων ως μία ένδειξη εκδικητικής διαμαρτυρίας χωρίς να καταλαβαίνει ο δράστης ότι η ισορροπία αυτής της δράσης επειδή ακριβώς σχοινοβατεί επάνω στο νήμα που ορίζει η κουλτούρα της σκανδάλης τότε και οι ρόλοι εξουσιαστή/εξουσιαζόμενου είναι πολύ εύκολο να μετατοπιστούν και ο εξουσιαζόμενος με την δύναμη του περιστρόφου να γίνει αντεστραμμένα ο ίδιος εξουσιαστής. Κι’ αυτό επειδή ο δράστης είναι τώρα που ασκεί επιδεικτικά και εκδικητικά την χειρότερη μορφή εξουσίας ανθρώπου επάνω σε άνθρωπο: την ανθρωποκτονία. Κάτω από αυτή την οπτική η βία του "αναρχικού" ως ψυχρού εκτελεστή δεν διαφέρει από την βία του φασίστα όταν και οι δύο τους εδράζονται στην συλλογιστική της εκδίκησης επάνω στην συλλογική ευθύνη.
       Τα δε μίντια χάριν σε αυτή την απερίσκεπτη τακτική κάποιων έχουν χτίσει όλα αυτά τα χρόνια με το αζημίωτο μια στρεψόδικη και παραπλανητική εικόνα τσουβαλιάζοντας ή συγχέοντας την έννοια του αντιεξουσιαστή με την εικόνα του τρομοκράτη. Στην πραγματικότητα επιβάλλουν την δικτατορία των εικόνων ως στερεότυπων των κοινωνικών ρόλων. Τώρα το μόνο που μένει είναι και το κάθε μπαϊλντισμένο σίριαλ και η όποια ηλίθια σαπουνόπερα των ακατοίκητων να αποκτήσει από έναν προκάτ "αναρχικό" ήρωα στο εκάστοτε σενάριο αφασικής αναπαράστασης έτσι ώστε να προκαλεί κι άλλα στείρα δάκρυα ή χαζοχαρούμενους γέλωτες μέσα στα νεόπλουτα, μεσοαστικά αλλά και στα ταπεινά μικροαστικά κι εργατικά σαλονάκια.
     Επάνω στο φαινόμενο της εκμετάλλευσης της ειδησεογραφικής πληροφορίας για τους προπαγανδιστικούς σκοπούς που επιβάλλει με αυταρχισμό η εμπορευματική ηθική φαίνεται ολοφάνερα πως κάποιοι ιεραρχικοί κοινωνικοί θεσμοί όπως είναι τα μίντια μπορούν στην τελική να ανακτούν αυτές τις κατ' επίφαση δράσεις κοινωνικής δολιοφθοράς ενάντια στο σύστημα προς όφελος της εξουσίας του. Με λίγα λόγια παρουσιάζουν στρεβλά αυτές τις πράξεις λόγω της αναποτελεσματικότητας τους ως την τρομοκρατία μίας απεγνωσμένης επανάστασης περιθωριακών που πηγάζει «προκαταβολικά» και προσχηματικά από προβληματικά κοινωνικά υπόβαθρα και χτίζουν επάνω σ’ αυτήν (την τρομοκρατία) στερεότυπους ρόλους από την μοιρολατρική κουλτούρα μιας κοινωνίας που μέσα στην βιοπάλη της κατηγοριοποιεί αφοριστικά με την ετικέτα του περιθωριακού όσους αμφισβητούν την εξουσία με τις όποιες δράσεις τους που δεν είναι κατ' ανάγκη βίαιες.
      Εάν το αντάρτικο πόλης μπορεί να είχε κάποιο αποτέλεσμα πίσω στην δεκαετία του ’70 (αν και αποδείχθηκε ιστορικά ότι πέτυχε το ακριβώς αντίθετο) αυτό θα συνέβαινε γιατί η κριτική της πρωτοποριακής κοινωνικής αμφισβήτησης στη σκέψη ευρύτερων αντιεξουσιαστών στοχαστών (από τον Καστοριάδη μέχρι τον Ντεμπόρ και την σχολή της Φρανκφούρτης ασχέτως εάν αυτοί ποτέ τους δεν έκαναν ρητό και κατηγορηματικό κάλεσμα σε όπλα) κατόρθωσε να συνενώσει την κοινωνική δυσαρέσκεια έστω και πρόσκαιρα σε μαζικές εκδηλώσεις κοινωνικής εξέγερσης όπως ήταν ο γαλλικός Μάης για παράδειγμα. Συγχρόνως τα αυτονομιστικά αντί-αποικιοκρατικά κινήματα σε παγκόσμιο επίπεδο  τροφοδοτούσαν το φαντασιακό δυναμικό των ένοπλων οργανώσεων επαναστατικής βίας.
       Ερχόμενοι στο παρόν αυτού του είδους οι προσπάθειες ένοπλης πάλης είναι αναποτελεσματικές γιατί δεν υπάρχει κανένα γόνιμο περιθώριο για καθολική αμφισβήτηση του σύγχρονου καπιταλισμού στο πλαίσιο που οι ίδιοι οι επαναστάτες θέτουν. Αυτό της επανάστασης δηλαδή. Συγχρόνως σε συνθήκες θεαματικού καπιταλισμού η κοινωνική τάξη πραγμάτων μπορεί με ευκολία να αναστρέφει προς όφελος της αυτού του είδους τις περιθωριακές αντιδράσεις που έχουν μια συνεκτικά αδύναμη επιχειρηματολογία στον πυρήνα τους με την γνωστή τακτική της δαιμονοποίησης.
      Θα μου πείτε τώρα: ωραία ρε μεγάλε κι' ο Τάσσιος που κολλάει σ' όλα αυτά;  Αρχικά  θα μπορούσε να προσφέρει πολλά περισσότερα σε πολιτικό επίπεδο με την ανάπτυξη της απαιτούμενης επιχειρηματολογίας καθώς δείχνει να έχει τα εχέγγυα για να κάνει την πρέπουσα κριτική κοινωνική ανάλυση ενώ τώρα με το κυνήγι των κατασταλτικών μηχανισμών μάλλον θα χάσει αυτή την δυνατότητα. Επιπλέον όποιος κάνει τον κόπο και μπει στο ιστολόγιο του αφού διαβάσει τα διηγήματα του και ύστερα περιηγηθεί στις ειδησεογραφικές ιστοσελίδες για να δει πως οι επαγγελματίες γραφιάδες ως φωστήρες της κοινωνικής κριτικής "ανέλυσαν" μέσα από τα γραπτά και σε τι συμπεράσματα κατέληξαν για το προφίλ του θα καταλάβει πολύ καλά την εμπέδωση των προκατασκευασμένων κοινωνικών ρόλων και την διαδικασία δαιμονοποίησης  που προανέφερα πριν.
     Ο μόνος τρόπος ανατροπής της δεδομένης κοινωνικής κατάστασης είναι η συνεκτική, γόνιμη και ρεαλιστική κριτική ενάντια στην απάνθρωπη εμπορευματική κοινωνία. Ό, τι έκαναν δηλαδή οι προπάτορες αυτής της κριτικής και συνεχίζουν τώρα το έργο τους όσοι ρεαλιστικά αντιλαμβάνονται το τέλος της κοινωνίας της εργασίας.


*κοντάκτ: το δείγμα φωτογραφικού χαρτιού επάνω στο οποίο ο φωτογράφος εμφανίζει ολόκληρο το φιλμ που έχει τραβήξει

Παραπομπές:

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012

Αριστερόστροφη διολίσθηση προς την Δεξιά


Λούκας Βεντουρίνι, Ο κομφορμισμός ζέχνει!

Ακολουθεί μια νέα μετάφραση επάνω στο πρωτότυπο κείμενο του Ernst Lohoff με τίτλο: Linksruck nach rechts, Η επικράτηση ενός οπισθοδρομικού κομφορμισμού ανάμεσα στους θιασώτες κάθε παρωχημένης πολιτικώς ιδεολογικής απόχρωσης λόγω των συνεπειών της ανηλεούς οικονομικής κρίσης στην Ευρώπη είναι πλέον κοινός τόπος. Η σημασία του κειμένου που ακολουθεί έγκειται στην επισήμανση του φαινομένου (έστω και ψηλαφώντας αυτό το φαινόμενο επιγραμματικά) πως όλες οι ιδεολογίες που πλάστηκαν για να εξυπηρετούν εν τέλει την κεφαλαιοκρατική κοινωνία στέκονται ανήμπορες να δώσουν λογικές εξηγήσεις απέναντι στα κρίσιμα προβλήματα που η ίδια η κοινωνική ιεραρχία υποθάλπει.
Σύνδεσμος πρωτότυπου:  http://www.krisis.org/2012/linksruck-nach-rechts

          Οι ευρωσκεπτικιστές (συντηρητικοί γαρ) δεν είναι οι μοναδικοί που πιστεύουν πως η Ευρώπη πρέπει να αποχαιρετήσει το ευρώ, καθώς και μερικοί αριστεροί με φιλελεύθερες καταβολές, οικονομολόγοι και διανοούμενοι συμμερίζονται την άποψη αυτή. Και επομένως αντί να ασκούν μία αριστερή κριτική ενάντια στον καπιταλισμό, αναπτύσσουν μία μορφή οικονομικού νεοεθνικισμού που εξαπλώνεται με σημάδια πολιτισμικής θρησκοληψίας στους κόλπους της Αριστεράς.
          Μετά τις εκλογές στην Ελλάδα και την Γαλλία πολλοί Γερμανοί σχολιαστές ήρθαν σε ομοφωνία: Η Ευρώπη βιώνει σήμερα μια μετατόπιση προς την Αριστερά. Ισχυρίζονται ότι η Ευρωπαϊκή πολιτική της λιτότητας που θεσμοθετεί της κοινωνικές επιβολές της επάνω στους ανθρώπους του νότιου τμήματος της ευρωζώνης αποδέσμευσε τις δυνάμεις για μία ανταρσία ενάντια στους "πρακτικούς οικονομικούς περιορισμούς". Κρίνουν ότι η σημαντικότερη ελπίδα αυτής της στάσης έχει ως κύρια πηγή της τον Φρανσουά Ολλάντ.
          Αυτό που μπορεί να φαίνεται με μία πρώτη ματιά ως ένας καλός οιωνός κρύβει, ωστόσο, μία παγίδα. Αυτή συνίσταται στο δεδομένο πως το αριστερόστροφο κοινωνικό ρεύμα που πήγε στην κάλπη πορεύεται "χεράκι με χεράκι" με την αναγέννηση των εθνικοφρόνων ιδεών. Πράγματι, δεδομένης της αποτυχίας του ενιαίου νομίσματος υπάρχει και κάτι εναλλακτικό που θα μπορούσε να προταθεί:  Η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη που θα στηρίζεται στην κοινή πάλη ενάντια στην παραφροσύνη της διαχείρισης των κρίσεων, θα είναι ένας αυθεντικός αντικαπιταλιστικός επαναπροσδιορισμός της ευρωπαϊκής ιδέας. Ότι κι' αν πραγματικά συμβεί απομένει απλά να το δούμε. Αλλά σε κάθε περίπτωση είναι δεδομένο εν τω μεταξύ, ότι ο αριστερός νεο-εθνικισμός* αυτή την περίοδο αφήνει πολύ πιο δυνατό αντίκτυπο. Ο Γάλλος διανοούμενος Εμμανουέλ Τοντ που θεωρείται πως ανήκει στους τωρινούς πρωτοπόρους στοχαστές της Γαλλικής διανόησης, έδωσε πρόσφατα μία συνέντευξη στην εφημερίδα  der Spiegel. Ο Τοντ είναι υποστηρικτής του Ολάντ και οι απόψεις του τεκμηριώνουν με ακρίβεια το είδος της ιδεολογίας για την διαχείριση της κρίσης που αυτή την στιγμή εξυφαίνεται.
          Ο Τοντ χαρακτηρίζει το € ως το "κυρίαρχο σφάλμα των αρχουσών ελίτ" και ως "ζόμπι" από το οποίο δεν θέλουν να απαλλαγούν. Δεν πιστεύει απλώς ότι η Ευρώπη πρέπει να απελευθερωθεί από το κοινό νόμισμα αλλά κι' ότι οι έξι δεκαετίες της γαλλογερμανικής προσέγγισης θα αποδειχθούν μια ψευδαίσθηση που εν κατακλείδι θα πρέπει να εγκαταλειφθεί επειγόντως. "Ένας φιλικός διαχωρισμός του γερμανογαλλικού ζευγαριού", λέει πως "είναι ζωτικής σημασίας". Είναι ο μόνος τρόπος για να τερματίσει η δυστυχία της Ευρώπης που οφείλεται στην "σύγκρουση των δύο πολιτισμών". Η Γαλλία και οι χώρες της Νότιας Ευρώπης θα έχουν τότε ένα οικονομικό μέλλον, μόνο εάν αποστασιοποιηθούν από την αυταρχική και απερίγραπτη οικονομική κουλτούρα της Γερμανίας που "αντιφάσκει με το γαλλικό ρεπουμπλικανικό (σ.τ.μ. δημοκρατικό) ιδεώδες, με το οικουμενικό είδωλο της ισότητας για όλους τους ανθρώπους".
          Ο Τοντ δεν εφηύρε την τακτική να αποδώσει τις εσωτερικές αντιφάσεις του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος στον πολιτισμό. Ειδικά στην Ευρώπη υπάρχει μία μακρά τέτοια παράδοση η οποία υπερβαίνει σε τεράστιο βαθμό το συντηρητικό στρατόπεδο και φτάνει ως την ακροδεξιά. Όπως επίσης συμβαίνει και στην Αριστερά καθώς αυτή η παράδοση στέκεται το πιο δημοφιλές υποκατάστατο σε μια σοβαρή κριτική του καπιταλισμού. Προηγουμένως,, τον ρόλο του προσδιορισμένου ως πολιτισμικά σατανικού που μπαίνει σαν εμπόδιο στην υποτιθέμενη αντίληψη της ελεύθερης αγοράς με ανθρώπινο πρόσωπο πάντα τον ενσάρκωναν είτε οι ΗΠΑ, είτε η Αγγλοσαξονική κουλτούρα της ολοκληρωτικής ελευθερίας των αγορών. Εν αντιθέσει, η Γερμανία θεωρήθηκε ως μέρος του οικονομικού Άξονα της αγοράς των αγαθών, με την παράδοση που έχει αναπτύξει στον Καπιταλισμό του Ρήνου.
          Το γεγονός της πρόσφατης αντικατάστασης των ΗΠΑ από τους μισητούς Γερμανούς αντικατοπτρίζει με παράξενο τρόπο την πορεία που η οικονομική κρίση έχει πάρει τα τελευταία τρία χρόνια. Η Ευρωζώνη βρέθηκε αντιμέτωπη με μια κρίσιμη δοκιμασία δέκα χρόνια αφότου τα νομίσματα και τα χαρτονομίσματα του ευρώ εκδόθηκαν για πρώτη φορά. Εν τω μεταξύ, οι εσωτερικές αντιφάσεις του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος από τις οποίες προσπάθησαν να ξεφύγουν με την θέσπιση ενός ενιαίου νομίσματος η Ελλάδα, η Γερμανία, η Γαλλία και οι άλλες χώρες διέλυσαν τα θεμέλια τους. Το 2009, το δημόσιο χρέος αυξήθηκε σε παγκόσμιο επίπεδο τόσο γρήγορα όσο ποτέ άλλοτε κατά το παρελθόν. Η αναχρηματοδότηση έγινε ένα πρόβλημα για όλο και περισσότερες χώρες - συμπεριλαμβανομένων των Ευρωπαϊκών. Αυτή η γενική εξέλιξη πλήττει πολλές χώρες της Ευρωζώνης με πολύ διαφορετικούς τρόπους. Η Ελλάδα και η Ισπανία είχαν ωφεληθεί σημαντικά από την εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος έως το 2007. Χάρη στο ευρώ, οι ιδιωτικές επιχειρήσεις καθώς και το Δημόσιο των δύο χωρών βρέθηκαν στην κατάσταση να αυξήσουν τα χρηματικά τους κεφάλαια με πολύ πιο πλεονεκτικούς όρους απ' όσο ήταν δυνατό να το πράξουν με τα εθνικά τους νομίσματα που απειλήθηκαν και με υποτίμηση. Τα φύλλα της τράπουλας όμως γύρισαν δραματικά από τότε. Δεδομένης της εκρηκτικής ανάπτυξης του ποσοστού του δημοσιονομικού τους χρέους, οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές χορηγούν πίστωση στα κράτη της Ελλάδας και της Ισπανίας μόνο στα θεωρούμενα επιτρεπτά ή ανεκτά επιτόκια (σ.τ.μ. δλδ καθόλου αφού το χρέος έχει ξεφύγει) ενόσω οι Ευρωπαίοι εταίροι τους που εξακολουθούν να τις δανείζουν παρέχοντας έτσι σε αυτές πιστοληπτική ικανότητα σταδιακά αναλαμβάνουν και την ντε φάκτο διαχείριση του δημόσιου χρέους τους.
          Αυτό είναι ακριβώς και το νόημα των ποικίλων "πακέτων διάσωσης" που έχουν εγκριθεί από το 2010 κι' έπειτα. Και ακόμα και αυτή η μεταφορά της πιστοληπτικής ικανότητας λειτουργεί μόνο εάν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ταυτοχρόνως αγοράσει επιζήμια κρατικά χρεόγραφα από τις χρηματοπιστωτικές αγορές σε μαζική κλίμακα και συνεπώς ενεργεί και η ίδια ως κακή και αναξιόπιστη τράπεζα.
          Η Γερμανία έχει αναπτυχθεί οικονομικά με ιδιάζοντα τρόπο μετά το 2009. Κατά την χρηματοπιστωτική κατάρρευση του φθινοπώρου του 2008 η ύφεση έπληξε και την δική της οικονομία ιδιαιτέρως σκληρά χάρη στο γεγονός της εξαιρετικά μεγάλης της εξάρτησης από τις εξαγωγές (το 2009 το Ακαθόριστο Εθνικό της Προϊόν μειώθηκε ποσοστιαία κατά 5%). Στη συνέχεια η Γερμανία ξεκίνησε να προσπορίζεται τα οφέλη από την κερδοφορία της οικονομίας της που δεν προσομοίαζε στην κερδοφορία οποιουδήποτε άλλου κράτους παγκοσμίως και που αντιστοιχούσε στην επιβολή των προγραμμάτων σταθεροποίησης των εθνικών οικονομιών που είχαν υπέρογκα δημοσιονομικά χρέη. Ακόμη και το εξαγωγικό πλεόνασμα της Κίνας έχει μειωθεί σημαντικά από το 2009 κι' έπειτα. Η Γερμανία που ήταν εφικτό να αυξήσει το δικό της πλεόνασμα, προς το παρόν, μετατράπηκε σε ένα είδος μακαριστού και απάγκιου νησιού μέσα στην γενικευμένη "αναταραχή" της κρίσης. Η επιταχυνόμενη αύξηση του χρέους προς εξαγωγή που στηρίζεται στην υπερχρεωμένη οικονομία των χωρών εταίρων, έδωσε την δυνατότητα στην κυβέρνηση της Άγγελα Μέρκελ έστω και βραχυπρόθεσμα να επιβραδύνει σημαντικά τα νέα χρέη και να αυτοπροταθεί ως ο στιβαρός θεματοφύλακας της σταθερότητας. Επιπλέον, ο συνδυασμός της γενικευμένης κρίσης και η σπουδαιότητα της γερμανικής οικονομίας μετέτρεψαν την χώρα στην νέα ερωμένη των χρηματοπιστωτικών αγορών που ώθησε περαιτέρω την οικονομική της ανάπτυξη.
          Αυτή η ιδιαίτερη συγκυρία αναμένεται να εκλείψει και πάλι καθώς η κρίση εξελίσσεται. Με μια πιο προσεκτική εξέταση, έχει ήδη αρχίσει να καταλύεται για δύο κυρίως αιτίες. Η πρώτη αιτία είναι οι μακροχρόνιες πολιτικές λιτότητας που επιβάλλονται στις ευρωπαϊκές χώρες εταίρους, επειδή αυτές αποκόπτουν την γερμανική εξαγωγική οικονομία από την πιο σημαντική της αγορά. Κατά το πρώτο τρίμηνο του 2011, το γερμανικό ΑΕΠ αυξήθηκε με υψηλό ρεκόρ της τάξης του 5,0 τοις εκατό, όμως το προηγούμενο τρίμηνο έφτασε μόλις στο 1,5%. Και όμως η άνετη έως τώρα θέση της Γερμανίας στις κεφαλαιαγορές επ' ουδενί δεν θεωρείται παγιωμένη. Η κοινοτικοποίηση της ευθύνης του δημόσιου χρέους των χωρών εταίρων εκ των πραγμάτων θα έχει επιπτώσεις στην πιστοληπτική ικανότητα και της Γερμανίας τουλάχιστον μόλις ένα κούρεμα του χρέους αυτού θα πρέπει να καταστεί αναγκαίο όχι μόνο για μια σχετικά μικρή χώρα όπως είναι η Ελλάδα, αλλά και για την Ιταλία και την Ισπανία.
          Ο Τοντ ωστόσο επιμένει ότι "η γερμανική κουλτούρα του ανταγωνισμού και της αφόρητης πίεσης για την μέγιστη απόδοση" ευθύνεται για την κρίση ενόσω ο ίδιος διαμέσου της αυταπάτης του, πασχίζει να πείσει πως η "γαλλική κουλτούρα της ισότητας" είναι προορισμένη να σώσει τον κόσμο. Παρόλο που αυτή η "επεξήγηση" εστιάζει μονάχα σε μία σύντομη χρονική φάση της κρίσης με διάρκεια περίπου δύο ετών, ανακινεί την άποψη περί σύγκρουσης των πολιτισμών, ήτοι της διαμάχης μεταξύ κάποιων ασυμβίβαστων οικονομικών συστημάτων που είναι θεμελιωδώς συνδεδεμένα με την φυσιογνωμία δύο διαφορετικών λαών.
          Αλλά υπάρχει και μια άλλη πτυχή που είναι πιο σπουδαία από αυτή την επιφανειακή ασυμφωνία. Τα ένδο-ευρωπαϊκά κοινωνικά ρήγματα, δεν είναι απλοϊκά το προϊόν κάποιων αόριστων οικονομικών πολιτισμών, ακόμα κι' αν ενδελεχώς οι συντηρητικοί και οι αριστεροί ιδεολόγοι επιμένουν να παπαγαλίζουν μονότονα τα ποικίλα στοιχεία τους. Οι συγκρούσεις πηγάζουν πολύ περισσότερο από έναν υφιστάμενο διχασμό στην κατανομή των αρμοδιοτήτων που υπαγορεύεται από το παρανοϊκό σύστημα της διαχείρισης των κρίσεων. Αυτό ακριβώς ισχύει για το αλλόκοτο μείγμα που συγκροτούν οι πολιτικές λιτότητας αφενός και οι "πολιτικές ανάπτυξης" που στηρίζονται στην επιτάχυνση των πιστώσεων αφετέρου, και που αμφότερες αν και προσδιορίζονται αντιφατικές, εν τούτοις αποτελούν τους δύο πυλώνες που συνιστούν το απτό σημείο αναφοράς της τρέχουσας οικονομικής επίθεσης που εξαπολύει η Γερμανία στην Ευρώπη.
          Από το φθινόπωρο του 2008 κι' έπειτα η διεθνής διαχείριση της κρίσης έχει βρεθεί αντιμέτωπη με μία εξαιρετικά παράδοξη διαδικασία. Κάθε κράτος πρέπει να δανείζεται όλο και περισσότερο διότι αυτός είναι και ο μοναδικός τρόπος αναβολής της υποτίμησης (απο-αξιοποίησης) του "πλασματικού κεφαλαίου" ούτως ώστε να κρατηθούν οι επιχειρήσεις μέσα στα πλαίσια μιας εύρυθμης λειτουργίας. Συγχρόνως, τα κράτη που βρίσκονται στο κέντρο του συμπαγούς καπιταλιστικού πυρήνα εξαναγκάζονται να προσομοιώνουν την προθυμία τους για την επιβολή πολιτικών λιτότητας με την διασφάλιση της πιστοληπτικής τους ικανότητας. Αυτές οι ασυμβίβαστες ενέργειες ενώ είναι ξεκάθαρα δύο μειονεκτήματα που διαπερνούν το σύνολο του καπιταλιστικού συστήματος έχουν τα τελευταία χρόνια προσωρινά τεθεί σαν εχέγγυο που ωστόσο προκύπτει ως φυσιολογικό επακόλουθο μέσα από τον αναπόφευκτο διεθνή καταμερισμό της εργασίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες υιοθέτησαν μία επεκτατική δημοσιονομική πολιτική ενόσω η Άγγελα Μέρκελ στηριζόμενη στην εφήμερη ιδιαιτερότητα της γερμανικής οικονομίας, ανέλαβε να διεκπεραιώσει έναν πανομοιότυπο ρόλο. Ωστόσο ακόμη και μία πολιτική προσομοίωσης απαιτεί αληθινές θυσίες. Ως ενσάρκωση της βούλησης για την επιβολή των μέτρων λιτότητας, η Γερμανία της Μέρκελ ουσιαστικά ανέλαβε να ενώσει την κοινοτικοποίηση του χρέους των νοτιοευρωπαϊκών χωρών με την προθυμία των κυβερνήσεων που θέλησαν να βυθίσουν τις χώρες τους σε μαζική εξαθλίωση ώστε να διατηρήσουν συλλογικά την πιστοληπτική τους ικανότητα.
          Η ξεκάθαρη ανοησία αυτής της πολιτικής επιζητεί ριζική κριτική και δικαιολογεί κάθε πράξη κοινωνικής αντίστασης απέναντι στην εξαθλίωση των νότιοευρωπαϊκών κρατών της Ευρωζώνης. Γι' αυτό ακριβώς η υποβάθμιση της σημασίας αυτής της συστημικής παραφροσύνης στην εξομοίωσή της σε γερμανική τρέλα είναι καταστρεπτική. Οι τύχες της Γερμανίας ως οικονομικού κέντρου δεν κινδυνεύουν από την πολεμική που ασκείται εναντίον της. Ωστόσο αυτός ο τρόπος σκέψης για την ανάπτυξη μιας αντικαπιταλιστικής προοπτικής είναι εντελώς άγονος. Η κοινωνική χειραφέτηση μπορεί μονάχα να εννοηθεί διεθνιστική ειδάλλως δεν υφίσταται.

 * σ.τ.μ. Ο αριστερός νεο-πατριωτισμός επίσης θα ήταν δόκιμος όρος για την Ελληνική περίπτωση εάν λάβουμε υπόψη μας από την ΣΠΙΘΑ του Θεοδωράκη και του Γλέζου μέχρι το ΕΠΑΜ του Καζάκη και την πολυσυλλεκτικότητα που ευαγγελίζονται οι υπερκομματικοί Ανεξάρτητοι Έλληνες. Την παραληρηματική περίπτωση της ΚΚΕδικής Λιάνας θεωρώ πως ο ακραιφνής εθνικισμός την χαρακτηρίζει καλύτερα απ' οτιδήποτε άλλο!